Το κότολο, η ποδολόγα, οι παραμάνες και το ποντάλι

Δεν πρωτοτυπώ φυσικά αλλά νιώθω την  ανάγκη να πω δυο λέξεις γι αυτές τις εξαιρετικές φωτογραφίες (της Judith Ασπασίας König)  που ανάρτησε ο φίλος ο Μπάμπης Λάζαρης, όπως κάνει πάντα, βέβαια.

Οι αγρότισσες που βλέπουμε κουβαλάνε… πέτρες!

Ας σκεφτούμε ότι ακόμα και με το παιδάκι απ το χέρι (μη σκοντάψει βέβαια στα κακόστρωτα σοκάκια, όχι για τίποτα άλλο) συμμετείχαν στον μόχθο του άντρα για να φτιάξει μια λιθιά να στηρίξει το αμπέλι που έπεφτε ή ένα γιοφυράκι για το χωράφι ή για να μεγαλώσει ένα καλύβι για τα ζώα και βοηθούσε με κάθε τρόπο. Ακόμα και κουβαλώντας… πέτρες στο κεφάλι της!  Αυτό το περήφανο κεφάλι με την περήφανη και καθαρή ματιά.  Σαν προστασία έχει μια «ποδολόγα», ένα κουλουριασμένο κομμάτι ύφασμα ή μια «μπόλια» η κάτι ανάλογο για να στηρίζεται στα ίσια είτε η πέτρα είτε η «τσέντζερη» με το νερό. Το θέμα της ισορροπίας είναι δικό της. Έχει αποκτηθεί από την καθημερινή σκληρή δουλειά, την λυγερή κορμοστασιά της και την λεπτή μέση της.

Τα μανίκια απ το φόρεμα είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να είναι κοντά για μην την εμποδίζουν στις καθημερινές δουλειές. Να μην αναγκάζεται δηλαδή να τα ανασκουμπώνει συνέχεια.

Η ματιά της ίσια, ευθυτενής, έχει στόχο! Σοβαρή η μορφή της, πάει στη δουλειά της χωρίς απώλεια σκέψης. Ανασκουμπωμένο το καθημερινό της φόρεμα σε «κούδα» (πιασμένο πίσω με μια παραμάνα για να την διευκολύνει στις δουλειές της κι από μέσα το «κότολο». Ένα ας πούμε  είδος εσωτερικής φούστας, μεσοφόρι, ακριβώς για να’ναι πιο ασφαλής ότι θα κάμει τη δουλειά της χωρίς να λερώνει το φόρεμά της. Η απαραίτητη καθημερινή της «τσίπα», μια χοντροπλεγμένη απ’ τα χέρια της ζακέτα, απ’ τα μαλλιά που έκοψαν το Μάη απ τα πρόβατα τους, για να την προφυλάσσει απ το «φιό», (είναι χειμώνας) όπως και στο παιδί της που το καλοχτένισε και του’βαλε και τσιμπιδάκι.

 Για στολίδια το κλασσικό νυφιάτικο «ποντάλι» απ το Χρύσανθο Χατζηγεωργίου, μια καρφίτσα χρυσή συνήθως στο στήθος που κρατεί το κρέπι σταυρωτό (όταν είναι παντρεμένη) ή κλειστό το μπούστο σε περίπτωση ανύπαντρης και μερικές απλές παραμάνες για να συγκρατούν το κρέπι στο φόρεμα, γιατί με τις δουλειές πρέπει να’ναι προσεκτική και να μη φαίνεται τίποτε απ’ αυτά που δεν επιτρέπονται σε κανέναν παρά στο σπίτι, όταν ξαποσταίνει κι είναι οι «δυό» τους.

Το παπούτσι παραγγελία στον τσαγκάρη με στάμπο το ίδιο το ποδάρι της. Το θυμάμαι πολύ καλά όταν κατέβαιναν στον Βασίλη Πεντεσπίτη στη Βασιλική να τους πάρει μέτρα για παπούτσια. Έβαζε το γυμνό της πόδι επάνω σ ένα σκληρό χαρτόνι κι ο τσαγκάρης μ’ ένα μολύβι της έπαιρνε το «στάμπο». Κι ήταν μια γιορτινή μέρα αυτή γιατί θα αποκτούσε ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια με όλες τις παραδοσιακές προδιαγραφές δηλαδή χρώμα συνήθως μαύρο ή καφέ, ποιότητα καλή να «κρατάει» και ένα κουμπάκι εκεί στην αριστερή μεριά για να κρατάει το λουράκι αλλά να’ναι και κάτι σαν στολίδι στο δυνατό κι όμορφο πόδι της.

Τα θυμάμαι όλα αυτά πολύ έντονα μάλιστα γιατί το τσαγκάρικο του Β. Πεντεσπίτη ήταν κοντά στο σπίτι μας και μου είχε κάνει εντύπωση ότι είχε πολλά χαρτόνια καρφωμένα με μια πρόγκα στον τοίχο με μικρά ή μεγαλύτερα στάμπα-πέλματα κι απάνου ένα όνομα (π.χ. Μήτσος, Νικολή)… Ήταν παραγγελίες για παπούτσια χειροποίητα..

Θυμάμαι επίσης που και τα δικά μας πρώτα παπούτσια ήταν χειροποίητα, πάλι με στάμπο αλλά λίγο… μπόλικα να κρατήσουν 1-2 χρόνια κι έτσι ήταν τόσο… ευρύχωρα που ή βάναμε εφημερίδες σαν πάτους ή μπαινόβγαιναν και ήταν τα ποδαράκια μας με μικροτραυματισμούς, ήταν συχνά «κακοφορμισμένα» όπως λέγαμε.

Θα ξαναπάω στο δυνατό κεφάλι της Λευκαδίτισσας γυναίκας για να πω ότι στην Κοντάραινα κουβάλαγαν το νερό από κάτου «στα πηγάδια» στη ρίζα του χωριού και τα ανέβαζαν πάνω από 200 μέτρα δρόμο και μάλιστα σε ανηφόρα, βρέξει χιονίσει με παλιοπάπουτσα ή ξυπόλητες και σε σοκάκια κακοτράχαλα που ακόμα και τα άλογα που τα φόρτωναν οι λιτρουβιαραίοι σακιά με ελιές, δυσκολεύονταν ν’ ανεβούν.  Και αν ήταν μεγάλη η οικογένεια, ξανακατέβαιναν γι’ ακόμα μια «στρατιά» κι ακόμα μια για την γριά γειτόνισσα…

 Όπως βέβαια έκαναν και σε πολλά άλλα χωριά, όπως το Μαραντοχώρι, η την Καρυά, το Καλαμίτσι απ’ την Παναγιά στους Κήπους και άλλα χωριά που δεν είχαν πηγή μέσα στο χωριό.

Μου’λεγε η μάνα μου ότι κάποτε στην Κοντάραινα είχαν κόψει ένα τεράστιο δέντρο για να το κάνουν σανίδες για να φτιάξει ο Νίκος ο Μπάκας ένα καΐκι στη Βασιλική κι αφού το «συγκλάρισαν», δεν μπορούσαν να το κατεβάσουν ατόφιο (έπρεπε να’ναι ατόφιο για να’χει μακριές σανίδες χωρίς «μάτιση» για το καΐκι) στο δρόμο για να το φορτώσουν στον «καρνάβαλο» (το φορτηγό) του Γιώργου του Καββαδιά και κάλεσαν τη μάνα μου, που θα ήταν γύρω στα 18 της χρόνια, αλλά ήταν δυνατή γυναίκα και το φόρτωσαν στο κεφάλι της. Το ισορρόπησαν και το κατέβασε μέχρι το δρόμο. Έφτασε, μου’λεγε, σε μια λιθιά και το πέταξε από κάτω στο δρόμο. Μάλιστα όταν το πέταξε απ το κεφάλι της έκαμε τέτοιο «γδούπο» (κρότο) που ακούστηκε σ’ όλο το χωριό και αρκετές γυναίκες είπαν στη μάνα της ότι έκαμε κακό που την άφησε να σηκώσει τόσο βάρος στο κεφάλι της. Πάντα έλεγε ότι οι πονοκέφαλοι που είχε όταν μεγάλωσε ήταν απ αυτό… Μπορεί που ξέρεις…

Αυτές οι Λευκαδίτισσες μου ήρθαν στη σκέψη όταν είδα σήμερα αυτές τις φωτογραφίες με τις πέτρες στο κεφάλι… Κι όχι μόνο αυτές αλλά όλες τις γυναίκες που ξυπόλητες πάταγαν τη λάσπη, τις πέτρες ή κουβάλαγαν το αλάτι στις αλυκές για ένα μικρό έστω μεροκάματο…

Παναγιώτης Σκληρός,   2021

Πηγή: Άρωμα Λευκάδας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.