Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Β

Λέξεις από Β

Βαντάκα=Ρούχα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο που προορίζονται για πλύσιμο

Βαζούρα= Πονοκέφαλος από φασαρία, θολούρα

Βάϊσα=έγειρα από το βάρος

Βαραμέντε=ϊσα -ίσα, δεν μπορώ να πω… (μέσα στην έκφραση χρησιμοποιείται όταν μιλάμε αρνητικά για κάποιον ή για κάτι που όμως σε κάποια στιγμή έκανε κάτι σωστό, είχε ένα θετικό)

Βαρδειλιασμένο=Βαρειά δουλεμένο, κουρασμένο

Βαντιέρα=Δίσκος σερβιρίσματος

Βατεύει= Πράξη ζώου αρσενικού προς το θηλυκό για αναπαραγωγικούς λόγους

Βατσινάρω=Κουμαντάρω

Βατσμάνης=φύλακας καραβιού

Βαβά=Γιαγιά (στο Κατωμέρι)

Βάβω=Γιαγιά (στο Σπαρτοχώρι)
Βερβέλα=Κόπρανα γίδας και προβατίνας

Βεντερούγα=Καμπούρα

Βελατό=Η φωνή του πρόβατου και της κατσίκας (ακούω τα πρόβατα που βελάζουνε-βελάζει το κατσίκι, ,γυρεύει τη μάνα του)

Βεργέτα=Σκουλαρίκι.

Βεράνι=ορθάνοιχτα

Βίτσα=Ξύλο όχι πολύ μακρύ και ευλύγιστο. Για προστασία και άμυνα Την χρησιμοποιούσαν και οι δάσκαλοι για να συνετίζουν τους κακούς μαθητές (τον βάρεσε με τη βίτσα-πήρε μια βίτσα και το έδιωξε μακρυά.)

Βυζολόγος=Αυτοσχέδιο μπιμπερό συνήθως για να ταΐζουν τα ζώα.

Βίβο ή μόρτο=Για ζωή και για θάνατο

Βλογιά=Αρρώστια, η ευλογιά

Βλιασμένο=Αυτό που έχει αρρωστήσει. Μεταφορικά λέγεται για κάτι άρρωστο, αδύναμο, άχρηστο.

Βλοημένο=Ευλογημένο

Βλαστημημένο (τόχω)=Το έχω καπαρώσει, το έχω κλείσει

Βλαχουνιά=Βλαχιά, πολλοί βλάχοι μαζί

Βουρλασό=ανυπόφορη φασαρία προερχόμενη από παιδικές κυρίως φωνές

Βουνιά=Κόπρανα μεγαλύτερου ζώου, άλογου μοσχαριού, γαϊδάρου κλπ

Βολίμι- Βολιμήθρα= Αντικείμενα ψαράδων που χρησιμοποιούσαν σαν βαρίδια από μόλυβδο

Βολά (μια βολά κρασί)=Μια δόση

Βολιάς=Σωρός από πέτρες. Μεταφορικά εννοούμε κάτι ή κάποιον τόσο βαρύ που δεν μπορεί να σηκωθεί

Βολεί=Βολεύει

Βοϊδαγλυψά= Χαρακτηρίζουμε κάτι ή κάποιον με υγρή και τυποποιημένη μορφή , σαν να τον έχει γλύψει γλώσσα βοδιού.

Βρασά (Μια βρασά λάχανα=Μια μερίδα

Βρυάζω=Γεμίζω παντού (στην ανεμοβλογιά «βρύαξε στη σπίθα» =Γέμισε ο ασθενής πολλά εξανθήματα- Βρύαξε στην ψείρα)

Βριτσούλα=πολλά μικρά δερματικά εξανθήματα, από αλλεργία ή ιδρώτα

Βρικοκαλιάζω=Βρικολακιάζω

Βρακατσάνος=Σύκο μεγάλο

Βρακώνω=Βάζω το εσώρουχο ή το παντελόνι μου. Ντύνομαι από τη μέση και κάτω

Βρικήθρι=Είδος χόρτου

Βρακοντή=Είδος αγριόχορτου

Βραγιά=Ανάχωμα με φρέσκοσκαμένο χώμα για να υποδεχτεί σπόρους ή φυτώριο

Βριζόνι=χορτασμένο, φουσκωμένο από το πολύ φαί ή ποτό

Βρακοζώνη=Ζώνη παντελονιού

Βραχοδαρμένο=Αυτό που έδειραν οι βράχοι .

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Πρόλογος και Λέξεις από Α {1ο Μέρος}

Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Α {2ο μέρος}

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.