Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Κ ~ Γ’ Μέρος

Καμπρί=Πολύ καλά γυαλισμένο

Κομντόρι=Ποικιλία ντομάτας(πομοντόρο)

Κοκκινόκωλος=Είδος πουλιού με κοκκινωπό τρίχωμα στην ουρά

Κουρταλάω=Ανακατεύω, κουνάω

Κοιταξά=Κοίταγμα,ματιά

Κοιλιορεύω=Κοιμάμαι βαθιά,του θανάτου

Κοιλιορεμένο=Βρισιά,κατάρα,(σε καταριέται να πέσεις σεβαθυ ύπνο σαν θάνατο)

Κουρλάθηκα=Τρελάθηκα

Κουρλός= Τρελός

Κουρλαμάρα=Τρελαμάρα

Κουμπαρεύω=Παίζω με παιδικά παιχνίδια,μεταφορικά έχει την έννοια του χαζολογάω

Κουμπαριά(τα)=Παιδικά κοριτσίστικα παιχνίδια

Κουμδία=Θεατρικός ρόλος

Κουμδί=Υποκριτής, πονηρός

Κουσουμαρω=Για φαγητά που δεν έχουν ενωθεί τα συστατικά στην τελική τους μορφή

Κούρσα=Αυτοκίνητο

Κουτφό=Πονηρό

Κ(ου)ταβέλα=Σπασμένο χέρι που δεν εχει κολλήσει σωστά . (Έπεσε και Βαρέζε κι έκανε το χέρι του κταβέλα)

Κούμπ(η)σα=Έγειρα να κοιμηθώ

Κούκος= Κουκούλα ρούχου και είδος ψαριού (λύχνος)

Κούπες=Βεντούζες

Κούχτιο=Ηλικιωμένος, ραμολί

Κουντρί=Βράχος

Κόντρος=Πολύ μεγάλος βράχος στη ξηρά με επίπεδη κορυφή στο ύψος ενός ανθρώπου που χρησιμοποιούνταν βοηθητικά στο ξεφόρτωμα των φορτίων που κουβαλούσαν οι γυναίκες στο κεφαλι

Κούσαλο=Ηλικιωμένος, γέρος

Κ(ου)τσομάνικο=Κοντομάνικο

Κουτσομύτικο=Με στρογγυλεμενη μύτη,όχι μυτερό

Κουτσ(ου)μπλό=Χωρίς μύτη

Κουντρίνα=Κουρτίνα

Κουκλοπάνι=Ρούχο κούκλας

Κουταβέλι=Μικρό ματσάκι νήμα για τον αργαλειό

Κουτσαβέλι=Μικρό χταποδάκι

Κουρνάκλι=Κοράκι

Κ(ου)τσούνα=Είδος χαμηλού φυτού που φέρνει γούρι. Την παίρνουμε στα σπίτια μας την πρωτοχρονιά

Κ(ου)ταλοπέρουνα=Κουταλοπίρουνα

Κ(ου)τσούρι=Κομμάτι ξύλου

Κ(ου)λούρα=Πλαστικό σωσίβιο

Κούρβ(ου)λο=πιασιμο των μυών η των οστών με πόνο

Κουρβ(ου)λιάστηκα=Δεν μπορώ να κινηθώ λόγω μυοσκελετικού προβλήματος

Κουταήτης=Χαζός,κουτός

Κουκουμ(ου)δια καθαρός ουρανός με σύννεφα γύρω του.

Κουρφούγκι=Έδεσμα που γίνεται με το πρωτογαλα των αιγοπροβάτων

Κούτσ(ι)κο=Μικρό, μωρό

Κουντράω=Πέφτω πάνω σε κάποιο αντικείμενο με το κεφάλι

Κούπωσα=Σκέπασα κάτι με πιάτο

Κ(ου)νάμενα=Χέρια που κουνιούνται ρυθμικά και ανεμελα. Το λέμε και σε περιπτώσεις που κάποιος πάει επίσκεψη με άδεια χέρια (Ηρτε με τα χέρια κνάμενα.)

Κ(ου)ροψάλιδο=Ψαλίδι ειδικό για το κούρεμα των ζώων

Κούμπλο=Σβώλοι μέσα σε κρεμώδη φαγητό

Κουμπάνια=Εφοδιασμός, προμήθεια

Κμάντο=Κουμάντο

Κμανταδόρος=Κουμανταδόρος

Κλουπώνω=Σκεπάζω κάτι μέχρι πάνω

Κλουμπάρι=Μάζα που προκύπτει από μπέρδεμα υλικών,όχι καλά αναμεμειγμένα

Κλουμπαριάζει=Σβολιάζει

Κριτσανίδι=Χόνδρος

Κριτσανιστό=Ξεροψημένο

Κρούπι=Κουμπαράς

Κροπιά=Κοπριά

Κρυογάτσουλο=Κρυώνει εύκολα

Κραίνω=Μιλάω

Κριτσώνι=Ακρίδα

Κρέπι=Αραχνουφαντο λευκό μαντήλι,κομμάτι της Λευκαδίτης φορεσιάς

Κρεπάρησα=Έσκασα, στεναχωρήθηκα πολύ.

Κυπρί=Κουδούνι ζώου

Κυπαροσόμηλο=Καρπός κυπαρισσιού

Κ(ου)φοκαλόερος=Μυριόποδο σκουλίκι

Κ(ου)φά=Πλευρά

Κ(ου)φάλα=Κουφαλα

Κ(ου)φοκαίει=Καίγεται από μέσα

Κ(ου)φολίθι=Όχι πολύ γερή κατασκευή

Κουφό=Ποντίκι

Κωροφύλακας=Χωροφύλακας

Κωλορίζα=Μικρότερες ρίζες που πλέκονται γύρω από την κεντρική

Κώχη=Γωνία

Κνιά=Κούνια

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Πρόλογος και Λέξεις από Α {1ο Μέρος}

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Α {2ο μέρος}

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Β

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Γ

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Δ

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Ε

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Ζ

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Η

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Θ

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Ι

Μεγανησιώτικο Λεξικό, Λέξεις από Κ ~ Α’ Μέρος

Μεγανησιώτικο Λεξικό, Λέξεις από Κ ~ Β’ Μέρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.