Θάνος Κονιδάρης, ο διπλανός μας άγνωστος και το βιβλίο του «Μουσικό Ταξίδι στον 20ο αιώνα»

Ο Θανάσης Κονιδάρης είναι ένα γνωστό και οικείο πρόσωπο σε όλους. Τον ξέραμε σαν τραγουδιστή από το Σπαρτοχώρι, τον γνωρίσαμε ως γαμπρό στο Κατωμέρι και τον ζήσαμε ως πολιτικό πρόσωπο στο Μεγανήσι.

Εμείς θα μιλήσουμε για τον φίλο μας τον Θάνο με την επαγγελματική του ιδιότητα, εκείνη του «διεκπεραιωτή» και όχι τραγουδιστή, όπως αποκαλεί ο ίδιος τον εαυτό του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Στην εφηβεία του ξεκίνησε τραγουδώντας με το παρεάκι της Μισσοής στο Σπαρτοχώρι τα καλοκαίρια πριν καν ο ίδιος ανακαλύψει τη φωνή του και χωρίς γνώσεις και μουσικές επιρροές καθώς προερχόταν από μια οικογένεια που δεν είχε καμία σχέση με τη μουσική και το τραγούδι Τότε ο αυτός και τα φιλαράκια του διέκριναν ότι είχε την δυνατότητα και την η φωνή να γίνει ο τραγουδιστής της παρέας. Ήταν η εποχή του Νταλάρα και του Λοίζου. Τον ταύτισαν με το «Ηλιε μου σε παρακαλώ» και το ζητούσαν συνέχεια. Αυτή ήταν και η πρώτη του επαφή με το τραγούδι .

Μεγαλώνοντας βρίσκεται στην Αγγλία για σπουδές στα οικονομικά και ναυτιλιακά, και με τους άλλους Έλληνες φοιτητές φτιάχνουν το συγκρότημα «Διομήδης Κομνηνός» προς τιμήν του ήρωα του Πολυτεχνείου και διοργανώνουν στις διάφορες πόλεις της Βρετανίας και σε πολιτιστικούς συλλόγους μουσικές βραδιές. Μέχρι και τότε δεν είχε σκεφτεί ποτέ να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Αυτό προκύπτει εντελώς τυχαία όταν επιστρέφει στην Ελλάδα περιμένοντας την σειρά του για το στρατό. Σαν πελάτης επισκέπτεται ένα πιάνο μπαρ όπου ανεβαίνει και τραγουδάει στην σκηνή. Και έμεινε εκεί δουλεύοντας» ημιεπαγγελματικά «, όπως λέει και κατά την διάρκεια της θητείας του στον στρατό αφού υπηρετούσε στην Αθήνα. Απολύεται από τον στρατό και εντελώς τυχαία βρίσκεται να δουλεύει πια επαγγελματικά. Το αντικείμενο των σπουδών του δεν τον ενδιαφέρει κι εδώ είναι που συνειδητοποιεί και ο ίδιος ότι το τραγούδι είναι αυτό που κυριαρχεί στην επαγγελματική του σταδιοδρομία και στα θέλω της ψυχής του. Αισθάνεται τυχερός και ευγνώμων που μπορεί να βγάλει χρήματα από το μέχρι εκείνη τη στιγμή χόμπι του και το ακολουθεί πιστά.

Με την Κατερίνα Δεσποτίδου στον «Κάβουρα»

Είχε την τιμή να δουλέψει με παλιούς και αγαπημένους ρεμπέτες, όπως τον Σκαρπέλη και τον Μουφλουζέλη και με την Νάνσυ Κανέλλη, αδερφή της γνωστής δημοσιογράφου. Αποκτάει εμπειρία και άπειρες θεωρητικές γνώσεις πάνω στο ρεμπέτικο και στο λαικό τραγούδι που είναι και το είδος που υπηρετεί.

Για πολλά χρόνια τραγουδάει στα ρεμπετάδικα των Εξαρχείων που στην δεκαετία του 80 άνθιζαν και είχε ξεκινήσει η δεύτερη αναβίωση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Το πέρασμά του για 10 χρόνια από τον ιστορικό «Κάβουρα» που γίνεται και Μεγανησιώτικο στέκι και σημείο αναφοράς για τον Θάνο, αποτελεί την πιο παραγωγική περίοδο της επαγγελματικής του καριέρας που ο ίδιος την χαρακτηρίζει μικρή και μη επώνυμη διότι στην ουσία δεν ζήλεψε ποτέ την ευρεία αναγνωσιμότητα τις μεγάλες πίστες και τα λαμέ κοστούμια.. Ίσως από ιδεολογικούς λόγους. Τον ενδιέφερε μόνο να τον αποδέχεται και να τον αγαπάει το κοινό που πήγαινε να τον ακούσει . Περιορισμένο μεν αλλά αξιόλογο και σε κάποιες περιπτώσεις φανατικό. Αυτό του αρκούσε.

Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ως ένας καλός τραγουδιστής και δεν διανοείται να ταυτιστεί, να συγκριθεί με τα μεγαθήρια του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού του παρελθόντος . Γι αυτό και πάντα τραγουδούσε με τον δικό του τρόπο χωρίς ποτέ να μιμηθεί κανέναν καλλιτέχνη .Μειονέκτημά του θεωρεί ότι δεν έμαθε να παίζει κάποιο μουσικό όργανο. Ήταν στα σχέδια του αλλά όπως λέει η νύχτα δεν αφήνει πολύ χρόνο στη μέρα , και τα χρόνια περνούσαν…

(Το βίντεο αποτελείται από σπουδαία διαχρονικά τραγούδια μεγάλων δημιουργών τραγουδισμένα από τον ίδιο σε διάφορες στιγμές της πορείας του. Πατήστε στο βίντεο και αφήστε το να παίζει. Σίγουρα η φωνή του θα σας ταξιδέψει σε άλλες εποχές, νοσταλγικές, όμορφες , της νιότης και της ανεμελιάς μας)

Κάπου εκεί δημιουργεί την δική του οικογένεια και επιστρέφει μόνιμα στο Μεγανήσι. Παντρεύεται την Πανωραία Μάντζαρη και αποκτούν τον Σπύρο τους. Αφήνει πίσω του την επαγγελματική του ιδιότητα ως τραγουδιστής. Αφιερώνεται στην οικογένειά του και ασχολείται με τα κοινά. Δεν σταματάει όμως ποτέ να τραγουδάει. Σε κάθε κάλεσμα σε κάθε μουσικό δρώμενο ιδιωτικής η πολιτιστικής πρωτοβουλίας είναι παρών.

Οι Λαϊκές βραδιές στον «Γάντζο» και τα αφιερώματα σε σπουδαίους καλλιτέχνες στις εκδηλώσεις του Πολιτιστικού Κέντρου θα μείνουν αξέχαστα στους Μεγανησιώτες.

Οι γνώσεις του πια αρκετές. Οι προβληματισμοί του πάνω στην μουσική εξέλιξη τον απασχολούν ιδιαίτερα. Εκεί γεννιέται η ιδέα ενός βιβλίου χωρίς να διεκδικεί σε καμία περίπτωση τον τίτλο του συγγραφέα. Την στιγμή που αποσύρεται από την ενεργό δράση ανεπηρέαστος πια και στο φως της μέρας μπορεί καλύτερα να «διαβάσει» το ελληνικό τραγούδι. Όσο το υπηρετεί απλά το παρατηρεί..»

Το τραγούδι μας λέει είναι έρωτας και όσο ζεις τον έρωτα δεν τον περιγράφεις»

Ξεκινάει σιγά σιγά και αποτυπώνει στο χαρτί, τις γνώσεις του αλλά και την εμπειρία του μέσα από αυτά που ο ίδιος έζησε σαν τραγουδιστής. Ύστερα από μια πολύχρονη αναζήτηση πάνω στη φιλοσοφία και την εξέλιξη του λαικού τραγουδιού και των ειδών της μουσικής όπως αυτή διαμορφώνεται στο πέρασμα του χρόνου. Έτσι η ιδέα του βιβλίου ωριμάζει και ολοκληρώνεται τελικά σήμερα.

Ένας άλλος λόγος που τον ώθησε να γράψει αυτό το βιβλίο είναι ότι οι νέες γενιές αγνοούν το Ελληνικό τραγούδι χωρίς δική τους υπαιτιότητα αλλά παρασυρόμενες από το μαρκετινγκ που τις κατευθύνει στο εμπορικό, εύκολο ανώδυνο και εφήμερο ελληνικό τραγούδι. Το τραγούδι είναι και κάτι άλλο από διασκέδαση.

Ο Θεοδωράκης έχει πει ότι υπάρχουν δυο ειδών τραγούδια΅ Αυτά που απευθύνονται από τη μέση και πάνω και αυτά που απευθύνονται από τη μέση και κάτω, επισημαίνει ο Θανάσης.

Σε αυτό το βιβλίο ο ίδιος εκφράζει τις ανησυχίες του για την σύγχρονη μουσική παιδεία όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέχρι τον εικοστό αιώνα, και τολμά παράλληλα να καταθέσει την προσωπική του άποψη, παίρνοντας θέση και ο ίδιος.

Χαρακτηρίζει το βιβλίο του σαν ένα βιβλίο άποψης.

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ 20ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ Του Θάνου Κονιδάρη

Πρόλογος

Στην πατρίδα μας συχνά αναφερόμενοι στην ελληνική μουσική εννοούμε τραγούδι (ανεξάρτητα αν αυτό είναι σωστό). Για λόγους ιστορικούς και κοινωνικούς- γεωγραφικούς και άλλους ,το ελληνικό τραγούδι σαν πολυφωνική η μονοφωνική έκφραση δημιουργίας αποτέλεσε πολιτιστικό – πολιτισμικό στοιχείο που δεν ξέρω αν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο ή σε τέτοια έκταση σε άλλους λαούς.
Έτσι λοιπόν το ελληνικό τραγούδι σαν έκφραση πολιτιστικής προόδου ψυχαγωγίας ή και διασκέδασης αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της μουσικής μας ύπαρξης.
Στη μουσική φιλολογία του τόπου μας υπάρχει σαν ζητούμενο ή μάλλον πολλά ζητούμενα.

Κατά πόσο το τραγούδι της διασκέδασης – το διονυσιακό όπως πολλοί το ονομάζουν- μπορεί ή πρέπει να έχει πολιτικές προεκτάσεις ή ποιοτικά στοιχεία, αν έχουν βάση οι διαχωρισμοί στο τραγούδι, αν υπάρχουν τραγούδια ειδικών χρηστών, πώς κρίνεται η αξία ενός τραγουδιού?
Αυτά και άλλα απασχολούν τους ειδικούς και εμείς με τις μικρές μας δυνάμεις θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε.
Όπως για παράδειγμα για τον ρόλο της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας στην ανάπτυξη του τραγουδιού, για τις επιρροές από ανατολή και δύση, για την» ελληνικότητα» ενός έργου, για την παράδοση ,για τη λεγόμενη σοβαρή μουσική και άλλα.
Ένα άλλο ζήτημα που καθορίζει και τη θέση του καθενός απέναντι στα πολιτιστικά προϊόντα και στο τραγούδι βεβαίως που δεν είναι καινούργιο και δεν θα λυθεί εδώ φυσικά είναι:
Αν ο πολιτισμός διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες υλικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην ιστορική πορεία ενός λαού.

Και σε αυτό το θέμα θα εκθέσουμε την ταπεινή μας άποψη όμως καταρχήν θα παραδεχτούμε ότι το» καλό» » και το «κακό» τραγούδι συνυπάρχουν. Το λαϊκό, το έντεχνο προχωρούν παράλληλα με το πρόχειρο καταναλωτικό . Οι ειδικοί αφορίζουν και εξοργίζονται οι» λαϊκιστές» επικαλούνται ότι αυτά θέλει ο λαός. αυτά ακούει.

Έτσι συντηρείται και προχωράει το πανόραμα του ελληνικού τραγουδιού. Και βέβαια η διαχρονικότητα ενός έργου και η ιστορική του αποτίμηση βάζουν τα πράγματα στη θέση τους
Σίγουρο πάντως είναι ότι το τραγούδι και η κατά μία έννοια φυσική του συνέπεια ο χορός ( γιατί όλα τα τραγούδια δεν χορεύονται ) είναι αναπόσπαστο μέρος της ψυχοσύνθεσης μας σαν λαός. αποτελεί χαρακτηριστικό του τρόπου ζωής μας, είναι στοιχείο μιας εθνικής ευαισθησίας σε έναν κόσμο που διεθνοποιείται ραγδαία. Είναι θα έλεγα η πολιτιστική ασπίδα στον συνεχώς αυξανόμενο κίνδυνο εθνικής ισοπέδωσης και επιβολής ξένου τρόπου ζωής που δεν συνάδει με το εθνικό μας ταπεραμέντο.
Αυτός ο τρόπος ζωής που συνδέεται με το τραγούδι, το λαϊκό κατά βάση τραγούδι, δεν αντιτίθεται στον διεθνικό ρόλο της μουσικής ή στην εκτίμηση και την αποδοχή της δημιουργίας άλλων λαών, παλαιότερα αλλά και στις μέρες μας.

Εδώ όμως μιλάμε για το δικό μας τραγούδι. Για την ιδιαιτερότητα της παράδοσης μας και της κουλτούρας μας χωρίς εθνικιστικές ή σοβινιστικές παραμέτρους και ιδεοληψίες αλλά και χωρίς άκριτη μοδάτη και ευκαιριακή αποδοχή των συμφερόντων των πολυεθνικών ή μη ,δισκογραφικών εταιρειών ή των γούστων των διευθυντών τους, του μάρκετινγκ και των θεωρητικών τους εκπροσώπων.

Από την αρχή μέχρι το τέλος και συγγραφής αυτού του βιβλίου πέρασαν αρκετά χρόνια και ακόμα περισσότερα μέχρι τη δημοσίευση του. Ο κυριότερος λόγος ανάμεσα σε πολλούς άλλους για αυτή την καθυστέρηση ήταν το ερώτημα αν έχω να προσθέσω κάτι εγώ στο πανόραμα του ελληνικού τραγουδιού μετά από τόσα βιβλία, δημοσιεύσεις, άρθρα απόψεις και κρίσεις άλλων αρμοδιοτέρων ίσως εμού.

Το βιβλίο λοιπόν που έχετε στα χέρια σας ας θεωρηθεί τελικά ως αποτέλεσμα μιας εσωτερικής παρόρμησης χωρίς ίχνος συγγραφικής ματαιοδοξίας. Θα έλεγα ότι είναι περισσότερο ένα κίνητρο για περαιτέρω έρευνα και αναζήτηση όσων ενδιαφέρονται για το ελληνικό λαϊκό τραγούδι και κυρίως για τους νέους που ίσως το αγνοούν ή το γνωρίζουν επιδερμικά όχι πάντα με δική τους υπαιτιότητα αλλά για τους λόγους που κατά κόρον αναφέρονται σε αυτό το βιβλίο .
Δεν διακατέχομαι από καμιά πατερναλιστική διάθεση αλλά τολμώ μέσω του βιβλίου αυτού να ασκώ το δικαίωμα της άποψης, για αυτό και το θεωρώ βιβλίο γνώμης ταπεινής στα πλαίσια της οποίας περιορισμένης γνώσης η εμπειρίας, γιατί είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι η γνώμη χωρίς γνώση είναι και ελλιπής αλλά και τείνει να διολισθαίνει σε εγωισμό αυθαιρεσία και υποκειμενικότητα.

Κάποια ή και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συνυπάρχουν και στο γράφοντα, ο οποίος όμως δεν διστάζει να ξεδιπλώσει την πολιτική ιδεολογική και αισθητική του άποψη όσο και αν αυτό στις μέρες μας ίσως είναι για κάποιους ενοχλητικό. Απέφυγα συνειδητά λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή των συντελεστών, κουτσομπολιά φήμες ή ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ή πικάντικες αναφορές έστω και αν αυτά όλα αρέσουν ή ελκύουν μία μερίδα αναγνωστών

Γνωρίζω εκ των προτέρων ότι πολλοί θα διαφωνήσουν με τις κρίσεις για ορισμένα ζητήματα που αναφέρονται στο βιβλίο που έτσι κι αλλιώς αποτελούν πεδίο συζητήσεων χρόνια τώρα, όμως ούτε το αλάθητο ούτε καν το πλήρες διεκδικώ, ούτε να πείσω προσπαθώ… να προβληματιστώ ίσως.

Ο μυημένος αναγνώστης θα εντοπίσει και κάποιες σύγχρονες πινελιές, σχόλια διαπιστώσεις η άρθρα που αναφέρονται στην περίοδο που ασχολείται το βιβλίο. Βεβαίως ξεστράτισε αρκετά από τον αρχικό του στόχο σχετικά με αυτήν την περίοδο που ήταν η περίοδος της μεταπολίτευσης και μέχρι το τέλος του αιώνα, εν τούτοις η έμφαση δίνεται σε αυτή την περίοδο.
Οι αναφορές σε περασμένες ιστορικές περιόδους γίνονται για να φανεί και να τονισθεί η συγγένεια κα η συνέχεια του ελληνικού τραγουδιού και η εξέλιξή του. Έτσι κι αλλιώς αυτές οι ιστορικές περίοδοι έχουν αναλυθεί επαρκώς

Είναι φανερό ότι με το πέρασμα των χρόνων κάποια στοιχεία έχουν αλλάξει ή διαφοροποιηθεί. Καριέρες καλλιτεχνών απογειώθηκαν η τελείωσαν. Το διαδίκτυο άλλαξε κυριολεκτικά τον τρόπο ζωής μας και επηρέασε και το τραγούδι, εντούτοις τόλμα αυτό το βιβλίο να «ελπίζει» ότι διατηρεί τον στόχο για τον οποίο έχει γραφτεί.
Σχετικά με αρκετούς συντελεστές του τραγουδιού που δεν αναφέρονται στο βιβλίο (συνθέτες τραγουδιστές στιχουργοί) κυρίως παλαιότερων δεκαετιών είναι εξίσου σπουδαίοι με αυτούς που αναφέρονται ως αντιπροσωπευτικό «δείγμα’ εκπροσωπώντας κατά μία έννοια όλους τους άξιους συναδέλφους τους. Έτσι κι αλλιώς ούτε και αυτών αναφέρω το συνολικό έργο και την προσφορά τους.
Ο τυπικός χωρισμός του ελληνικού τραγουδιού σε είδη που γίνεται στο βιβλίο γίνεται για λόγους μεθοδολογίας διότι και τα όρια μεταξύ τους είναι δυσδιάκριτα αλλά και γιατί επιδέχονται διαφορετικών ερμηνειών Και φυσικά δεν είμαι εγώ πού την εφηύρε.

Έτσι λοιπόν έντεχνο, λαϊκό, ελαφρολαϊκό ,σκυλάδικο ,νεοπόπ, ή όπως αλλιώς θα χρησιμοποιηθούν και από τον γράφοντα. Φυσικά θα υπάρξουν και αναφορές σε τραγούδια που δεν είναι αρεστά στον γράφοντα ,τραγούδια του περιθωρίου , ή που ο ρόλος τους κυρίως στην διασκέδαση ήταν καθοριστικός ή που απευθύνονται σε ένα διαφορετικό κοινό.
Όμως δεν είναι δίκαιο να αγνοηθούν μιας και το βιβλίο αυτό δεν προορίζεται να παίξει κανέναν πατερναλιστικό (καθοδηγητικό) ρόλο.»

» Άλλωστε τα βιβλία δεν δημιουργούνται για να γίνουν πιστευτά, αλλά για να υποβληθούν σε ερωτήματα.

Όταν σκεφτόμαστε ένα βιβλίο δεν πρέπει να ρωτάμε τους εαυτούς μας τι λέει, αλλά τι εννοεί»

όπως αναφέρει ο Ουμπέρτο Έκο στο «Όνομα του Ρόδου»

Το βιβλίο θα δημοσιεύεται σε συνέχειες κάθε βδομάδα στο Meganisi Life . Ευχαριστώ θερμά τον Θανάση που μου εμπιστεύτηκε την πνευματική του περιουσία και μου επέτρεψε να την μεταφέρω στους αναγνώστες μας.

Ακολουθεί το Πρώτο Κεφάλαιο. «ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.