Ο Άγιος Βησσαρίωνας Β΄ {ο του Σωτήρως} Πολιούχος του Μεγανησίου

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ Β΄ (ο του Σωτήρος)

Ὁ ἅγιος Βησσαρίων γεννήθηκε στίς Μεγάλες Πύλες (σημερινή Πύλη ἤ Πόρτα Παναγιά) τῶν θεσσαλικῶν Τρικάλων κατά τό 1490. Βλαστός λευιτικῆς οἰκογενείας, ἡ ὁποία ἀνέδειξε ἀρχιερεῖς, μοναχούς καί μοναχές, ἀνετράφη «ἐν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου». Σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν, μόλις τελείωσε τά κοινά γράμματα, κυριευμένος ἀπό διάπυρο πόθο πρός τόν Θεό καί τόν ἰσάγγελο μοναχικό βίο, προσῆλθε στόν ἁγιώτατο Μητροπολίτη Λαρίσης Μᾶρκο (1499–1527), γιά νά μυηθεῖ κοντά του στήν πνευματική ζωή.

Γιά πολλά χρόνια ὑπηρετοῦσε ἄοκνα τόν πνευματικό του πατέρα, ὑποτάσσοντας στήν κρίση ἐκείνου ὅλα τά θελήματα καί τούς λογισμούς του μέ τόση ἀφοσίωση καί εὐλάβεια, ὥστε, ὅταν τόν ἔβλεπε, νόμιζε ὅτι ἔβλεπε τόν ἴδιο τόν Χριστό. Διά τῆς τελείας ὑπακοῆς ἀπέκτησε τήν ταπείνωση, τήν μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν. Γι’ αὐτό καί ὁ Μάρκος τόν χειροτόνησε διάκονο καί στή συνέχεια πρεσβύτερο.

Ἀργότερα, περί τό 1516/7, τόν ἐξέλεξε ἐπίσκοπο τοῦ χηρεύοντος  θρόνου Ἐλασσῶνος καί Δομενίκου. Δέν ἔγινε ὅμως δεκτός ἀπό τόν κλῆρο καί τόν λαό τῆς ἐπαρχίας του, ἀφ’ ἑνός μέν ἀπό φθόνο τοῦ διαβόλου, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἐπειδή ἡ ἐπισκοπή αὐτή δέν δεχόταν νά ὑποταχθεῖ στόν μητροπολίτη Λαρίσης, πού εἶχε χειροτονήσει τόν ἅγιο. Τόν ἔδιωξαν καί ζήτησαν ἀπό τόν οἰκουμενικό πατριάρχη Θεόληπτο Α΄ (1513–1522) νά διορίσει ἄλλον ἐπίσκοπο.

Χωρίς νά λυπηθεῖ ἤ νά μνησικακίσει γιά τήν ἀτιμία πού τοῦ ἔγινε, ὁ ἅγιος θεώρησε τήν ἀποπομπή του ὡς θεόσταλτη εὐκαιρία γιά ἡσυχία καί ἐπέστρεψε στά Τρίκαλα, κοντά στόν γέροντά του Μᾶρκο. Ἐπί τέσσερα χρόνια (1517–1521) ὡς ταπεινός δοῦλος ὑπηρετοῦσε ὄχι μόνον ἐκεῖνον ἀλλά καί ὅλους τούς πτωχούς, τούς ξένους καί τούς ἀρρώστους, πού κατέφευγαν γιά βοήθεια στήν Ἐκκλησία. Γιά νά ἀποφύγει τόν ἀνθρώπινο ἔπαινο, νύκτα ἐπισκεπτόταν τούς ἀσθενεῖς καί πτωχούς, τούς παρηγοροῦσε καθισμένος δίπλα στό προσκέφαλό τους καί μέ τά χέρια του ἔπλενε τά ροῦχα τους.

Ὅταν τό 1521 πέθανε ὁ ἔξαρχος τῆς ἐπισκοπῆς Σταγῶν (σημερινή Καλαμπάκα) διάκονος Νικάνωρ, οἱ κάτοικοι ζήτησαν νά ἀναλάβει τή διαποίμανσή τους ὁ Βησσαρίων. Κατά τήν ἑξαετία (1521–1527) πού παρέμεινε στή θέση αὐτή μόνον θλίψεις καί πειρασμούς ἐγνώρισε ἀπό κάποιον χαιρέκακο καί ἀσεβῆ ἱερέα, τόν Δομέτιο, ὁ ὁποῖος διαρκῶς τόν κατέτρεχε.

Μετά τήν κοίμηση τοῦ Μάρκου (1527) μέ ἀπαίτηση τοῦ θεσσαλικοῦ κλήρου καί λαοῦ ἐξελέγη μητροπολίτης Λαρίσης καί ἀνῆλθε στόν μητροπολιτικό θρόνο ἐπί πατριάρχου Ἱερεμίου Α΄ (1522–1546). Ὡς ἱεράρχης ὁ ἅγιος ἀνεδείχθη ἀληθινός ποιμήν τοῦ ὑποδούλου λαοῦ, ἀναπτύσσοντας ἀξιοθαύμαστη κατά τούς πικρούς ἐκείνους χρόνους τῆς δουλείας ποιμαντική καί κοινωνική δραστηριότητα.

Ὅπως ὁ ἴδιος ἔγραφε «δέν ἔδωκε ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς του, οὐδέ τοῖς βλεφάροις του νυσταγμόν», ἀλλά σύμπαντα τόν χρόνον τῆς ζωῆς του ὄρθριζε ἐκ νυκτός καί γρηγοροῦσε μοχθῶντας ὅσο κανείς ἄλλος, καθώς μαρτυροῦν καί τά ἴδια του τά ἔργα. Ἔχοντας συνεργό τό ἀξίωμα, ἐκδήλωσε ὅλη του τή συμπάθεια πρός τόν ταλαιπωρημένο λαό, καθιστῶντας τήν μητρόπολή του πηγή ἐλέους καί φιλανθρωπίας. Μέ χρήματα τῆς Ἐκκλησίας ἐξαγόρασε πολλούς χριστιανούς αἰχμαλώτους ἀπό τούς τούρκους, ἀνήγειρε ναούς, ἐπανέφερε στήν Ἐκκλησία τήν εὐταξία, πού εἶχε διασαλευθεῖ κατά τόν πρῶτο αἰῶνα τῆς δουλείας, ὀργάνωσε σέ κοινότητες τούς Ἕλληνες πού εἶχαν καταφύγει στά βουνά, ἄνοιξε δρόμους στήν Θεσσαλία ἕως καί τήν Ἤπειρο, κατεσκεύασε γέφυρες. Ἡ περιφημότερη εἶναι ἡ γέφυρα τοῦ Κόρακα στόν Ἀχελῶο. Στό σημεῖο αὐτό τοῦ ποταμοῦ τόν χειμῶνα, ὅταν τά νερά πλημμύριζαν, ἐπνίγοντο ἀπό τό ραγδαῖο ρεῦμα οἱ περισσότεροι διαβάτες. Τό δυσκολοκατόρθωτο αὐτό ἔργο, πού κανείς πρίν ἀπό ἐκεῖνον δέν τολμοῦσε νά ἐπιχειρήσει, ἀνέλαβε καί διήυθυνε μόνος του ὁ ἅγιος, μέ ἄμετρους κόπους καί ἔξοδα καί πολλούς κινδύνους.

Γιά νά διευκολύνει τήν ἀναχώρηση τῶν «ἐραστῶν» τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά ἔχει καί ὁ ἴδιος τόπον καταπαύσεως ἀπό τήν δίνη τῶν ἀναπόφευκτων περισπασμῶν, ἀνήγειρε μέ τήν βοήθεια τοῦ ἀδελφοῦ του Ἰγνατίου, ἐπισκόπου Καπούας καί Φαναρίου (1527–1534), τήν μονή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, τήν γνωστή ὡς Δούσικο, στό κατάπράσινο βουνό ἐπάνω ἀπό τήν γενέτειρά του.

Πέντε χρόνια μετά τήν ἀποπεράτωση τῆς μονῆς, κουρασμένος ἀπό τό εὐρύ ποιμαντικό καί κοινωνικό του ἔργο, ἀσθένησε. Αἰσθανόμενος νά τόν ἐγκαταλείπουν οἱ δυνάμεις του, προσκάλεσε τούς ἀρχιερεῖς, κληρικούς καί μοναχούς τῆς ἐπαρχίας του, τούς παρέδωσε τίς τελευταῖες του νουθεσίες καί στίς 13 Σεπτεμβρίου 1540 ἀπέθεσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ σέ ἡλικία μόλις πενήντα ἐτῶν.

Οἱ μοναχοί τοῦ Δουσίκου ἐνεταφίασαν τόν πνευματικό τους πατέρα στόν ναό τοῦ ἁγίου Νικολάου (σημερινός κοιμητηριακός), πού ὁ ἴδιος εἶχε κτίσει σέ ἀμπελῶνα, στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ.

Ἀργότερα ἕνας Ἀγαρηνός, ὑπηρέτης τῆς μονῆς, ἔκλεψε τό λείψανο τοῦ ἁγίου καί τό πούλησε στή Δύση. Ἡ τιμία κάρα, ἡ ὁποία κατά θαυματουργικό τρόπο διασώθηκε ἀπό τήν κλοπή, φυλάσσεται στή μονή του καί ἐπιτελεῖ ἄπειρα θαύματα καί μάλιστα κατά τῆς πανώλους καί τῆς ἀκρίδος.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στήν Θεσσαλία, στήν Ἤπειρο, στήν Δυτική Μακεδονία, στήν νῆσο Λευκάδα καί στίς παραδουνάβιες χῶρες, στίς 15 Σεπτεμβρίου.

Τόν Αὔγουστο τοῦ 1743 ὁ ἱερομόναχος Ματθαῖος μετέφερε τήν ἁγία Κάρα στή Λευκάδα, ἡ ὁποία ἐμαστίζετο ἀπό τή φοβερή ἐπιδημία τῆς «εὐλογιᾶς» (πανώλους ἤ πανούκλας). Μέ τήν παρέμβαση τοῦ Ἁγίου, οἱ Λευκάδιοι σώθηκαν ἀπό τή λοιμώδη ἀσθένεια καί ἔκτισαν Ναό πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου, στήν πόλη τῆς Λευκάδος καί μάλιστα στό χῶρο ὅπου προηγουμένως εἶχε στηθεῖ τό λοιμοκαθαρτήριο. Μέχρι σήμερα ἡ περιοχή ἐκείνη ὁνομάζεται «Ἁγία Κάρα».

Ὅταν -καί πάλι- στίς ἀρχές τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἡ ἐπιδημία τῆς «εὐλογιᾶς» θέριζε τούς ἀνθρώπους στό Βαθύ Μεγανησίου Λευκάδος, μετέφεραν τήν ἁγία Κάρα τοῦ ἁγίου Βησσαρίωνος ἀπό τήν ἱερά Μονή Δουσίκου, στό Μεγανήσι. Ἔγιναν δεήσεις καί ἐνικήθη θαυματουργικῶς ἡ ἀσθένεια. Γιά νά τιμήσουν οἱ χριστιανοί τόν Ἅγιο ἐτοποθέτησαν Εἰκόνα του στόν Ἱερό Ναό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Κατωμερίου καί κατά τό ἔτος 1910 ἄρχισαν νά κτίζουν πρός τιμήν του τήν Ἐκκλησία στό Βαθύ.

Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων τιμᾶται ὡς προστάτης καί πολιοῦχος τοῦ Μεγανησίου.

~~~

Το 1910 ξεκίνησε η οικοδόμηση της εκκλησίας του Αγ. Βησσαρίωνος στο Βαθύ που γιορτάζει με κάθε λαμπρότητα σήμερα. Ήδη από την αρχή του αιώνα ο άγιος εθεωρείτο πολιούχος του Μεγανησίου, κι αυτό γιατί σε μια σοβαρή επιδημία ευλογιάς που αποδεκάτιζε τον πληθυσμό, μεταφέρθηκε η σεπτή κάρα του από την Πύλη Τρικάλων στο Μεγανήσι όπου έγιναν δεήσεις και η επιδημία έπαψε. Ο βίος του αγίου, όπως τον συναντάμε στα συναξάρια:

Βησσαρίων Β΄ (ο του Σωτήρος)

Γεννήθηκε το 1489 ή 1490 στις Μεγάλες Πύλες της Θεσσαλίας (σημερινή Πύλη Τρικάλων). Οι γονείς του Σωτήριος και Μαρία ήταν σχετικά εύποροι, με αποτέλεσμα ο νεαρός Βησσαρίων (το κοσμικό του όνομα αγνοείται) να λάβει τη στοιχειώδη εκπαίδευση, τα λεγόμενα «κοινά γράμματα». Όταν τελείωσε τα κοινά γράμματα, σε ηλικία δέκα ετών, μετέβη στα Τρίκαλα, όπου έδρευε η αρχιεπισκοπή Λαρίσης ήδη από τα μέσα του 14ου αιώνα. Εκεί υποτάχθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Μάρκο (1499-1527) και έλαβε το μοναχικό σχήμα. Σύντομα η αφοσίωση και η ευλάβειά του εκτιμήθηκαν από τον μέντορά του και χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος. Επίσης ο μητροπολίτης Μάρκος φρόντισε για την περαιτέρω μόρφωση του υποτακτικού του, που παράλληλα κέρδισε την εκτίμηση και το σεβασμό των συνανθρώπων του με το έντονο φιλανθρωπικό έργο που επεδείκνυε.

Το 1516/1517 ο Μάρκος χειροτόνησε τον Βησσαρίωνα επίσκοπο για τις ανάγκες της επισκοπής Ελασσόνος και Δομενίκου. Όταν όμως ο άγιος έφτασε στην Ελασσόνα, δεν έγινε δεκτός από τους κατοίκους της, οι οποίοι θεωρώντας την εκλογή του Βησσαρίωνα αντικανονική απευθύνθηκαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης για την αποστολή επισκόπου. Έτσι ο νεαρός επίσκοπος επέστρεψε στα Τρίκαλα όπου συνέχισε τη ζωή και τη δράση του όπως προηγουμένως.

Τέσσερα χρόνια αργότερα (1521) πέθανε ο έξαρχος της επισκοπής Σταγών (σημερινή Καλαμπάκα) και ο μητροπολίτης Μάρκος έστειλε στη θέση του τον Βησσαρίωνα, κατόπιν αιτήματος των κατοίκων της πόλης αυτής. Εκεί εργάστηκε όπως και στα Τρίκαλα δικαιώνοντας την επιλογή και τις προσδοκίες του ποιμνίου του. Δεν έλειψαν όμως και οι δυσκολίες και κυρίως η αντιπαράθεση με έναν ιερέα ονόματι Δομέτιο, που σύμφωνα με τους βιογράφους του αγίου, καταφερόταν με συκοφαντίες εναντίον του.

Το 1527 απεβίωσε ο μητροπολίτης Μάρκος και ως διάδοχός του ορίστηκε ο Βησσαρίων κατόπιν επίμονης απαίτησης του θεσσαλικού κλήρου και λαού. Από τη θέση αυτή η δράση και το έργο του Βησσαρίωνος επεκτάθηκε σ’ όλη την αρχιεπισκοπή. Φρόντισε για την διαποίμανση των χριστιανών της περιοχής, ανήγειρε ναούς, επανέφερε στην Εκκλησία την ευταξία που είχε διασαλευτεί μετά την τουρκική κατάκτηση των περιοχών (τέλη 14ου- μέσα 15ου αι.), εξαγόρασε από τους Τούρκους πολλούς χριστιανούς αιχμαλώτους, άνοιξε δρόμους στη Θεσσαλία μέχρι και την Ήπειρο και κατασκεύασε πολλές γέφυρες στα ποτάμια της περιοχής (στην τοποθεσία Κόρακας επί του Αχελώου, στην Σαρακίνα Καλαμπάκας επί του Πηνειού κ.α.). Στα γνωστότερα έργα του περιλαμβάνεται η ανέγερση της Ι.Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, περισσότερο γνωστής ως Μονή Δουσίκου, στις πλαγιές του όρους Κόζιακας, λίγα χιλιόμετρα από την Πύλη. Η μονή χτίστηκε επί των ερειπίων παλαιοτέρου βυζαντινού μοναστηριού με τη συνδρομή του αδερφού του Βησσαρίωνος Ιγνατίου, επισκόπου Καπούας και Φαναρίου (1527-1534). Το καθολικό της μονής όπου υπάρχει τοιχογραφία του αγίου, αποπερατώθηκε επί αρχιεπισκόπου Λαρίσης Νεοφύτου Β΄ (1550-1568/69), ανηψιού του αγίου.

Ο Βησσαρίων απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1540. Η μνήμη του τιμάται την 15η Σεπτεμβρίου λόγω των εορτών των εγκαινίων του ναού της Αναστάσεως (13 Σεπτεμβρίου) και της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου). Τιμάται ως πολιούχος στην Καλαμπάκα, όπου ο μητροπολιτικός ναός είναι αφιερωμένος στην μνήμη του, όπως επίσης ναοί και σε άλλες θεσσαλικές και ηπειρωτικές πόλεις (Τρίκαλα, Λάρισα, Φιλιππιάδα). Από τα λείψανα του αγίου σώζεται η κάρα του, η οποία φυλάσσεται στη Μονή Δουσίκου.

Απολυτίκιον Αγίου Βησσαρίωνος Β΄

(Ήχος δ΄. Κανόνα πίστεως)

Της Πύλης το βλάστημα, της Θεσσαλίας φωστήρ, της Τρίκκης το σέμνωμα και των θαυμάτων πηγή εδείχθης τρισόλβιε΄ πάσαν δοκιμασίαν εν Χριστώ υπομείνας, δόξη ηγλαισμένος συν Αγγέλοις αγάλλη. Άγιε Βησσαρίων πανάριστε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Απολυτίκιον των δύο Αγίων

{Ήχος α΄. Της ερήμου πολίτης)

Τους κλεινούς ποιμενάρχας της Λαρίσης τιμήσωμεν, τους ομωνυμία και βίω ισαγγέλω εκλάμποντας, τον πρώτον Βησσαρίωνα πιστοί, ομού και τον συνώνυμον αυτώ, Βησσαρίωνα τον δεύτερον εν ωδαίς, συμφώνως ανακράζοντες΄ δόξα τω στεφανώσαντι ημάς, δόξα τω θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δι΄ υμών, πάσιν ιάματα.

Βιβλιογραφία

  • Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος Α΄ (Σεπτέμβριος), Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007
  • Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ματθαίου Λαγγή, Τόμος Θ΄, Αθήναι 1981
  • Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου, Ο Άγιος Βησσαρίων (Δούσικον), Αθήναι 1966

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.