«Ο Νίτσας ο Ταρίας» Άρθρο Αρχείου του Σταύρου Δάγλα στο Souel

Την πρώτη εβδομάδα του Οκτώβρη του 2020 εκάλεσα τον καλό συγχωριανό μου τον Νίτσα τον Ταρία στην αυλή μου, να πιούμε έναν καφέ και με την ευκαιρία αυτή να μου πει ότι στιχάκια θυμόνταν από το τραγούδι των ψαράδων, την βόα, που κάποιος του πληρώματος μιας βάρκας ετραγουδούσε όταν τραβούσαν κουπί, για να τους εμψυχώνει με τους έξυπνα αυτοσχεδιασμένους στίχους του, αλλά και να τους συγχρονίζει.

Μου είπε αρκετά, τα κατέγραψα και η φίλη μου η Κατερίνα η Καββαδά του Μάσου του Αντρίκου, είχε την καλοσύνη και την ευχαρίστηση να τα δημοσιεύσει στην σελίδα της s0uel  στο διαδίκτυο.

Στην κουβέντα μας όμως επάνω, μου είπε και αρκετά πραγματάκια για τον εαυτό του και την ζωή του γενικότερα, που πίστεψα ότι άξιζε τον κόπο να τα γράψω. Το έκανα και αν διαθέσετε λίγο χρόνο να τα διαβάσετε, ίσως και να μη σας κουράσουν πολύ.

 Λοιπόν,

ο Νίτσας ο Ταρίας (Διονύσιος Πάνου Μάντζαρη ή Ταρία), εγεννήθηκε στο Κατωμέρι Μεγανησίου Λευκάδος το 1927. Οι γονείς του ήταν από το Κατωμέρι και το επάγγελμα του πατέρα του ήταν ψαράς, κατά κύριο λόγο τρατολόγος. Η μάνα του, η θειά Δέσπω, όπως όλες σχεδόν οι γυναίκες της Ελληνικής επαρχίας, ασχολούνταν με κάτι χωραφάκια που είχαν, τις δουλειές του σπιτιού και το μεγάλωμα των πέντε παιδιών της.

Δάσκαλός του σε όλες τις τάξεις στο δημοτικό του χωριού στο οποίο πήγε, ήταν ο Πάνος του Φώτη του Καββαδά (Μπακόλα).  Αφού ξεσχόλισε, έπιασε δουλειά στις τράτες των Αυγεριναίων, όλοι τους συγγενείς της μάνας του. Ήταν ένα πρόθυμο, χαρούμενο και ήπιου χαρακτήρα παιδί, καλοπροαίρετο, που σε όποια τράτα κι αν δούλεψε όλοι τον αγαπούσαν. Έκοβε το μάτι του και γρήγορα έμαθε να κάνει στο τρατοκάικο αυτό που έπρεπε χωρίς να χρειάζεται να του το υποδείξει κάποιος. Άσχετα όμως με τις ικανότητές του, όποιος κι αν ήταν ο καπετάνιος του, έπαιρνε μισό μερίδιο, διότι απλά… ήταν μικρός.

Ατυχώς, πριν καλά καλά νοιώσει τον κόσμο, πριν ανοίξει τα φτερά του, η Ελλάδα καταλήφθηκε από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Και οι δύο υπήρξαν σκληροί κατακτητές και την παρουσία τους στην Ελλάδα, ποτέ δεν την ανέχθηκε. Γι’ αυτόν ήταν εχθροί της πατρίδας του και δικοί του επίσης, και τον έκανε περιχαρή, τον συνέπαιρνε η σκέψη ότι θα ημπορούσε κάποτε να βρεθεί απέναντί τους μ’ ένα τουφέκι στο χέρι.

Η τακτική των Ιταλών και η συμπεριφορά τους, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ενισχύουν αυτή του την επιθυμία.  Πρώτο μέλημα τους  ως διοικητές των Εφτανήσων που έγιναν, ήταν να επιβάλουν άγρια φορολογία, πάνω σε κάθε αγαθό που έδινε στον κόσμο τόσο η γη, όσο και η θάλασσα. Για να είναι βέβαιοι δε ότι θα εφαρμοστεί πιστά (η φορολογία), δεν άργησαν να την συνοδεύσουν με αμέτρητους κανονισμούς και αυστηρές απαγορεύσεις, αναθέτοντας την επιβολή τους στα ένοπλα ημιστρατιωτικά τότε όργανά τους, την Καραμπιναρία και την Φινάντσα, κάτι σαν να λέμε στην Χωροφυλακή και στο Τελωνείο τους.

Ως ήταν επόμενο, οι Έλληνες και πιο συγκεκριμένα οι Μεγανησιώτες στους οποίους θα αναφερθούμε ειδικά εδώ, εκοίταξαν πως θα παρακάμψουν όλο αυτό το απαγορευτικό πλέγμα, διότι τα λίγα που τους έδινε η όπως και να το κάνομε μη παραγωγική γη του Μεγανησιού, αφού κουτσουρεύονταν και από την Ιταλική φορολογία, δεν τους αρκούσαν για να επιζήσουν.

Βιβλία ολόκληρα θα ημπορούσε να γράψει κανείς καταγράφοντας όλον τον αγώνα που έκανε ο Μεγανησιώτης, για  να μεταφέρει με βάρκες απέναντι στην Ακαρνανία και πάντα πίσω από τις πλάτες των Ιταλών, το όσο αδήλωτο  λάδι είχε καταφέρει να εξοικονομήσει, με σκοπό να το ανταλλάξει εκεί με σιτάρι, καλαμπόκι ή έστω λίγο κριθάρι. Προσφέρονταν βλέπεις η Ακαρνανία για ένα τέτοιο πάρε – δώσε, γιατί η γη τους έβγαζε μεν δημητριακά, αλλά δεν είχε ελιές (τότε) για να τους δώσει και λάδι.

Αφού γίνονταν η ανταλλαγή, ξεκίναγε το δεύτερο σκέλος  του αγώνα που έδινε ο Μεγανησιώτης, να φέρει στο νησί και στο σπίτι του το προϊόν της συναλλαγής του, το οποίο κατά τους Ιταλούς ήταν «κοντραμπάντο», άρα και κατασχέσιμο , αφού είχε αποκτηθεί με αδήλωτο λάδι.

Οι μεγαλύτεροι (όσοι ζουν ακόμη) θυμούνται τους Ιταλούς, ένοπλους  πάνω στους κάβους του νησιού, ν’ αγναντεύουν μέρα και νύχτα στο πέλαγος για τυχόν βάρκες που ίσως έκαναν «κοντραμπάντο». Αν έπιαναν καμία, προχωρούσαν αμέσως στην κατάσχεση του οιουδήποτε αγαθού μετέφερε και στην κράτηση όσων ευρίσκονταν μέσα σ’ αυτήν, καθώς και στον προπηλακισμό τους ή ακόμη και τον ξυλοδαρμό τους.

Σ’ ένα τέτοιο ιδιότυπο κρυφτούλι με τους Ιταλούς, κάπως διαφορετικό όμως απ’ αυτό που αναφερθήκαμε πιο πάνω, έλαβε μέρος και ο Νίτσας ο Ταρίας. Με χαρά αλλά και κάποια διάθεση λοιδορίας προς τους Ιταλούς μου το περιέγραψε. Κοιτάξτε πως.

 Κάποτε ήταν πλήρωμα στην τράτα του μπάρμπα του, τού γέρο – Χρήστου του Αυγερινού και δούλευαν στον Αμβρακικό Κόλπο. Η τράτα του γέρο Χρήστου ήταν μεγάλη και παρά τους δέκα νομάτους που απασχολούσε ως πλήρωμα, ίσα ίσα που την μαϊτζάριζε(1). Προτιμούσε να αλεύει(2) στον Αμβρακικό ή στον Κόρφο όπως τον έλεγαν, επειδή ήταν καλλίτερος σαν ψαρότοπος από αυτόν του Μεγανησιού και της τριγύρω απ’ αυτό περιοχής.  Μηχανή το καίκι του δεν είχε, σπάνια συναντούσες τότε τρατοκάικο με μηχανή και για τις μακρινές μετακινήσεις τους εχρησιμοποιούσαν το πανί. Για τις μικροαποστάσεις όμως  και το καλάρισμα(3) της τράτας, ας ήταν καλά τα μπράτσα των τρατολόγων που τραβούσαν  τα οχτώ κουπιά της, 4 περί πάντα(4) όπως έλεγαν, συχνά κάτω από τον τονωτικό ρυθμό που τους έδινε κάποιος  από τους δέκα του συναφιού , τραγουδώντας την βόα.

 Ψαρεύανε σε όλον τον απλόχωρο Αμβρακικό, κέντρο τους όμως είχαν την Βόνιτσα, όπου και συνήθως διανυχτέρευαν. Κύριο αλίευμά τους ήταν η σαρδέλα.  Απέφευγαν να την πουλούν με το ασύμφορο πληθωριστικό τότε νόμισμα. Προτιμούσαν  να την ανταλλάσσουν  με είδη, όπως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, όσπρια, αλλά και ότι άλλο φαγώσιμο προσφέρονταν,  γιατί αυτά τα είδη ήταν τουλάχιστον δυσεύρετα αν όχι και ανύπαρκτα στο νησί.

 Καμιά φορά όμως την αντάλλαζαν και με ρούχα, ή άλλες φορές και με άλλα περίεργα πράγματα, όπως γραμμόφωνα. Φαίνεται πως η φτώχια ήθελε καλοπέραση. Αμέσως -αμέσως θυμηθήκαμε με τον Νίτσα ότι τουλάχιστον τέσσαρες είχαν φέρει από ένα γραμμόφωνο χωρίς χωνί στο χωριό μας. Ήταν ο Σπύρος ο Νιάγκας, ο Φλίππος ο Δημόκας, ο Στάθης ο Κανατσούρης, ο Λόλος και σίγουρα κάποιοι άλλοι που δεν θα μας ήρθαν στον νου. Το γραμμόφωνο θεωρούνταν είδος  πολυτελείας αν υπήρχε σε κάποιο σπίτι πριν τον πόλεμο. Ατυχώς όλα τα ξεπουλούσαν για κάτι φαγώσιμο άνθρωποι της περιοχής που ζούσαν στην Αθήνα και επέστρεφαν στον τόπο καταγωγής τους, για να γλιτώσουν από τον λιμό που μάστιζε την πρωτεύουσα.

 Όση σαρδέλα τους έμενε αδιάθετη, ποτέ δεν την άφηναν να πάει χαμένη. Την αλάτιζαν υπομονετικά σε γκαζοντενεκέδες, παρ’ όλη την κούραση της ημέρας. Τούτη την εποχή δεν έπρεπε ν’ αφήνουν τίποτα να πηγαίνει χαμένο τους έλεγε ο καπετάνιος τους, πόσο μάλιστα την σαρδέλα που ήταν είδος φαγώσιμο.

Επειδή όμως ο όγκος των πραγμάτων  που συγκέντρωναν καθημερινά, από την ανταλλαγή των ψαριών που έπιαναν με είδη, συν οι γκαζοντενεκέδες με την σαρδέλα που αλάτιζαν, δε χώραγαν στο τρατοκάϊκο, ο μπάρμπα Χρήστος είχε νοικιάσει στην παραλία της Βόνιτσας μια αποθήκη και όσα μάζευαν, τα φύλαγαν εκεί μέσα. Για τους Γερμανούς που διοικούσαν την περιοχή, η συγκέντρωση και φύλαξη τροφίμων μέσα στην αποθήκη, καθώς και η μεταφορά τους σε άλλο μέρος, ή  ακόμη και η εξαγωγή αυτών των πραγμάτων από την περιοχή της δικαιοδοσίας τους, δεν ήταν κάτι που απαγορεύονταν.

 Όταν τα πράγματα που είχαν συγκεντρώσει εγίνονταν τόσα, που με τον όγκο τους ημπορούσαν να γεμίσουν το τρατοκάικό, τα έβαζαν πάνω σε δύο ή και τρία ακόμη  αγοραία κάρα, ανέβαινε και ένας από τους τρατολόγους(5) σ’ ένα απ’ αυτά ως συνοδός και τα μετέφεραν στην Σφήνα, μία τοποθεσία λίγο έξω από την Ζαβέρδα (Πάλαιρο) προς τον Μύτικα. Το μέρος αυτό ήταν απόμερο και ο βυθός του εβόλευε την προσέγγιση του τρατοκάϊκού τους στην άκρη, για να μεταφορτώσουν σ’ αυτό τα πράγματά που είχαν αποστείλει εκεί με τα κάρα.

Με το που ξεκίναγαν τα κάρα, αναχωρούσαν κι αυτοί με το τρατοκάικο για την Σφήνα, κάνοντας πανί αν εβόλευε ο καιρός, αλλιώς  με τα κουπιά. Κατά την συνεννόησή τους, όποιος έφθανε πρώτος θα περίμενε τον άλλο.

Για να πάνε όμως από την Βόνισα στην Σφήνα, έπρεπε να περάσουν από τον δίαυλο της Λευκάδας, περιοχή που όπως είπαμε, ευρίσκονταν κάτω από την διοίκηση των Ιταλών. Σε κάποιο σημείο του λιμανιού της Λευκάδας ή του διαύλου, Ιταλός σκοπός, μέρα ή νύχτα,  καλούσε όλα τα διερχόμενα σκάφη να σταματήσουν για έρευνα και άμεση φορολογία, αν όχι και πλιάτσικο των όποιων αγαθών τύχαινε να  μεταφέρουν. Δεν παράλειπαν φυσικά να κάνουν το ίδιο και στο τρατοκάϊκο του μπάρμπα Χρήστου όποτε περνούσε από κει, αλλά φυσικά δεν τους έδιναν την χαρά να βρουν τίποτε, γιατί το πουλάκι ως έλεγε με χαρά το πλήρωμά του, είχε πετάξει για την Σφήνα.

Εκεί, στη Σφήνα λοιπόν, μεταφόρτωναν τα πράγματα απ’ τα κάρα στο τρατοκάϊκο, τα σκέπαζαν προσεκτικά για να μη γίνονται στόχος σε τυχόν αδιάκριτο μάτι και με το που νύχτωνε έκαναν ένα μαύρισμα(6) για να εξασφαλίσουν την κότα(7) τους και επιπλέον για να λερώσει το τρατοκάικό με φύκια, χορτάρια της θάλασσας και αποδιαλεούρια από ψάρια, ώστε να φωνάζει από μόνο του το πλεούμενό τους ότι, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια κοινή τράτα. Έπειτα έβαζαν πλώρη για το Βαθύ. Έφθαναν νύχτα αργά εκεί και με χίλιες προφυλάξεις μήπως τους πάρουν είδηση οι Ιταλοί που είχαν σ’ αυτό το μέρος την έδρα τους, άραζαν μπροστά από το σπίτι του Χρήστου του Αυγερινού που απείχε δεκαπέντε μέτρα από την θάλασσα και με απόλυτη σιγή, χωρίς φως, ξεφόρτωναν τα πράγματα από τ’ αμπάρι του τρατοκάϊκου και τα στοίβαζαν στο ισόγειο του σπιτιού του. Σε χρόνο κατάλληλο πάλι που δε θα τους έπαιρναν είδηση οι Ιταλοί, ο μπάρμπα Χρήστος έδινε στον καθέναν το μερίδιό του. Του καημένου του Νίτσα όμως, του έδινε μισό μερδικό(8), γιατί όπως είπαμε ήταν μικρός.  

Μέσα του 1944, αν και οι Γερμανοί ευρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα, στην ύπαιθρο της δυτικής Αιτωλοακαρνανίας (σίγουρα και αλλού), είχε υπερισχύσει η αριστερή παράταξη των ανταρτών του ΕΑΜ, ενώ στην Λευκάδα υπερίσχυαν οι δεξιοί αντάρτες και οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών Ελληνικών παρατάξεων, στην ξηρά αρχικώς, αλλά και στην θάλασσα λίγο αργότερα, έγιναν άκρως εχθρικές.

Σημαδιακή υπήρξε για τον Νίτσα μια συνάντηση των δύο αυτών αντιπάλων, στην θάλασσα αυτή τη φορά, που οι συμπτώσεις το έφεραν ο ίδιος ο Νίτσας να γίνει μάρτυρας.  Χρειάζεται όμως να πούμε δυό κουβεντούλες σαν πρόλογο, πριν την περιγράψουμε.

Την περίοδο αυτή, ο οπλαρχηγός της δεξιάς στην Λευκάδα, ο Χρήστος ο Καλατζής (Κονιδάρης) από τα Χαραδιάτικα της Λευκάδας, έκανε επίταξη του μηχανοκίνητου καϊκιού Ειρήνη (το ίδιο καίκι που θα έκανε αργότερα την συγκοινωνία ανάμεσα στο Μεγανήσι και την Λευκάδα) και αφού το θωράκισε(9),  το εξόπλισε και το επάνδρωσε, φρόντισε ν’ αποκόψει (και;) μ’ αυτό, τυχόν μετακίνηση αριστερών ανταρτών ανάμεσα στην Αιτωλοακαρνανία και την Λευκάδα.

Και οι αριστεροί όμως της Ακαρνανίας, για να ελέγχουν επίσης την θάλασσα, προχώρησαν σε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε κάνει ο Καλατζής με την Ειρήνη. Έκαναν επίταξη  διάφορων καϊκιών απ’ όπου έφτανε το χέρι τους και αφού τα επάνδρωσαν και τα εξόπλισαν, συνέστησαν  με αυτά το ναυτικό τους, το παράρτημα του ΕΛΑΝ(10) Ακαρνανίας στην περίπτωσή μας.

Και τώρα το συμβάν: Περίπου καλοκαίρι του 1944, ο Νίτσας εδούλευε στην τράτα του Βαθυσάνου του Μήτσου του Σακκά, Άγιο Νικόλαο την έλεγαν. Μια μέρα, ενώ ευρίσκονταν ανοιχτά του Σκορπιού και πήγαιναν με τα κουπιά στην Ζαβέρδα (Πάλαιρο), είδαν κάποια στιγμή την Ειρήνη, (αναφερθήκαμε πιο πάνω σ’ αυτήν), να έρχεται από το μέρος του Σκορπιού γραμμή επάνω τους.

Κόντευε να τους φτάσει, όταν εμφανίσθηκε ως δια μαγείας από τα ανατολικά, ένα εξαιρετικά ταχύπλοο άσπρο καίκι που πήγαινε με «χίλια» γραμμή πάνω στην Ειρήνη.  Η Ειρήνη μόλις το αντιλήφθηκε, έκανε αμέσως στροφή και αναπτύσσοντας ταχύτητα απομακρύνθηκε προς τον Σκορπιό, προφανώς για ν’ αποφύγει μία συνάντηση και κατά πάσα πιθανότητα ένοπλη σύγκρουση μαζί του.

Το άσπρο καίκι για δικούς του πάλι λόγους, δεν ακλούθησε την Ειρήνη και κάνοντας μία επιδέξια μανούβρα έπεσε δίπλα στο τρατοκάικό τους, για να το ελέγξει. Στα πλευρά του εδιάβασαν ΕΛΑΝ, ήταν γραμμένο με μεγάλα κεφαλαία  γράμματα.

Από τις πρώτες κουβέντες που αντάλλαξαν μαζί τους, οι άνθρωποι που βρίσκονταν πάνω στο άσπρο καίκι (του ΕΛΑΝ) συμπέραναν ότι το τρατοκάικο δεν ήταν τίποτε άλλο, από ένα συνηθισμένο ψαράδικο, από το οποίο δεν είχαν να φοβηθούν τίποτε.  Η κουβέντα μάλιστα μεταξύ τους δεν άργησε να πάρει και οικείο τόνο.

Ο Νίτσας σα μικρότερος που ήταν, δεν συμμετείχε σ’ αυτήν, αλλά τα μάτια του όλο περιέργεια, κοίταζαν ερευνητικά το καίκι του ΕΛΑΝ. Σε κάποιο σημείο του, είδε αποθεμένα κάμποσα ατομικά τουφέκια κι αμέσως του ήρθε μια ακαταμάχητη επιθυμία να πάει κοντά τους για να πιάσει ένα απ’ αυτά στα χέρια του. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, μ΄ένα ελαφρό  πήδημα πέρασε στο ξένο καίκι και μια στιγμή αργότερα τα περιεργάζονταν.

Αμέσως έγινα άλλος άνθρωπος μου είπε, ένοιωσα μέσα μου ελεύθερος, δυνατός και γέμισα από σιγουριά και αποφασιστικότητα.

Ο καπετάνιος του ανταρτοκάικου τον παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού του και μάλλον για να του δηλώσει πως τον παρακολουθεί, του πέταξε ένα, δεν έχουν σφαίρες τα τουφέκια.  Ο Νίτσας του έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι ότι κατάλαβε τι του είπε και συνέχισε να τα περιεργάζεται, ίσως όμως και να τα χάιδευε. Στιγμές μετά, πάλι ο καπετάνιος του ανταρτοκάικου που δεν έχασε καμία κίνησή του,  μονολόγησε μεγαλόφωνα: Ετούτος μου φαίνεται πως  είναι δικός μας.

Ύστερα αλλάζοντας τόνο στη φωνή του, στράφηκε προς τον γέρο Μήτσο τον Σακκά για να του πει πως ο ίδιος τό ‘χει για την Ζαβέρτα, αν κι αυτοί πήγαιναν για κει, μετά χαράς θα τους ρυμουλκούσε.

Η κουβέντα του ακούστηκε σαν δώρο εξ ουρανού από το πλήρωμα της τράτας, γιατί κι αυτοί πήγαιναν για την Ζαβέρτα, μόνον που με την ρυμούλκηση που πρότεινε να τους κάνει ετούτος ο άνθρωπος, θα γλίτωναν πάνω από δύο ώρες κουπί μεσ’ το κατακαλόκαιρο με άπνοια. Δεν ήταν και λίγο. Απόδειξη ότι ένας τρατολόγος που βρίσκονταν πάνω στην πλώρη του τρατοκάικου, πριν καν  αποκριθεί ο γέρο Μήτσος, ευρέθηκε με τρείς ντούκες(11) από μία μπαρούμα(12) στο χέρι, έτοιμος να την ρίξει στο καίκι του ΕΛΑΝ  για την ρυμούλκηση. Τέτοιες ευκαιρίες δεν τις αφήνουν να πάνε χαμένες, σιγοψιθύρισε ο ίδιος μισογελώντας.

Σ’ αυτό το σημείο ο Νίτσας θεώρησε σωστό να κάνει μια μικρή παύση, να πάει λίγο πίσω με το μυαλό του και να συνεχίσει να μου λέει μετά:

Μερικούς μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, εμφανίσθηκαν οι πρώτες Ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις, που θα είχαν ως στόχο τους  την καταπολέμηση των κατακτητών. Παρακλάδι αυτών των οργανώσεων υπήρξε και η ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων), η οποία ιδρύθηκε στις 23-2-1943. Όπως λέει και το όνομά της, απευθύνονταν στην νεολαία. Πολλοί νεαροί έγιναν μέλη της,  πιστεύοντας ότι μέσω αυτής θα τους δίνονταν η ευκαιρία ν’ αντιταχθούν στους κατακτητές. Τώρα όσο για το τι έλεγε το καταστατικό ιδρύσεώς της και ποιες ίσως και να ήταν οι απώτερες βλέψεις αυτών που την ίδρυσαν, ήταν ψιλά γράμματα για τους περισσότερους απ’ τους νέους που έγιναν μέλη της, μ’ άλλα λόγια, σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες οι νέοι δεν πολυέδιναν. Όταν συστήθηκε και στο Μεγανήσι  ένα παρακλάδι της ΕΠΟΝ, εγώ ήμουν ένας από τους πρώτους που γράφτηκε μέλος της.

Η κουβέντα του, μου έδωσε το θάρρος να του κάνω μια προσωπική ερώτηση. Τον ρώτησα ποιες ήταν οι τότε πολιτικές του πεποιθήσεις, τι πίστευε ενδόμυχα.

Χωρίς δισταγμό μου απάντησε: Μία σοσιαλιστική δημοκρατία. Να νοιώθω ελεύθερος και να μιλάω παντού και πάντα ελεύθερα. Ιδέες κομμουνιστικές ποτέ δεν είχα. Αυτά πίστευα,  αυτά πιστεύω μέχρι και σήμερα.

Δεν έχω κανέναν λόγο ν’ αμφιβάλλω ότι μου έλεγε αλήθεια και από άλλες κουβέντες του εκατάλαβα ότι τα πιστεύω του εκφράσθηκαν μετέπειτα, από τον πολιτευτή Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που έγινε υποστηρικτής του και παράμεινε ψηφοφόρος του κόμματος που ίδρυσε, του ΠΑΣΟΚ, έως και σήμερα.

Και συνέχισε: Λίγο μετά αφού άραξαν στην Ζαβέρτα, είδαν πάνω στον μόλο τον Σπύρο τον Καρατσολάκη (Σπύρο Ιωάννου Καββαδά) από το Σπαρτοχώρι του Μεγανησιού, με στολή ανθυπολοχαγού του ΕΛΑΣ. Ο Σπύρος ήταν αγαπητό πρόσωπο στο νησί και αφού χαιρετήθηκε εγκάρδια με όλους, τους εξήγησε ότι ευρίσκεται εκεί με τον λόχο του, τον 9ο λόχο, του 3ου τάγματος, του 2/39 συντάγματος, ο οποίος ήταν στρατοπεδευμένος πάνω στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Στο τάγμα τους υπηρετούσε ως γιατρός ο Παναγής ο Ζερβός από την Ζαβέρτα και ο Κωτσωνάς (Κωσταντίνος Νικολάου Δάγλας – Κουράκης) από το Κατωμέρι του Μεγανησιού ως νοσοκόμος. Επίσης και ο Πάνος ο Γιαννούλης, ο γνωστός οπλαρχηγός από την Λευκάδα. Ο Νίτσας και ο Βησσαρίας ο Πάλμος (Σούφης,  ο Κουτσούνιας),  από το Βαθύ, ένα χρόνο μεγαλύτερος του Νίτσα, που δούλευε κι αυτός στην ίδια  τράτα, του εζήτησαν να τους πάρει μαζί του, ήθελαν να καταταχθούν στον λόχο του. Δεν τους το αρνήθηκε. Επήρε ο καθένας τους από το τρατοκάικο το σακκούλι που φύλαγε μέσα τα λίγα ρουχαλάκια που του είχε βάλει μέσα η μάνα του για ν’ αλλάζει και τον ακολούθησαν στην Αγία Παρασκευή.

Καπετάνιος του λόχου ήταν κάποιος Παπαζέκος απ’ την Αμφιλοχία. Τους δέχθηκε, άκουσε την εισήγηση του Σπύρου και αφού κουβέντιασε λίγο μαζί τους, συμφώνησε να τους κρατήσει στον λόχο. Αμέσως μετά, τους πήρε τα σακκούλια, κι αφού είδε τι είχαν μέσα, εμοίρασε το περιεχόμενό τους σε κάποιους αντάρτες, χωρίς ο Νίτσας με τον Βησσαρία να βγάλουν τσιμουδιά.

Τέσσαρες ημέρες αργότερα ο λόχος έστειλε τον Νίτσα και τον Βησσαρία τον Πάλμο, με έναν λοχία από την Μακεδονία ως επικεφαλή τους στον Παλιοχαλιά, το νησάκι που ευρίσκεται στην νότια είσοδο του δίαυλου της Λευκάδας, εκεί περίπου που ευρίσκονται σήμερα οι μεγάλες κολώνες υψηλής τάσης της ΔΕΗ, για να εκτελούν χρέη παρατηρητή. Επροτίμησαν να στείλουν τον Νίτσα και τον Βησσαρία εκεί γι’ αυτόν τον λόγο, διότι σαν Μεγανησιώτες που ήταν, αλλά και λόγω της δουλειάς τους, εγνώριζαν τα σκάφη της ευρύτερης περιοχής. Ο λόχος τους ήθελε να ξέρει την κίνηση από και προς την Λευκάδα τυχόν ανθρώπων ή φορτίων, επίσης σε τι ποσότητες περίπου ανέρχονταν αυτές οι μεταφορές, εφόσον γίνονταν, κρίνοντας από το μέγεθος των πλοίων που τις εκτελούσαν και το πόσο φορτωμένα αυτά ήταν. Για προστασία τους εκτός από τα ατομικά τους όπλα, είχαν  και ένα πολυβόλο. Η μοναξιά τους πάνω στο νησάκι εκτονώνονταν όταν περνούσε από μπροστά τους κανένα σκάφος Μεγανησιώτικο ή γνωστό και είχαν την ευκαιρία ν’ ανταλλάξουν μαζί τους έστω έναν γρήγορο χαιρετισμό. Σ’ αυτή την θέση έμειναν κάπου 4 μήνες. Κατόπιν τους μετέφεραν και τους τρεις όπως ήταν στο Κάστρο του Γρίβα(13), όπου παρέμειναν 2 μήνες περίπου, πάλι με καθήκοντα παρατηρητή.

Από κεί ο Νίτσας μαζί με τον Βησσαρία τον Πάλμο και τον Σπύρο τον Καρατσολάκη επήγαν στην Αμφιλοχία.

Μια μέρα μου είπε, οι προϊστάμενοί μας έδωσαν εντολή σε έναν λοχία, να πάρει εμένα κι άλλον έναν αντάρτη  για να οδηγήσουμε 3 Γερμανούς αιχμαλώτους σε κάποιον λόγγο, με σκοπό να τους βάλομε να κόψουν ξύλα για τον λόχο.

Κάποια στιγμή, όταν εσταματήσαμε την δουλειά για να φάμε κάτι, μη φανταστεί κανείς τίποτε σπουδαίο, ο άλλος αντάρτης θεώρησε σωστό να πλησιάσει έναν από τους Γερμανούς αιχμαλώτους και από θέσεως ισχύος καθώς ήταν, να αρχίσει να τον πειράζει με λόγια. Μεταξύ των άλλων που του είπε, ήταν και το ότι σε λίγο οι Ρώσοι θα μπουν στο Βερολίνο. Ο Γερμανός τότε εξοργίσθηκε και καθώς κρατούσε μια καραβανούλα με λίγο φαγητό μέσα, του το πέταξε στο πρόσωπο.

Ο αντάρτης που έφαγε την καραβάνα στο πρόσωπο, έκανε κίνηση να τον χτυπήσει. Τον έβαλε στην θέση του όμως με μια φωνή ο λοχίας. Είναι αιχμάλωτος του υπενθύμισε με υψωμένη τη φωνή και επιπλέον πατριώτης. Του μίλησες άσχημα για την πατρίδα του και την υπερασπίσθηκε. Δεν έπρεπε να το κάνεις.  Κι ο Νίτσας όμως, μεγαλόψυχα φερόμενος, επήρε το μέρος τόσο του Γερμανού, όσο και του λοχία. Και σήμερα, μετά από 76 χρόνια με υπερηφάνεια αναφέρθηκε στην στάση που τήρησε.

Εδώ ο Νίτσας εθεώρησε σωστό να με ενημερώσει για κάποια τακτική που ακολουθούσαν στον λόχο του. Μπορεί και κάθε εβδομάδα μου είπε, καμιά δεκαριά άτομα απ’ όλον τον λόχο μας, συσκέπτονταν απόμακρα από τους υπόλοιπους άνδρες και κουβέντιαζαν πάνω σε διάφορα  πολιτικά θέματα, σίγουρα κομμουνιστικού περιεχομένου. Ο Σπύρος ο Καρατασολάκης συνέστησε τόσο σ’ εμένα όσο και στον Βησσαρία τον Πάλμο ν’ απέχουμε απ’ αυτή την ομάδα, στην οποία  ούτε κι αυτός ποτέ του συμμετείχε. Τα δικά μου πολιτικά πιστεύω συμπλήρωσε ο Νίτσας γελώντας, ήταν και παράμεναν σταθερά όπως σου τα είπα πιο πάνω.

Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αμφιλοχία, είχαν φέρει έναν αριθμό ανθρώπων, πες κρατούμενους, δεξιών πεποιθήσεων, που σκόπευαν να τους προωθήσουν στο μέρος που οι αριστεροί Έλληνες εξόριζαν τους δεξιούς Έλληνες, στην Τατάρνα της Αιτωλοακαρνανίας. (Εξυπακούεται ότι άλλη φορά συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο, οι δεξιοί εξόριζαν τους αριστερούς). Εν πάσει περιπτώσει, κάποια στιγμή άκουσε κάποιον απ’ αυτούς να φωνάζει: μωρε Ταριόπουλο (γιέ του Ταρία δηλαδή). Πλησίασε και είδε πως ήταν ο συγχωριανός μας ο Πάνος ο Μπουλιάνος (Πάνος Γερασίμου Κατωπόδης). Παραξενεύτηκε που τον είδε ανάμεσά τους, γιατί μπορεί να ήταν δεξιός, αλλά δεν είχε ενοχλήσει ποτέ κανέναν, ούτε και ποτέ του είχε ιδιαίτερη πολιτική ή κομματική δραστηριότητα. Πολύ θα το ήθελε να ημπορούσε να τον πάρει από κει, αλλά απλός αντάρτης ήταν και δεν του  πέρναγε για να κάνει κάτι τέτοιο. Τον ρώτησε όμως μήπως θέλει τίποτε. Κάλτσες δεν έχω του απάντησε, μου τις πήραν. Χωρίς δισταγμό ο Νίτσας, έσκυψε, έβγαλε τις δικές του και του τις έδωσε. Τις αρνήθηκε όμως ο Πάνος ο Μπουλιάνος, γιατί δεν ήθελε να τον αφήσει χωρίς κάλτσες. Αλλά ύστερα από την επιμονή του Νίτσα τις δέχθηκε, λέγοντάς του χίλιες ευχαριστίες. Αυτό δεν το ξέχασε ποτέ ο Πάνος ο Μπουλιάνος μετά που τελείωσε ο εμφύλιος, ούτε όμως και τα παιδιά του. Του το είχαν ισόβια υποχρέωση.

Πιο πέρα, είδε ότι ανάμεσα στους κρατουμένους υπήρχε και άλλος συγχωριανός μας. Ήταν ο Μάσος ο Παππάς (Γεράσιμος Επαμεινώντα Κατωπόδης – του ιερέα). Του είχαν πάρει κι εκείνου τις κάλτσες. Ατυχώς όμως δεν είχε άλλες για να του δώσει.

Εν τω μεταξύ από τον Οκτώβριο του 1944 οι Γερμανοί άρχισαν να συμπτύσσονται προς την βόρεια Ελλάδα. Στις 12 Οκτωβρίου έφυγαν από την Αθήνα και μερικές ημέρες αργότερα η αποχώρησή τους από την Ελλάδα είχε ολοκληρωθεί.

 Ατυχώς όμως, για λόγους που εγώ δεν καλογνωρίζω, οι Ελληνικές ανταρτικές παρατάξεις, του ΕΛΑΣ που είχε αριστερή ιδεολογία  και δρούσε σε όλη την Ελλάδα, καθώς και του ΕΔΕΣ που με  αρχηγό τον δεξιό Ναπολέοντα Ζέρβα δρούσε κατά κύριο λόγο στην Ήπειρο και στην Αιτωλοακαρνανία, συνεργαζόμενος με την Χωροφυλακή, καθώς και άλλες μικρότερες ομάδες, είχαν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, τόσο κατά την περίοδο που οι Γερμανοί ευρίσκονταν στην Ελλάδα, όσο και μετά απ’ αυτούς. Έτσι η απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, ατυχώς δεν έφερε και την ειρήνη στην πατρίδα μας.

Από την Αμφιλοχία ο 9ος  λόχος του ΕΛΑΣ που υπηρετούσε όπως είπαμε ο Νίτσας, μετακινήθηκε στο χωριό Κομπότι, το οποίο απέχει κάπου δώδεκα χιλιόμετρα από την Άρτα. Έμειναν εκεί περί τις δεκαπέντε ημέρες που τις πέρασαν προετοιμαζόμενοι για κάποια επιχείρηση ιδιαίτερης σημασίας όπως ημπορούσαν να καταλάβουν,  χωρίς όμως και να τους λέει κανείς  ποια θα ήταν αυτή ή ότι άλλο σχετικό μ’ αυτήν.

Στο διάστημα αυτό πάνω σε κουβέντα που είχε ο ίδιος ο Νίτσας ένα απόγευμα με τον ανθυπολοχαγό και διμοιρίτη του, τον Σπύρο τον Καρατσολάκη, του είπε ότι το  βράδυ θα κάνουν έφοδο σ’ εκείνο το χωριό (κοντά στην Άρτα ήταν αλλά δεν θυμόνταν το όνομά του) και του το έδειξε με το χέρι. Μένουν μέσα καμιά εικοσαριά  άνδρες του ΕΔΕΣ. Θα τους πιάσομε στον ύπνο Νίτσα, τουφεκιά δε θα πέσει, ούτε μύτη δε θ’ ανοίξει. Πράγματι την νύχτα έγινε η επιχείρηση και εξελίχθηκε όπως ακριβώς του είχε πει ο Σπύρος. Συλλάβανε καμιά 20αριά άτομα χωρίς να πέσει τουφεκιά και το σπουδαιότερο για τον Νίτσα ήταν ότι δεν είχε ανοίξει μύτη.

Άλλη φορά πάλι, αντάρτες της μονάδας του εντόπισαν τον λοχαγό Διονύσιο Ζαμπέλη από το Μαραντοχώρι της Λευκάδας  που υπηρετούσε στο ΕΔΕΣ,  να προχωράει έφιππος μόνος του στην περιοχή τους, προφανώς  ανυποψίαστος ότι αυτή ελέγχονταν από τον ΕΛΑΣ. Ο καπετάνιος τους που ειδοποιήθηκε και έφθασε αμέσως, εζήτησε να μην του ρίξει κανείς γιατί τον ήθελε ζωντανό, τους ερώτησε όμως αν υπάρχει κάποιος που πίστευε ότι ήταν ικανός με μια βολή να σκοτώσει το άλογό του. Εβγήκε μπροστά ένας αντάρτης και του είπε εγώ. Με την μοναδική βολή που έριξε, το άλογο του Ζαμπέλη έπεσε νεκρό και ο ίδιος ο Ζαμπέλης ευρέθηκε κυκλωμένος. Τον συλλάβανε αιχμάλωτο, ζωντανό όπως τους το ζήτησε ο καπετάνιος τους, αλλά το σπουδαιότερο για τον Νίτσα ήταν, ότι δεν είχε πάθει ούτε γρατσουνιά.

Σημειώνω αυτές τις ευαισθησίες του Νίτσα, διότι την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, είχε καταντήσει η ανθρώπινη ζωή να κοστίζει δυστυχώς μόνον μια σφαίρα. Και οι άνθρωποι που σε τέτοιες περιόδους ημπόρεσαν να  παραμείνουν άνθρωποι, αξίζει  κατά την γνώμη μου τουλάχιστον να αναφέρονται.

Τον Δεκέμβρη μήνα του 1944, η Άρτα είχε γίνει στόχος του ΕΛΑΣ λόγω της στρατηγικής θέσης που είχε στο κέντρο της Ηπείρου. Την κατείχαν οι δυνάμεις της δεξιάς αντάρτικης οργάνωσης, του ΕΔΕΣ και στις 21 του ίδιου μήνα, ο ΕΛΑΣ εξεκίνησε από το χωριό Νεοχωράκι γενική επίθεση για να την καταλάβει. Αυτή θα αποδεικνύονταν ως η μεγαλύτερη πολεμική αντιπαράθεση κατά τον εμφύλιο, μεταξύ των ανταρτικών οργανώσεων του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ.

Οι μάχες που διεξήχθησαν σε όλη την περιοχή τριγύρω της Άρτας, είχαν απίστευτη σφοδρότητα. Πιο φονικές όλων ήταν εκείνες που έγιναν στα υψώματα της Βαλαώρας  και του Προφήτη Ηλία του βουνού Περάνθη. Καταλήφθηκαν και ανακαταλήφθηκαν από τους αντιμαχόμενους τέσσαρες φορές, κάποια άλλα δε σημεία κι ακόμη περισσότερες.

Ο λόχος που υπηρετούσε ο Νίτσας,  χαρακτηρισμένος ως «βαρύς λόχος», ήταν από τους πρώτους που έλαβαν μέρος σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Καθώς μάχονταν για την κατάληψη του υψώματος Προφήτης Ηλίας, λίγο πριν καταλάβουν την κορυφή του, μία σφαίρα εχτύπησε τον Σπύρο τον Καρατσολάκη στην βάση του λαιμού του. Ο Νίτσας  που πολέμαγε τέσσερα μέτρα μακριά του, τον είδε αιμόφυρτο και του φώναξε, πίσω Σπύρο, πίσω  να κοιτάξεις το τραύμα σου. Αυτός όμως, λιοντάρι σκέτο όπως μου είπε ο Νίτσας,  με ένα αυτόματο στο χέρι συνέχιζε να ρίχνει.  Με τα πολλά αποσύρθηκε και σώθηκε.

Τελικά η Άρτα ύστερα από μάχες δύο ημερών καταλήφθηκε από τον ΕΛΑΣ και ο Νίτσας μαζί με άλλους αντάρτες ευρέθηκε στην είσοδο της Διοικήσεως Χωροφυλακής Άρτας. Όλα έδειχναν ότι το κτήριο είχε εγκαταλειφθεί από την Χωροφυλακή, αλλά η είσοδός της παράμενε θεόκλειστη, προστατευόμενη από μία βαριά πόρτα. Εδοκίμασαν να την ανοίξουν σπρώχνοντας, αλλά που ν’ ανοίξει. Τότε επλησίασε χαμογελαστός ο Λευκαδίτης οπλαρχηγός ο Πάνος ο Γιαννούλης και βγάζοντας το πιστόλι του, επυροβόλησε ακριβώς πάνω στην κλειδαριά της πόρτας. Με το μπάμ που ακούστηκε, ευρέθηκε και η πόρτα ανοιχτή.

Εμπήκαν μέσα με προσοχή, όπου και διαπιστωσαν ότι το κτίριο είχε μεν εκκενωθεί, αλλά όλως παραδόξως, πάνω σε πολλά τραπέζια – γραφεία υπήρχαν πάρα πολλά πιάτα με φαγητό μέσα που άχνιζε. Μην αγγίξετε το φαγητό παιδιά ακούστηκε επιτακτική η φωνή του Πάνου του Γιαννούλη, είναι δηλητηριασμένο. Όλοι υπάκουσαν στην διαταγή του και κανείς δεν το άγγιξε. Ήταν πράγματι δηλητηριασμένο μου είπε ο Νίτσας.

Μετά την κατάληψη της Άρτας, ο αρχηγός του ΕΔΕΣ Ναπολέων Ζέρβας, συνειδητοποίησε ότι η ζυγαριά είχε κλίνει οριστικά προς το μέρος του ΕΛΑΣ και για ν’ αποτρέψει τον κίνδυνο αιχμαλωσίας όλων του των δυνάμεών που ευρίσκονταν στην Ήπειρο, διέταξε την υποχώρησή τους στην Πρέβεζα. Για να την καταστήσει μάλιστα δυνατή (αυτήν την υποχώρηση), οργάνωσε μία γραμμή άμυνας στην περιοχή Λούρος ποταμός – Φιλιππιάδα, ώστε να παραμείνει ανοιχτή και ασφαλής η οδική αρτηρία Ιωαννίνων – Πρεβέζης.

Ύστερα από συνεννόηση πάλι του ίδιου του Ζέρβα με τους Εγγλέζους, έσπευσαν στην Πρέβεζα τρία Αγγλικά πλοία και ένα Καναδέζικο, μαζί τους και το Ελληνικό αντιτορπιλικό Πάνθηρ,  τα οποία στις 28 και 29 Δεκεμβρίου 1944 παρέλαβαν τον ίδιο τον Ναπολέοντα Ζέρβα, καθώς και τους άνδρες του που είχαν φθάσει εκεί υποχωρώντας. Μαζί τους είχαν έρθει στην Πρέβεζα και αρκετοί πολίτες της Ηπείρου που έτρεφαν φιλικά αισθήματα προς τον ΕΔΕΣ, κάποιες φορές μάλιστα μαζί με τις οικογένειές τους. Ο λόγος της φυγής των τελευταίων ήταν η αποφυγή τυχόν βιαιοτήτων εις βάρος τους εκ μέρους του ΕΛΑΣ, λόγω των φρονημάτων τους. Επιβιβάσθηκαν λοιπόν κι αυτοί στα πλοία και όλους μαζί τους  αποβίβασαν στην Κέρκυρα που ελέγχονταν από την αναγνωρισμένη τότε Ελληνική κυβέρνηση και από τους Εγγλέζους.  

Γυρίζοντας λίγο πίσω έχουμε να πούμε ότι στις 18 Οκτωβρίου 1944, η εξόριστη Ελληνική κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, που ευρίσκονταν στο Κάιρο και για λίγο (07-9-1944 έως 17-10-1944) στην Καζέρτα της ΝΔ Ιταλίας, επέστρεψε στην Ελλάδα με Αγγλικό πλοίο και ο Ελληνικός λαός την υποδέχθηκε με χαρά και συγκίνηση. Όλη η Αθήνα συνταράχθηκε από ζητωκραυγές και πατριωτικά συνθήματα καθώς ο Πρωθυπουργός ανύψωνε την ίδια εκείνη ημέρα την Ελληνική σημαία στην Ακρόπολη.

Η διακυβέρνηση όμως της χώρας την συγκεκριμένη περίοδο, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Η μία κυβερνητική κρίση διαδέχονταν την άλλη, υποβοηθούμενες αυτές από τις αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες και τα συλλαλητήρια.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, ατυχώς από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 οι διαδηλώσεις μετατράπηκαν σε πολεμικές συγκρούσεις, κυρίως στην Αθήνα και τον Πειραιά, μεταξύ των δυνάμεων του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (αριστερών) και των δυνάμεων της  Ελληνικής Κυβέρνησης, υποστηριζόμενες οι τελευταίες από τους Βρετανούς. Λόγω της γρήγορης επέκτασης και της έντασης που πήραν, εχαρακτηρίσθηκαν ως οι χειρότερες που συνέβησαν ποτέ στην Αθήνα, από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους (1830). Εκράτησαν μέχρι τις 5 με 6 του Γενάρη του 1945, κάπου 33 με 35 ημέρες δηλαδή.  Οι αγριότητες που διαπράχθηκαν και από τις δύο πλευρές των αντιμαχόμενων Ελλήνων, ξεπέρασαν κάθε όριο. Άφησαν πίσω τους, σύμφωνα με κάποια εκτίμηση, γύρω στους 3500 νεκρούς από την κυβερνητική παράταξη και ακόμη 230  Βρετανούς, ενώ από την παράταξη του ΕΑΜ (την αριστερή) 3000, όπως και έναν απροσδιόριστο αριθμό αμάχων.

Η Μεγάλη Βρετανία όμως δεν ήθελε  κατ’ ουδ’ ένα λόγο την επικράτηση των αριστερών δυνάμεων στην Αθήνα. Και παρ’ ότι ο κύριος όγκος των στρατευμάτων της στην Ευρώπη, μαζί και των υπόλοιπων δυτικών συμμάχων της βέβαια, αντιμετώπιζαν στις Αρδέννες, στα σύνορα της Γαλλίας με το Βέλγιο δηλαδή, την μεγαλύτερη Γερμανική αντεπίθεση  (16-12-1944 /  25-1- 1945) από της αποβάσεως των συμμάχων στην Νορμανδία στις 6 Ιουνίου του 1944, ο Βρετανός Πρωθυπουργός  Γουίνστον Τσόρτσιλ, έβαλε για λίγο έστω στην πάντα, αυτήν την τόσο μεγάλης σημασίας μάχη που έδιναν τα στρατεύματά του και επροτίμησε να έρθει στις 25 Δεκεμβρίου 1944, ημέρα των Χριστουγέννων στην Αθήνα, συνοδευόμενος μάλιστα από τους υπουργούς του, Ίντεν των εξωτερικών και Μακ Μίλαν  υπουργό Μεσογείου, για να επιβλέψει αυτοπροσώπως τις διαβουλεύσεις που διεξάγονταν μεταξύ της επίσημης Ελληνικής κυβέρνησης και της αριστερής παράταξης, κυρίως με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Εδώ ίσως χρειάζεται  να υπογραμμίσουμε, ότι ο Τσόρτσιλ την εποχή εκείνη ήταν ο ένας εκ των τριών μεγάλων του Πολέμου και συγχρόνως ρυθμιστών της παγκόσμιας κατάστασης. Οι άλλοι δύο ήταν ο Ρούσβελτ της Αμερικής και ο Στάλιν της Ρωσίας.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των διαβουλεύσεων υπήρξε η υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 του Φλεβάρη του 1945. Μεταξύ των 9 συνολικά άρθρων της, το Νο.6 έλεγε ξεκάθαρα ότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ θα έπρεπε να καταθέσει τα όπλα του, μέχρι τις 28 του Φλεβάρη του 1945.

Προς υλοποίηση αυτής της συμφωνίας, από τις 16 του Φλεβάρη του ίδιου χρόνου, οι άνδρες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ άρχισαν να παραδίδουν τα όπλα τους σε επιτροπές που είχαν συσταθεί από τους Εγγλέζους σε διάφορα σημεία της χώρας.  

Μία από αυτές, είχε συσταθεί κοντά στην Αμφιλοχία . Ο Νίτσας ύστερα κι απ’ όσα προαναφέραμε,  εκατάλαβε ότι το πλήρωμα του χρόνου είχε έρθει και ο λόγος για τον οποίο έπιασε το όπλο στο χέρι είχε πάψει να υπάρχει. Ύστερα μάλιστα και από προτροπή του Σπύρου του Καρατσολάκη, τόσο προς τον ίδιο τον Νίτσα, όσο και προς τον Βησσαρία τον Πάλμο, παράδωσαν και οι δύο τα όπλα τους, μέσα σε μία βαθειά συναισθηματική φόρτιση. Η περίοδος της αντάρτικης ζωής και των δύο, μαζί είχε ξεκινήσει και μαζί ετελείωσε. Ο Νίτσας όμως εθεώρησε σωστό να δώσει τέλος σ’ αυτό το μέρος της κουβέντας μας, με το αντάρτικο τραγούδι: Στ’ άρματα στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα… που  μου το τραγούδησε εκεί όπως ήμαστε, με σώμα και με ψυχή. Είχε ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή, ο αντάρτης που κοιμόνταν μέσα του.

Στο Μεγανήσι που επέστρεψε ο Νίτσας έπιασε δουλειά ως και πριν στις τράτες. Κάποια στιγμή μάλιστα ο ίδιος, μαζί με τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του τον Κώστα έφκιασαν μία δική τους τράτα, στην οποία και δούλευε μέχρις ότου τον κάλεσαν να υπηρετήσει στον στρατό. Είχαν ηρεμήσει τότε τα πράγματα στην Ελλάδα, γιατί οι αριστεροί είχαν ηττηθεί στον Γράμο και το Βίτσι και ο εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει. Η προηγούμενη θητεία του στο αντάρτικο, ευτυχώς δεν του δημιούργησε προβλήματα όσο υπηρετούσε στον στρατό. Η ειδικότητά του ήταν ναρκαλιευτής.

Όταν απολύθηκε, θέλησε να πάει στην Αυστραλία όπως είχαν κάνει και τόσοι άλλοι νέοι από το χωριό. Άκουε ότι οι πιθανότητες να εύρισκε εκεί μια καλλίτερη τύχη, ήταν πιο πολλές απ’ ότι αν παράμενε στην Ελλάδα που γιάτρευε πληγές από την κατοχή και τον εμφύλιο. Εκατάλαβε όμως ότι κάτι τέτοιο ήταν δύσκολο να γίνει, γιατί λόγω της αντάρτικης δράσης του, δεν θα του έδιναν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων που ήταν απαραίτητο για να βγάλει διαβατήριο. Σκέφθηκε όμως τον μπάρμπα του τον  Στάθη τον  Κανατσούρη (Μάντζαρη), αδερφό του πατέρα του, που ήταν ομολογουμένως δραστήριος άνθρωπος και επιπλέον δεξιός. Αν μιλούσε αυτός στην αστυνομία, ίσως και να του το έδιναν. Του το είπε και μια μέρα πήραν μαζί τους μια συναγρίδα άλλο πράμα, που την είχε πιάσει ο Λολής ο Αλτιγάδης στην Νηρά(14) με χοντρό παραγάδι και ξεκίνησαν για τον Υποδιοικητή Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής της Λευκάδας,  τον Υπομοίραρχο Κ…., αρμόδιο γι’ αυτές τις υποθέσεις.

Πριν ανεβούν στην Υποδιοίκηση, ο Κανατσούρης  καλημέρισε κάποιον που διατηρούσε ένα μαγαζί εκεί δίπλα και τον γνώριζε. Γρήγορο το μυαλό του Νίτσα, σκέφτηκε αμέσως ότι δε θα ήταν σωστό να παρουσιασθούν στον Υποδιοικητή με την συναγρίδα στο χέρι. Αν την άφηναν στον μαγαζάτορα που καλημέρισαν να τους την φυλάξει για λίγο, θα ήταν καλλίτερα  και όταν, όταν … η δουλειά τους ετελείωνε, εκατέβαινε ο Νίτσας μια στιγμή και την έπαιρνε για να του την δώσουν. Θεώρησε σωστή την σκέψη του ο μπάρμπας του και έτσι έκαναν. 

Εμπήκαν στο γραφείο του Υποδιοικητή λοιπόν, έκλεισαν την πόρτα , φάτσα τους στον τοίχο υπήρχε κρεμασμένη η φωτογραφία του βασιλιά Παύλου μαζί με την βασίλισσα  Φρειδερίκη και  πίσω από το γραφείο του κάθονταν ο ίδιος ο Υποδιοικητής, άνθρωπος μετρίου αναστήματος με ελαφρώς βλάχικη προφορά και κρεμαστούς ώμους. Κάποιοι που είχαν νταραβερισθεί μαζί του παλαιότερα είχαν πει, ότι κρεμούσαν έτσι οι ώμοι του, από το βάρος των δύο αστεριών που έφερε στην κάθε επωμίδα της στολής του. Εν πάσει περιπτώσει, μπροστά του τώρα στέκονταν όρθιοι ο Κανατσούρης με τον προστατευόμενό του, τον Νίτσα. Του συστήθηκε  – αν και είχαν γνωρισθεί παλαιότερα –  και αφού του εξήγησε την συγγένειά που είχε με τον νέο που συνόδευε,  επροχώρησε στο αίτημά του.

Χωρίς να απαντήσει στον ίδιο ο Υποδιοικητής, με ύφος άκρως υπηρεσιακό, καχύποπτο και κάπως διαταχτικό, απευθύνθηκε στον Νίτσα και κοιτάζοντάς τον στα μάτια, του ζήτησε την ταυτότητά του.

Έχωσε στην τσέπη του το χέρι ο Νίτσας, ξεχώρισε την ταυτότητα από την άδεια αλιείας που την φύλαγε κι αυτήν εκεί μαζί, την έπιασε και την έβαλε πάνω στο απλωμένο χέρι του.

Με την πρώτη ματιά που της έριξε του είπε: υπηρέτησες στον 9ο  λόχο, του 3ου τάγματος  του 2/39 συντάγματος του ΕΛΑΣ έτσι; Ο Νίτσας υποπτεύθηκε ότι τα στοιχεία αυτά ήταν αναγραμμένα πάνω στην ταυτότητά του κατά τρόπο άκρως δυσδιάκριτο από το μάτι ενός μη ειδικού. Επερίμενε ωστόσο την ερώτηση αυτή, όχι ομολογουμένως τόσο γρήγορα, αλλά όπως κι αν είχε το πράγμα, του απάντησε χωρίς φοβίες ή υπεκφυγές, με ένα ξεκάθαρο ναι.

Αμέσως επανήλθε ο Υποδιοικητής με τρόπο και φωνή αφέντη προς υποτακτικό, δικαίωμα που αντλούσε τούτη την εποχή από την θέση που κατείχε και την ισχύ των δύο αστεριών που έφερε σε κάθε επωμίδα της στολής του, για να του πει ωμά: να πας στο χωριό σου και θα έρχεσαι σ’ εμένα μια φορά την εβδομάδα.  Θα μου δίνεις αναφορά για καθέναν από τους αριστερούς του χωριού επί έξι μήνες. Από κει κι έπειτα βλέπουμε αν θα πάρεις πιστοποιητικό. Και αν διάβαζε κανείς την γλώσσα του σώματός του Υποδιοικητή καθώς άπλωσε το χέρι του για να επιστρέψει στον Νίτσα την ταυτότητά του, θα ήταν σίγουρος ότι του έλεγε: πάρ’ την και πήγαινε στο διάουλο.  Ύστερ’ απ’ αυτά ο μπάρμπας του θεώρησε περιττό ν’  ανοίξει το στόμα του.

Για τον Νίτσα όμως η κουβέντα τους δεν ετελείωσε εκεί. Παίρνοντας την ταυτότητα στο χέρι του, είπε στον Υποδιοικητή: Ετούτη, και του έδειξε την ταυτότητα, δεν μου χρειάζεται, γι’ αυτό και την σκίζω και αμέσως την έκανε κομμάτια. Και μάθε ότι πληροφοριοδότης της αστυνομίας, καταδότης των συγχωριανών μου, εγώ δεν γίνομαι. Το μόνο που μου χρειάζεται είναι ετούτο και έβγαλε από την τσέπη του την άδεια αλιείας. Αυτή κι ετούτα, και του ‘δειξε τα χέρια του, μου φθάνουν για να ζήσω υπερήφανα και βγήκε από το γραφείο του. Ύστερα από ένα τυπικό κούνημα της κεφαλής του στον Υποδιοικητή, τον ακολούθησε κι ο μπάρμπας του. 

Βγαίνοντας από την Υποδιοίκηση ο Νίτσας τό ‘βαλε γραμμή με μεγάλα βήματα για το μαγαζί που είχαν αφήσει την συναγρίδα. Μετά βίας τον ακολουθούσε ο μπάρμπας του. Μόλις τους αντίκρισε ο μαγαζάτορας επήρε το ψάρι από κει που τους το φύλαγε και το επέστρεψε στον Νίτσα. Χωρίς να ρωτήσει, ο μαγαζάτορας είχε καταλάβει για πού προορίζονταν και αν έκρινε από το ύφος τους, ιδίως του Κανατσούρη, ήταν σίγουρος ότι η δουλειά για την οποία είχαν έρθει μέχρι εδώ, δεν είχε γίνει. Αμέσως μετά κοιτάζοντας το κτήριο της Υποδιοίκησης και  κουνώντας το κεφάλι του συλλογίσθηκε: δεν είσαστε οι πρώτοι που φεύγετε από ‘δώ άπραγοι.

Ο Κανατσούρης  εστενοχωρήθηκε  λίγο για τον τρόπο που μίλησε ο Νίτσας στον Κ…, από την άλλη όμως πρέπει τον καμάρωσε και λίγο, γιατί του ξέφυγε ένα χαμηλόφωνο:  ά ορέ κερατά μού ‘μοιασες!

Ο Νίτσας όμως δεν τά ‘βαψε μαύρα από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα στην συνάντησή του με τον Υπομοίραχο της Χωροφυλακής. Από το ένα αυτί εμπήκαν κι από το άλλο εβγήκαν όσα τού ‘πε. Και μόλις απομακρύνθηκαν λίγο από το μαγαζί, εσήκωσε ψηλά το χέρι του που κρατούσε την συναγρίδα και την έδειξε στον μπάρμπα του για να του πει γελαστά: «Ω ρε ζεύκια που θα κάνουμε μπάρμπα μ’ετούτη στο χωριό». Για να συμπληρώσει με δόση ειρωνείας κοιτάζοντας την συναγρίδα:» Μωρέ μούτρα που θα του δίναμε να φάει τέτοιο ψάρι», κι έριξε μια ματιά, ίσως και λιχουδιάρικη στην ολόφρεσκη ασημορόζ  συναγρίδα.  Έπειτα σαν ψαράς που ήταν, εμπήκε στον πειρασμό ν’ αναλογισθεί το τι τράβηγμα θα έκανε στο χέρι του Λολή ετούτο το θεριό, και τι ψάρεμα, τι βίρ’- αμόλα(15) θα χρειάστηκε να της κάνει, μέχρι να την φέρει κά’ να μέτρο κάτ’ απ’ το νερό και να την σιγουράρει καρφώνοντάς την με το γραμπίο(16). Με τέτοια ψάρια δεν αστειεύονται σκέφτηκε, μόλις πας να τα ξενερίσεις, κοπανιόνται σαν θεριά κι έτσι και σου πάρουν κεφάλι και του δώσουν προς τα κάτω, τό ‘κοψαν το παράμαλο(17) και τά ‘χασες. Λύση και σιγουρά  σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δίνει μόνον το γραμπίο(16) αν σβέλτα το χρησιμοποιήσεις.

Στο χωριό μας που γύρισε ο Νίτσας, φρόντισε ν’ αφήσει παράμερα τα όσα εκουβέντιασε με τον Υπομοίραρχο στην Λευκάδα και συνέχισε την ζωή του όπως πριν. Τον χειμώνα εδούλευε στην τράτα και το καλοκαίρι που τις απαγόρευε το Υπουργείο, επήγαινε στα γρι γρι, κυρίως της Πάτρας ή του Αιγίου, γιατί το Μεγανήσι την δεκαετία του 1950 στην οποία αναφερόμαστε,  δεν είχε τέτοιου τύπου αλιευτικά μέσα. Το πρώτο γρι γρι που απόκτησε ήταν το 1972 και τό ‘φκιασε ο Λίας ο Μαρκεζίνης του Φώτη,  που είχε έρθει για μία περίοδο στην Ελλάδα από την Αυστραλία στην οποία είχε πάει μετανάστης.

Στην Πάτρα και στο Αίγιο, ύστερ’ απ’ ολίγο που γνωρίσανε τον άνθρωπο Νίτσα και την δουλειά του, έγινε περιζήτητος απ’ όλους τους νοικοκύρηδες και τους καπεταναίους των γρι γρι. Σε κάποιο απ’ αυτά που δούλεψε, ο ιδιοκτήτης ήταν και πιλότος (ψαροκαπετάνιος) στο ίδιο.  Ένα βράδυ που καλάριζαν(3) κάτω από δύσκολες συνθήκες, επαρατήρησε ο πιλότος, πως όπου έβαζε ο Νίτσας το χέρι του, η δουλειά έτρεχε ομαλά, όπου δεν προλάβαινε να επέμβει τα πράγματα εδυσκόλευαν. Ο δεύτερος(18) βλέπεις από το κοστάκι(19) που έκανε κουμάντο στην δουλειά, έπεφτε λίγος για την περίσταση.

Το είδε ο ιδιοκτήτης και άνθρωπος των γρήγορων αποφάσεων όπως αποδείχθηκε ότι ήταν, δεν άφησε την στιγμή να πάει χαμένη. Με φωνή ξεκάθαρη και δυνατή, αλλά και προστακτική όσο απαιτούσε η στιγμή, λέει στον  Νίτσα: Σκατζάρισέ(20) Νίτσα τον δεύτερο και μπες εσύ στο κοστάκι. Ο Νίτσας ήρθε σε δύσκολη θέση, εντροπιάστηκε και δεν ήθελε να πάρει την θέση του συντρόφου του με τέτοιον τρόπο, γι’ αυτό και έμεινε αποσβολωμένος προς στιγμή. Η ροή όμως της δουλειάς εφώναζε από μόνη της ότι ήταν ανάγκη να σκατζάρει τον δεύτερο, την ίδια άποψη είχαν και οι υπόλοιποι στο πισινό, γι’ αυτό και του φώναξαν: « έμπα στο κοστάκι Νίτσα αν θέλεις να γίνει η δουλειά μας».

Χωρίς να θυμώσει ο δεύτερος, αλλά ούτε και να του κρατήσει κακία όπως αποδείχθηκε αργότερα, εβγήκε από το κοστάκι κι εμπήκε ο Νίτσας. Από τότε καθιερώθηκε και κάθε μπαϊντούζι(21) που ως συνήθως εγίνονταν μεγάλες αλλαγές στα πληρώματα των γρι γρι, ο Νίτσας επανέρχονταν στην θέση του δεύτερου. Οι σύντροφοι του στο καίκι το πισινό(22), όπως και ο καπετάνιος/πιλότος του γριγριού, τον εκτιμούσαν τόσο για τον καλό χαρακτήρα του, όσο και για τον τρόπο που οργάνωνε και εκτελούσε την δουλειά του. Και ο Νίτσας όμως, έμενε ευχαριστημένος  στο καινούργιο πόστο του, διότι πρώτ’ απ’ όλα είχαν αυξηθεί οι αποδοχές του.

 Προς τιμή του, μετά από μερικά χρόνια, πολλοί ήταν αυτοί που του εμπιστεύθηκαν την θέση του καπετάνιου (πιλότου) στα γρί γρί τους. Είναι πολύ υπεύθυνη δουλειά, διότι το συγκρότημα ενός γρι γρι αποτελείται από ένα ψαροκάικο συνήθως άνω των 15 μέτρων, με μία ισχυρή μηχανή για να ρυμουλκεί όλα τα υπόλοιπα έξι σκάφη του συγκροτήματος που ήταν κωπήλατα, το καίκι το πισινό(22) μήκους περίπου 10-11 μέτρων δηλαδή και τις 5 βάρκες, λαμπόβαρκες όπως τις λένε, 5 μέτρων η κάθε μία.  Πήραν αυτό το όνομα, λαμπόβαρκες, από τις δύο λάμπες πετρελαίου, δύο χιλιάδων κεριών η κάθε μια, που βρίσκονται μόνιμα στερεωμένες πάνω στην πρύμη τους, έτοιμες ν’ ανάψουν με το βράδιασμα και σε ρόλο σειρήνων, να προσελκύσουν με το φως τους τα ψάρια αυτή τη φορά και να κοπαδιάσουν  από κάτω τους για να τα καλάρουν. Όσο δε για το δίχτυ του, εκόστιζε μία περιουσία. Όλο αυτό το σύνολο των σκαφών, επανδρώνονταν από 25 αγράμματους κατά κύριο λόγο ανθρώπους, συχνά διαφορετικής νοοτροπίας και αντίληψης, που έπρεπε να τους κατευθύνεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να δουλεύουν συντονισμένα και με ασφάλεια και η δουλειά να πηγαίνει ρολόι. Ο Νίτσας τα έφερνε βόλτα με όλους και με όλα μια χαρά. Του άρεσε σαν δουλειά, τον ικανοποιούσε οικονομικά και την συνέχισε με μερικά διαλείμματα, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε από το ΙΚΑ.

Προσόν του το ότι στα μαγαζιά που πήγαινε όταν η εργασία του το επέτρεπε, δεν έπινε ποτέ περισσότερο απ’ όσο χρειάζονταν, πρώτον για να διατηρεί καθαρό μυαλό και δεύτερον για να κρατάει μια καλή κοινωνική σχέση με όλους όσους συναναστρέφονταν. Επίσης ότι επισκέπτονταν ακούραστα και με ανοιχτά αυτιά, τα μέρη και τους ανθρώπους από τους οποίους θα ημπορούσε να συζητήσει και να μάθει οτιδήποτε σχετικό με την δουλειά του και κυρίως σε ποια μέρη έβγαιναν ψάρια και που πουλιόνταν σε καλλίτερη τιμή. Ο ίδιος δεν ήταν σαν μερικούς άλλους που έλεγαν: «ω, εδώ γύρα θα ψαρεύουμε κι ότι θέλει ας  πιάσουμε». Ο Νίτσας δεν δίσταζε να ταξιδέψει όσο μακριά κι αν χρειάζονταν, για να βρεθεί στο μέρος που πίστευε ότι θα πιάσει ψάρια. Ο Κορινθιακός και ο Σαρωνικός ήταν οι περιοχές στις οποίες εδούλευε κατά κύριο λόγο. Όταν εχρειάσθηκε όμως να ψαρέψει στην Εύβοια, την Καβάλα, ή και όπου αλλού, επήγε χωρίς δισταγμό, αφού κατά την εκτίμησή του εκεί θα έπιανε περισσότερα ψάρια.

Εκαμάρωνε σαν έφθανε  στο λιμάνι με τις κουβέρτες του καϊκιού του ξεχειλισμένες από γυαλιστερά σπαρταριστά ψάρια και το διασκέδαζε όταν έβλεπε κανένα απ’ αυτά να πηδάει σπαρταρώντας στην θάλασσα. Ας πηδήσουν όσα θέλουν έλεγε και χαμογέλαε, παίρνουν χάρη από μόνα τους, έπειτα επιάσαμε τόοοσα, που αυτά δε θα μας λείψουν.

Έπειτα ήταν η αναγνώριση, η φήμη που ακολουθούσε.  Διαδίδονταν στη στιγμή ότι ο καπτά Νίτσας ήρθε στο λιμάνι φορτωμένος ψάρια. Ανέβαινε μετά απ’ αυτό σαν άτομο στον κύκλο των ψαράδων και στον κόσμο που εμπορεύονταν το ψάρι. Χώρια βέβαια, που σύμφωνα με την πάγια τακτική, ο καπετάνιος/πιλότος κάθε γριγριού, έπαιρνε ποσοστά επί της αξίας των ψαριών που έπιαναν.  Ήταν το αγώι, που με δόση ιδιοτέλειας κατέβαλε ο ιδιοκτήτης του γριγριού, για να κρατάει καθώς λέει ο λαός, ξύπνιο τον αγωγιάτη. Επόμενο όλων αυτών ήταν να αποκτήσει και κάποια οικονομική ευχέρεια, με συνέπεια οι συνθήκες διαβίωσης του ίδιου καθώς και όσων τον περιστοίχιζαν να βελτιωθούν.

Καλά όμως ήταν όλ’ αυτά και τα λεφτά και οι τίτλοι, αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι είχε αμελήσει λίγο τα προσωπικά του. Επερνούσαν τα χρόνια κι αυτός  ήταν ακόμη μονιάς. Δεν του άρεσε και έπιασε τον εαυτό του να φλερτάρει συχνά με την σκέψη ν’ ανοίξει δικό του σπίτι και να κάνει οικογένεια.

Συμπαθούσε ιδιαίτερα εκείνη την ομορφοκόπελα του συγχωριανού μας του Κωτσία του Μπελικούκου (Κωνσταντίνου Κονιδάρη), την Πιπίτσα. Την ζήτησε, του την έδωσαν και το 1960 παντρεύτηκαν. Ταίριαξαν μεταξύ τους και το σπίτι που άνοιξαν στο Κατωμέρι στην αρχή και την Πάτρα αργότερα ή και στα δύο αυτά τα μέρη που έμεναν εναλλάξ από ένα σημείο κι έπειτα, έγινε κέντρο αγάπης, χαράς και νοικοκυροσύνης. Έγινε όμως ακόμη ομορφότερο, όταν απόκτησαν το ένα μετά το άλλο τρία πανόμορφα  κορίτσια, την Άννα (Ιωάννα) , την Αλέκα (Αλεξάνδρα) και την Κωνσταντίνα.

Είχαν την ευτυχία ο ίδιος και η γυναίκα του, να τις δουν να μεγαλώνουν σωστά. Όνειρό τόσο του Νίτσα όσο και της Πιπίτσας ήταν να τις σπουδάσουν. Μια και οι τρείς τους έπαιρναν τα γράμματα, η επιθυμία τους πραγματοποιήθηκε χωρίς δυσκολία.

Η Άννα ήταν από τις πρώτες γυναίκες που κατατάχθηκαν  στο Λιμενικό Σώμα. Υπηρέτησε όλα τα χρόνια που παρέμεινε σ’ αυτό, στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πατρών και αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε τόσο από τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους της, όσο και από τον κόσμο που συναναστρέφονταν με το Λιμεναρχείο. Ο ένας μετά τον άλλον οι προϊστάμενοί της την χαρακτήριζαν απαραίτητη για την υπηρεσία και δεν ημπόρεσε να απομακρυνθεί από την Πάτρα ακόμη και όταν το θέλησε. Απολύθηκε απ’ το Λιμενικό Σώμα με τον βαθμό της Υποπλοιάρχου και καμαρώνει για την δουλειά που διάλεξε να κάνει.

Η Αλέκα εσπούδασε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Θεολογία. Δεν διορίσθηκε σαν καθηγήτρια. Δουλεύει σε καίρια θέση σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο της Πάτρας και όλοι την αγαπούν για τον χαρακτήρα της και τις ικανότητές της.

Η Κωνσταντίνα έχει κάνει καριέρα στην μουσική. Εσπούδασε μουσική και διδάσκει πιάνο. Παίρνει το ένα δίπλωμα μετά το άλλο πάνω στην μουσική και επειδή είναι βαρεμένη μ’ αυτήν όπως μου είπε η μάνα της, θα γεράσει και θα παίρνει διπλώματα. Έχει πάρει αρκετές διακρίσεις και δουλεύει στην ΕΡΤ Πατρών.

Σαν γονείς τις καμάρωσαν και τις τρείς τους νυφούλες δίπλα σε αξιόλογα παιδιά, για να τους χαρίσουν στην συνέχεια πέντε υπέροχα εγγόνια, δύο αγόρια η Άννα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι η Αλέκα κι ένα κορίτσι η Κωνσταντίνα.    

Με την σωστή διαχείριση των κόπων του Νίτσα, από τον ίδιο και την γυναίκα του, αξιώθηκαν ν’ αγοράσουν οικόπεδα και να χτίσουν σπίτια στις κόρες τους στην Πάτρα, να σηκώσουν και να ανακαινίσουν το σπίτι τους στο χωριό, να χτίσουν άλλο εξοχικό κοντά στον Δήμο Τσέλιο στο Μεγανήσι, χώρια τα κτήματα που αγόρασαν πάλι στο νησί (Μεγανήσι).

Όταν πήρε σύνταξη ο Νίτσας από το ΙΚΑ, δεν εγκατάλειψε την θάλασσα. Η αγάπη που της είχε δεν ήταν δυνατόν να σβήσει μονοκονδυλιά. Αγόρασε μία βαρκούλα γαίτα(23) ξύλινη, έξι μέτρα περίπου που έχει μέσα μια καλή πετρελαιομηχανή και συνέχισε να ψαρεύει μ’ αυτήν, για γούστο του όμως πλέον. Ρίχνει όποτε του αρέσει,  πότε ένα διχτάκι, άλλοτε ένα παραγάδι και καμιά φορά πηγαίνει με το γυαλί και το καμάκι για κά ‘να χταπόδι. ΜΑΡΚΗΣΙΑ την ονόμασε και την διατηρεί μέχρι και σήμερα, ομορφοχρωματισμένη, με τα ζωνάρια της, πεντακάθαρη, στολίδι σκέτο κάτω στο μουράγιο του Παναίτσου στον Αθερινό που την αράζει. Την κρατάει και φαίνεται όπως και το όνομά της «ΚΟΜΙΣΣΑ».  

Τον διάρκειας είκοσι περίπου λεπτών με τα πόδια, ανηφορικό κατά το πλείστον δρόμο, από το Κατωμέρι στον Αθερινό και αντίστροφα, τον έκανε παιχνιδάκι  με ένα τρίκυκλο ηλεκτροκίνητο ποδήλατο που έφερε. Σε δύο τρείς ανηφοριές, ρίχνει και καμία πεταλιά για να υποβοηθήσει λίγο το μοτέρ, αλλά αυτό είναι όλο κι όλο. Βγάζει την διαδρομή μια χαρά. Πηγαινοέρχεται μ’ αυτό αθόρυβα, χωρίς ρύπους και καπνούς. Φτάνει δίπλα σου χωρίς να τον ακούσεις κι αντιλαμβάνεσαι την παρουσία του, από τον χαμογελαστό χαιρετισμό του. Βλάβες δεν βγάζει και η μπαταρία που τροφοδοτεί με ρεύμα το μοτεράκι του, είναι επαναφορτιζόμενη. Νίτσας και ποδήλατο καθώς λέμε πλέον στο χωριό, πάνε πακέτο.

Ο Νίτσας ανήκει στους ανθρώπους που πιστεύουν, και έχει δίκιο νομίζω να το πιστεύει, ότι είχαν και έχουν μία επιτυχημένη προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή. Καμαρώνει για το σπίτι του, την γυναίκα του, τις τρεις κόρες του, τους γαμπρούς του, τις οικογένειές τους όπως τις έφκιασαν, τα εγγόνια του και ευχαριστεί τον Θεό που του χάρισε καλή υγεία για να απολαμβάνει αυτό το όμορφο σύνολο. Θυμάται όσα έζησε και συνεχίζει να ζει, νοιώθοντας πάντα υπερήφανος.  Θα πεθάνω και θα γελάω μου τόνισε.

Σημειώσεις:

  1. Στις 18-12-2020 επαρακάλεσα τον Χρήστο, γυιό του Βησσαρία του Πάλμου από το Βαθύ, να ρωτήσει τον πατέρα του εάν θυμάται το όνομα του χωριού που ο ίδιος μαζί με τον Νίτσα παράδωσαν τα όπλα τους, ύστερα από την Συμφωνία της Βάρκιζας. Κάποια στιγμή που ένοιωθε καλά ο πατέρας του, γιατί ήταν αδιάθετος, τον ερώτησε, αλλά  δεν το θυμόνταν. Θυμήθηκε όμως να του πει, πως είναι σίγουρος ότι ο Σπύρος ο Καρατσολάκης δεν παράδωσε το δικό του όπλο, προσθέτοντας για τον ίδιο τον Σπύρο δύο ακόμη λέξεις: Ήταν παλληκάρι.
  2. Το τραύμα του Σπύρου του Καρατσολάκη , κατά τον Νίτσα (αφήνοντας όμως ένα μικρό ερωτηματικό), το φρόντισε ο γιατρός ο Παναγής ο Ζερβός από την Ζαβέρτα και πιθανότατα είχε ως νοσοκόμο βοηθό του πάνω στην επέμβαση, τον Κώστα Νικολάου Δάγλα (Κουράκη – τον Κωτσωνή).

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

  1. Μαϊτζάρω = χειρίζομαι με επιτυχία κάποιο μέσον, φέρνω σε πέρας επιτυχημένα κάποια εργασία, φέρνω βόλτα τα της δουλειάς.
  2. Αλεύω = Αλιεύω, οι παλιοί ψαράδες χρησιμοποιούσαν συχνά έτσι παραφθαρμένο το ρήμα αλιεύω.
  3. Καλάρω  και καλάρισμα = Ρίχνω το δίχτυ στην θάλασσα για να ψαρέψει. Στο γρι γρι ειδικά, ρίχνω το δίχτυ για να κυκλώσω και να εγκλωβίσω με αυτό τα ψάρια.
  4. Περί πάντα = Σε κάθε πλευρά της βάρκας.
  5. Τρατολόγος = Ο άνθρωπος που δουλεύει στην τράτα.
  6. Μαύρισμα = Το καλάρισμα της τράτας αφού έχει σκοτεινιάσει για καλά.
  7. Κότα = Τα ψάρια που παίρνει ο ψαράς για το σπίτι του στο τέλος της ημέρας, απ’ αυτά που ψάρεψαν.
  8. Μερδικό = Μερτικό.
  9. Θωράκισε = Συνέβηκε για πρώτη και τελευταία φορά απ’ όσο ξέρω στην περιοχή μας. Όταν ο Χρήστος ο Καλατζής (Κονιδάρης) , οπλαρχηγός της δεξιάς στην Λευκάδα κατά τον εμφίλιο, έκανε επίταξη στο καίκι Ειρήνη, έριξε τσιμέντο ανάμεσα στο πέτσωμα (εξωτερικό περίβλημα) του καϊκιού και στο φοδράρισμα που έχει εσωτερικά, για να το κάνει ανθεκτικό σε τυχόν βλήματα που θα δέχονταν. Το θωράκισε (υποτίθεται).
  10. ΕΛΑΝ = Το ναυτικό σκέλος του ΕΛΑΣ.
  11. Ντούκια = Κουλούριασμα ενός σκοινιού μία φορά, και ντούκες,  το σκοινί που κουλουριάζομε  στο χέρι στην περίπτωσή μας, δύο τρείς φορές, για να φθάσει εκεί που θέλουμε να το ρίξουμε.
  12. Μπαρούμα = Συνήθως δυνατό σκοινί  όχι ιδιαίτερα μακρύ, που χρησιμοποιείται για διάφορες δουλειές, καμιά φορά και για δέσιμο ενός μικρού σκάφους στη στεριά.
  13.  Κάστρο του Γρίβα = Το κάστρο που ευρίσκεται δύο χιλιόμετρα περίπου από την Λευκάδα στον δρόμο Λευκάδας – Αμφιλοχίας, εκεί που διασταυρώνεται με τον δρόμο προς το χωριό Περατιά.
  14. Νηρά = Το Ακρωτήριο Λευκάτας της Λευκάδας  ή Κυράς και συνηθέστερα για τους ψαράδες και τους ναυτικούς  Κάβος της Νηράς.
  15. Αμολάω =  Εδώ, δίνω έκταμα προς τα έξω σε κάτι, π.χ. στο παραγάδι,  ή  ελευθερώνω κάτι από την δέστρα του.
  16. Γραμπίο = Ραβδί από δυνατό ξύλο, μήκους ενάμιση περίπου μέτρου, στην άκρη του οποίου στερεώνουν  δυνατά ένα μεγάλο αγκίστρι κάπου 12 εκατοστά μακρύ και φκιάνουν έτσι κάτι σαν αρπάγη. Με αυτό αγκιστρώνουν, γραπώνουν, κάθε μεγάλο ψάρι που έχουν πιάσει με το παραγάδι ή την πετονιά αφού το φέρουν κοντά στην βάρκα, κά ΄να μέτρο κάτω από το νερό, ώστε να μην κόψει το παράμαλο ή ξαγκιστρωθεί , καθώς θ’ αρχίσει να χτυπιέται μόλις ξενερίσει.
  17. Παράμαλο = Μεσινέζα –  νάιλον, μήκους ενός περίπου μέτρου, που στην μία άκρη του δένουν  ένα αγκίστρι, ενώ την άλλη άκρη του, την δένουν στον κύριο κορμό του παραγαδιού. Το πάχος του παράμαλου είναι πάντα μικρότερο από αυτό του κύριου κορμού του παραγαδιού.
  18. Δεύτερος = Είναι ο δεύτερος στην ιεραρχία μέσα στο γρι γρι, μετά τον πιλότο/ψαροκαπετάνιο και κάνει κουμάντο στο δεύτρο σε μέγεθος από τα σκάφη που έχει το γρι γρι, στο πισινό όπως το λένε.
  19. Κοστάκι = Είναι τρύπα διαμέτρου 50 εκατοστών και βάθους σχεδόν ενός μέτρου, στο πλωριό ή πρυμιό άκρο της κουβέρτας ενός σκάφους, μέσα στο οποίο μπαίνει ο ψαράς, είτε για να ψαρέψει από ‘κεί, ή  για να προστατεύεται και να μην παρασειρθεί από τα δίχτυα, καθώς αυτά φεύγουν με ταχύτητα κατά το καλάρισμά τους. Στο γρι γρι, εκεί μέσα παίρνει θέση ο δεύτερος και από ‘κει διευθύνει την δουλειά ή και βοηθάει όπως χρειάζεται στο δίχτυ, στο πισινό καίκι.
  20. Σκαντζάρω = αντικαθιστώ, αλλάζω.
  21. Μπαϊντούζι = Το πενθήμερο κατά το οποίο το φεγγάρι είναι αρκετά μεγάλο και το φως του εξουδετερώνει το φως που εκπέμπουν οι λάμπες των γρι γρι, με συνέπεια να αδυνατούν να προσελκύσουν τα ψάρια. Αυτός είναι και ο λόγος της πενθήμερης αργίας τους. Είναι λέξη τουρκικής προέλευσης και σημαίνει ανάπαυλα, διάλλειμα.  
  22. Πισινό = Το δεύτερο σε μέγεθος σκάφος από τα εφτά που απαρτίζουν ένα γρι γρι. Δεν έχει μηχανή και τόσο κατά το ψάρεμα όσο και κατά την ρυμούλκησή τους, ευρίσκεται πάντα πίσω από το μεγάλο καίκι, από εκεί και το όνομα πισινό. Το μεγάλο και μηχανοκίνητο καίκι επειδή πάει πάντα μπροστά για να ρυμουλκεί τα άλλα, το λένε μπροστινό.
  23. Γαίτα = Σκάφος με οξεία πλώρη και οξεία πρύμη.

                                                Σταύρος Γ. Δάγλας

Πηγή: Souel

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.