Μεγανησιώτικο Λεξικό… Λέξεις από Α {2ο μέρος}

Το λεξικό μας συνεχίζει με το 2ο μέρος των λέξεων από Α. Να ευχαριστήσω πολύ όσους μας έστειλαν τις δικές τους προσθήκες, λέξεις παρατηρήσεις και σχόλια.

Περιμένουμε και τη δική σας συμμετοχή έτσι ώστε η καταγραφή μας να είναι όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη. Εξάλλου αυτή η προσπάθεια δεν γίνεται για δική μας χρήση . Είναι για κάθε Μεγανησιώτη που εύκολα μπορεί να έχει συγκεντρωμένο και διαθέσιμο αυτό το υλικό.

Λέξεις από Α (2ο Μέρος)

Αβαντσάρω= Κάνει να πάρω μερίδιο, μου αντιστοιχεί

Άβάρες=Ζημιές

Αβαντάρω==Κάνω αβάντα, βοηθάω

Αβέρτα= (σκορπάει αβέρτα τα λεφτά του )=με απλοχεριά . Η άλλη έννοια της λέξης σημαίνει ολάνοιχτα .( Άνοιξε αβέρτα τα πορτοπαράθυρα)

Αβλεπί =Χωρίς δεύτερη σκέψη,δεύτερη ματιά

Αβάρετος=Ακούραστος, δεν βαριέται ποτέ

Αγπανάρι -αγπαναριά= η από πάνω πλευρά Αουπαναριά

Αγρασκελιά =Άνοιγμα ποδιού ,μεγάλο βήμα

Αγραπίδι-αγραπιδι=Αγρια αχλαδιά , άγριο αχλάδι

Αγρασκέλα-( ανοιξε την αγρασκέλα του) άνοιξε το βήμα του

Αγγλιδέρα=πολύ λεπτά, μακριά και σκληρά άκρα

Αγκλέωρας =(Έφαγε τον αγκλέωρα) Έφαγε τα πάντα, μέχρι σκασμού

Αγγλίτσα=Γκλίτσα

Αγλιά- Αγκλί=Αλί

Αγλίμανο=Αλοίμονο

Αγγελόκρουξε=Με τσίμπησε με πλήγωσε πάρα πολύ

Αγούρμαστος=Άγουρος

Άγλυψα= Έγλυψα

Αγλυφούτζι=Γλυφιτζούρι

Αγγείς =Αγγίζεις

Αγκέλωσε= (με) Τσίμπησε

Αγκαθός =Γωνία ψωμιού

Άγιατρος=τραυματισμένος πολύ,αγιάτρευτος

Αγγερίδι =Βελονάκι για το πλεχτό

Αγραγκελωνιά=Τσίμπημα από αγράμπελη

Αγγομαχάω=Δυσφορώ, βαριανασαίνω δουλεύοντας

Αντγάρω=Διαφωνώ, πάω κόντρα, προκαλώ, αναιρώ τα λεγόμενα του συνομιλητή μου

Αδραχτοσφόντυλα =Μεταφορικά εννοούμε πολλά μπερδεμένα κομμάτια. Μια

Αδειά-(Δεν έχω αδειά)=Δεν έχω χρόνο,δεν αδειάζω

Αδερφοσύνη=Πολύ κοντινή συγγένεια

Αδερφομερασά=Μοιρασιά μεταξύ αδερφών

Αδερφομοίρια=Ανήκουν σε αδέρφια.

Αδερφοφαγάς=Αυτός που παίρνει περισσότερα μερίδια, που αδικεί τα αδέρφια του

Αδούλευτο=Άπειρο,δεν έχει δουλέψει πολύ

Άζμα=Άσθμα

Αζάρωτη=Αρυτίδιαστη

Αϊτάρω=Βοηθάω

Αίστημα=Αίσθημα

Άκριτος=Αμίλητος

Ακριβοθιατέρα=Μοναχοκόρη

Ακούτουκας=Σβέρκος

Ακνέβενο (γατσούλι)=Αδύναμο,άτονο γατάκι

Αλειτρούητος=Δεν έχει πάει σε θεία λειτουργία. Δεν έχει πίστη.

Λαίμαργος=Λαίμαργος

Αλιχτάω-Αλιχτουριέμαι=Ουρλιάζω σαν ζώο

Αλατριτσάνα=Τρέμουλο από συγκίνηση η φόβο

Άλαφρόπετρα =Ελαφρόπετρα

Αλτσίκου= Έτοιμος (Στέκει αλτσίκου)

Αλογορά=Ο κότσος στα μαλλιά, αλογοουρά

Αλπού=Αλεπού

Αλπότρυπα=Η τρύπα της αλεπούς

Αλαφόσκιασμα= Αυτό που φοβίζει ελαφρά

Αλαμπουρνέζικα= Ακαταλαβίστικα

Αλικοτισμένο= Ζαλισμένο

Αλέπαντο=Σκουντούφλης, απρόσεκτος

Αλάλιασα=Τρελάθηκα, τα έχασα

Αλαμπρατσάντε=Αγκαζέ

Αλευρώματα=Έθιμο Γάμου

Αμεδά-έκφραση=Δηλώνει ειρωνία και αποδοκιμασία για μια πραξη) ,η άρνηση (σιγά μπας και…)

Αμάν θέ=Έκφραση (Με πολύ λαχτάρα, με μεγάλη λαιμαργία)

Αμιγιόγγιαχτος=Πολύ ευαίσθητος,ευεξαπτος,μη μου άπτου

Αμμούσω=Αμμουδιά

Αμπούρα=Πολύ κάπνα

Αμπούριασε=Γέμισε πυκνό καπνό

Αμολύθηκα=Έτρεξα γρήγορα,απολύθηκα,δεν κρατιέται από κάτι

Αμολυτός=Χωρίς να κρατιέται

Αμολυταριά=Ελευθερία μεγάλη,χωρίς έλεγχο

Αμπλαούμπλας =Αυτός που μιλάει γρήγορα,ακαταλαβίστικα και υπερβολικά.

Αμοσκάλη=Μασχάλη

Αμποκλαμός=Πλοκάμι

Αμπώνω=σπρώχω

Αμπωδάω=Ενοχλώ, είμαι εμπόδιο

Αμάρανθος =Μάραθος

Ανειώ=Ανοίγω

Ανέγγιγος=Ανέγγιχτος

Αναχύνω=Αραιώνω(για υγρά)

Ανενάους=Διαρκώς, ασταμάτητα

Ανακούδρουκα=Ανάποδα

Ανέγγιγη=Ανέγγιχτη

Ανύχι=Νύχι

Ανημπορεύω =Αρρωσταίνω, αδυνατώ

Ανημπόρια=αρρώστια, δυσκολία

Αντιστήλι=Αντίβαρο

Αναδεξπνοιός =Βαφτηστήρι

Ανάκραξα=Αναπόδιασα-Γρουσούζεψα-Μάτιασα

Ανάδραμα= Στραβοκατάπια

Ανάδραμε =Ξεροκατάπιε

Αντράλες=Φασαρίες

Αναούλες=Αηδίες

Ανασασμός=Ανάσα

Ανεκάκουος=Ανυπάκουος

Αναγλύτσα =Λάσπη και πρασινίλα στο βρεγμένο έδαφος που γλιστράει

Αναμέρισε!=αλλάζω μεριά θέση κάνω παραπέρα. Μεταφορικά και υποχωρώ σε έναν καυγά (Αναμέρισε το κακό

Αναμεριό= Συγύρισμα, δουλειές του σπιτιού

Αντγαρόξυλο =Αντιδραστικός, με επίμονο λόγο

Αναγελάω=Κοροιδεύω, ειρωνεύομαι, εμπαίζω

Ανασγουρλεύω=Ψαχουλεύω, ανακατεύω

Ανενάους=Συνέχεια, αδιάκοπα

Αξαίνω=Μεγαλώνω

Αξόπετρα=Έρημο και βραχώδες μέρος

Αουπανόστρατα=Η από πάνω στράτα

Απάνθενε= (φεύγα απάνθενέ μου)Από πάνω

Απασπάλωτος=Δεν έχει ωριμάσει,άγουρος, εύθραυστος

Απούκουπα=Ανάποδα

Απκάτθενέ=Από κάτω

Απκατούλια=Λίγο από πάνω

Αποπεράτωσα=Αποτέλειωσα. Συναντιέται όμως και σε φράσεις όπως (δεν θα τ΄αποπερατώσει ο πατέρας του)=Δεν θα το ξεπεράσει, δεν θα το βγάλει πέρα

Αποχυμένο=Κυριολεκτικά μιλάμε για το γερασμένο χταπόδι όπου έχει αποβάλει την γευστική του ουσία. Μεταφορικά αποκαλούμε έτσι κάτι γερασμέν

Απκατάρι = Αυτό που μπαίνει-είναι από κάτω

Απλωσέπαρε= Σε πολύ κοντινή απόσταση

Απόριξε=Απέβαλε

Αποφτό,αποφτίνο= Από αυτό, από εκείνο

Αποφτούθενε= Από εκεί που είσαι

Απόπατος =Τουαλέτα, καμπινές

Απόστασα=Κουράστηκα

Αποσταμένος=Κουρασμένος

Απόγωνος=Γωνία που δεν πιάνει αέρας

Απογωνιάζει =Προστατεύει από τον αέρα

Απολαψα =Είδα

Απλυσά = Κάτι που δεν έχει πλυθεί

Απίκου=Σε ετοιμότητα ανά πάσα στιγμή

Απαρατημένος=Χωρισμένος

Απέ (κι)=και μετά

Αποστασά=όρος των ψαράδων για τα πόστα

Απαντάω=Συναντάω

Απλομής=Εξαιτείας

Απάς=Απάνω στο

Αποκοντά=Ύστερα,μετά

Απέκει=Παραπέρα ,πιο εκεί

Αποδελοιπώνε = Και στων υπολοίπων (Και στ’αποδελοιπώνε)

Απλωταριά = Ελεύθερο και μεγάλο χώρο να κινηθεί κάποιος

Απλωσταριά=ο χώρο ςπου απλώνουμε ρούχα

Αποδέλοιποι=Υπόλοιποι

Απλωσέπαρε=πολύ κοντά,άπλωσε και πάρε

Απόφτασα=Αποτελείωσα, έφτασα

Απόσωσα=Αποτελείωσα

Άπλερος =Αδύναμος τελείως

Απόλειπος =Δεν λείπει ποτέ

Απαλάμη=Παλάμη

Απόπατος=Τουαλέτα, καμπινές

Άραχνο=Κατάμαυρο

Αράπω=Μαύρη αραπίνα

Αραποβλογιασμένο=Μαύρο και σημαδεμένο

Αρλούμπες=Σαχλαμάρες

Αρούκανος=Ξεροψημένος, αφυδατωμένο

Αρσβούντηλας=Σπόνδυλος

Αρπαούρω = Αυτή που αρπάζει

Αρπάι=Σύνεργο για το βγάλσιμο των αχινών

Αράτα=ρώγα από σταφύλι

Αρατίζω=βρέχω με σταγόνες λάδι το φαγητό μου

Αρτοπλασία=Αρτοκλασία

Άρνες=Αρνήσεις ,αντιρρήσεις (μου κάνει άρνες)

Αρβάλια=κομμάτια

Αραθυμάει=Αναζητάει, λαχταράει με καημό.Η λέξη χρησιμοποιείται και για να χαρακτηρίσει το γοερό κλάμα κάποιου (Αραθυμάει απ΄το κλάψο)

Αρκουδογύφτισσα =Πολύ σκουρόχρωμη, καθαρόαιμη γύφτισσα

Ασύφταη = Αυτή που δεν έφτασε στο προσδοκώμενο

Ασφελαχτοί=Αγκαθωτός Θάμνος

Ασφακάλευρο= η πούδρα η σκόνη που αφήνει το φύλλο της ασφάκας

Ατίναο=Ατίναχτο

Ατονάω (ατονάω να φτάσω)=Δυσκολεύομαι, κουράζομαι και αργώ μου

Ατάραος=Πολύ βαρύς

Ατάλικο=Χωρίς δύναμη

Ατσίτωτος=Αχόρταγος

Ατσώπαστος=Δεν σωπαίνει

Αθράκια=Κάρβουνα

Αθράκα=Θράκα

Αθαλάμη=Θαλάμη

Αθέρας=Αιθέρας

Αθίρι=Πολύ καθαρό, διαυγές, εύοσμο, άριστης ποιότητας

Αφτάντσα = (παίρνω ελιές αφτάντσα)= Μαζεύω ξένες ελιές και δίνω ως αμοιβή ποσοστό λαδιού

Άφκιαστο=Δεν έχει φτιαχτεί ή δεν έχει τελειώσει

Αφροκαμένο=Ελαφρώς καμένο

Αφσκόλογα =Κακά λόγια , παλιοκούβεντες, απαγορευμένες λέξεις συνήθως σεξουαλικού περιεχομένου

Αφρή=Αφρός

Αφανέρωτος= Τόσο λερωμένος που δεν έχει φανερωμό, δεν πρέπει να φαίνεται

Αφάνος =Σκοτείνιασμα, δυσφορία από τη ζέστη

Αφάλι=Ομφαλός

Αφαλοκομμένο =Αποκομμένο από τον ομφάλιο λώρο νωρίτερα από ότι θα έπρεπε

Αφεντιά σου=Ευγενική προσφώνηση αντί του πληθυντικού

Άφτο=Άστο

Προσθέστε, διορθώστε ή στείλτε μας απορίες και παρατηρήσεις

Το επόμενο μέρος με λέξεις από Β

Μεγανησιώτικο λεξικό | Πρόλογος και Λέξεις από Α {1ο Μέρος}

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.