Αντί μνημοσύνου για την θειά-Ελένη από την κόρη της Κατερίνα Καββαδά

“Πίσω μου τρέχεις μια ζωή με ένα πιάτο και μια ευχή

Τότε με κράταγες σφιχτά τώρα κοιτάς από μακριά

Μέσα απ’ τα δόντια να μιλάς, σ’ ακούω σαν τώρα «μη με σκας,

δε θα σε ανεχτεί κανείς, θα πας χαμένη, θα το δεις»*

Είμαι η Ελένη του Μπάμπη του Σκιώτη έλεγες. Άλλοτε είμαι η Ελένη του Μάσου του Αντρίκου. Κι άλλοτε είμαι η μάννα της Κατερίνας και του Σπύρου του καπετάνιου. Έτσι αυτοσυστηνόσουν.

Την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου αποφάσισες να μας αφήσεις. Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου,ώρα 10:30 τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γείτονες σου έδωσαν νοερά (λόγω κορονοϊού) τον τελευταίο ασπασμό και η μάννα γη σε πήρε στην αγκαλιά της για να σε μεταφέρει κοντά στον πατέρα, τους γονείς σου, τα αδέρφια σου, στις φιληνάδες σου και σε άλλους πολλούς που σε αγάπησαν και τους αγάπησες.

Στο καλό μάννα. Κάποια στιγμή θα ξανασυναντηθούμε αλλά μέχρι τότε ….

Θα σε θυμάμαι με το πράσινο κυπαρισσί λευκαδίτικο φόρεμά σου ,νέα ακόμη, και τη λιγνή σαν δαχτυλίδι μέση σου, με τις μακριές πλεξούδες σου, τις μπόκολες που δεν έβγαλες ποτέ από τα΄αυτιά σου και το ποντάλι με την κόκκινη πέτρα. Αργότερα το κυπαρισσί έγινε μπλε και όσο περνούσαν τα χρόνια το χρώμα σκούραινε μέχρι που στο τέλος έγινε μόνιμο μαύρο. Αλλά αυτό δεν θέλω να το θυμάμαι.

Θα σε θυμάμαι σαν μελισσούλα να τριγυρνάς  ολημερίς και ολονυχτίς μέσα στο σπίτι για να τα προλάβεις όλα. Σπάνια ζητούσες βοήθεια και για κάποια χρόνια δεν ήμουν σίγουρη αν έπεφτες σε κρεβάτι.

Θα σε θυμάμαι τα πρωινά όρθια μπροστά στο πετρογκάζ  ν΄ ανακατεύεις με υπομονή τον καφέ, που πάντα έπινες συντροφιά με τον πατέρα, για να πετύχει το καϊμάκι και να φέρνεις το κουταλάκι στο στόμα σου, για να δεις αν τον πέτυχες στη  ζάχαρη.

Θα σε θυμάμαι να πετιέσαι με το λάλημα του κοκοτού για να πλύνεις, να μαγειρέψεις για τη βάβω, τα παιδιά, τους εργάτες, να φτιάξεις το σακούλι με το φαγητό που θα ΄παιρνε ο πατέρας στο χωράφι, που θα ζαλωνόσουν, όσα δεν μπορούσε να σηκώσει το γαϊδούρι κι ύστερα μέχρι τη νύχτα διπλωμένη στα δυο να μαζεύεις μέσα από τα αγκάθια και τις πέτρες τις ελιές, να γεμίζεις το ποδοσάκουλό σου και να το αδειάζεις με ταχύτητα στις σακούλες και ποτέ να μην αγκομαχάς. Μόνο έσφιγγες τα χείλη και τα μάτια σου ήταν γεμάτα πίκρα αλλά και πείσμα.

Θα σε θυμάμαι να φουρνίζεις τα ψωμιά για την πολυμελή οικογένεια μας πριν χωριστούμε και τα κουλούρια σου που έμοιαζαν με κούκλες. Χαιρόσουν σαν παιδί όταν το ψωμί γινόταν αφράτο και καλοψηνόταν και τράβαγες τα μαλλιά σου, όταν δεν πετύχαινε η συνταγή, γιατί η νοικοκυροσύνη ήταν η περηφάνια σου.

Θα θυμάμαι την αγωνία σου τι θα μαγειρέψεις αύριο, την οποία την έβρισκα υπερβολική, γιατί δεν καταλάβαινα τότε ότι έπρεπε το τίποτα να το κάνεις φαγητό για 5 στόματα.

Θα θυμάμαι τη χαρά σου  για το κοκορέτσι που μου έφερνες από τον Γάκια, κρυμμένο στην τσέπη της ποδιάς σου, γιατί είχες χρήματα μόνο για ένα ή δύο και το έφερνες σ΄  εμάς και η ίδια δεν το δοκίμαζες  ποτέ.

Θα θυμάμαι τη μαεστρία σου όταν άνοιγες φύλλο και τη μυρουδιά της κουλούρας, της λαχανόπιτας. της καλογιαννόπιτας (με τα καλογιάννια που έπιανε ο πατέρας στήνοντας πλάκες), της ψαρόπιτας αλλά και το θεϊκό παστίτσιο και μπουριέτο σου. Μα περισσότερο θα θυμάμαι ότι πρώτα μας σερβίριζες όλους με τις καλύτερες μερίδες, ενώ το δικό σου πιάτο δεν ήταν πάντα το ίδιο με των άλλων. Επίσης τα πιάτα που έφτιαχνες κύρια με πίτες για να τα πάει ο πατέρας πεσκέσι στους γονείς σου, στους γείτονες ή τους συγγενείς μέσα στα πλαίσια της ανταλλαγής και της αλληλεγγύης. Σου έφερναν κι εσύ έπρεπε να ανταποδώσεις. Ποτέ δεν έφευγε πιάτο άδειο από το σπίτι.

Θα σε θυμάμαι σκυμμένη πάνω από τον αργαλειό, πάνω από το  βελονάκι να προσπαθείς να αποτυπώσεις  στο πανί κομμάτια από την ψυχή  σου,  για να έχω προίκα και να στολίζω το σπίτι μου. Όταν το παράκανες σου φώναζα, όχι γιατί δεν μου άρεσαν τα εργόχειρά σου αλλά γιατί δεν ήθελα να κουράζεις περισσότερο τα ταλαιπωρημένα μάτια σου.

Σε χάζευα όταν σιδέρωνες την κούδα από τα φορέματα σου και όταν άπλωνες «τα προικιά μου» να αεριστούν παρ΄όλο που σου έλεγα ότι δεν τα χρειάζομαι…. Α ρε μάννα!

Θα σε θυμάμαι όταν ξημεροβραδιαζόσουν κάτω από το φως της λάμπας να προσπαθείς να μας πλέξεις μάλλινα πουλόβερ για να μας προστατεύσεις από το κρύο και πάντα ξέχναγες να τελειώσεις την μπέρτα που θα τύλιγε εσένα για να σε ζεστάνει. Κάπου σ΄ένα κοφινάκι υπάρχει ακόμα μια μισοτελειωμένη καφέ μπέρτα μαζί με το βελονάκι σου.

Θα θυμάμαι την πάστρα του σπιτιού, όταν περίμενες κάποιο φιλοξενούμενο και την αναστάτωσή σου για το τι να τους προσφέρεις, να τους ευχαριστήσεις. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το κρεβάτι σου φιλοξένησε ξένους κι εσύ με τον πατέρα κοιμηθήκατε στρωματσάδα.

Θα θυμάμαι τις μυρουδιές από τα μυριστικά σου, βασιλικό- δυόσμο-μοσκαρδίνια,  και  τα φρούτα του κήπου σου.

Θα θυμάμαι τη χαρά σου όταν έρχονταν οι συγγενείς σου από Κατωμέρι,  Βλυχό,  Σύβοτα ή όταν κατάφερνες να πας εσύ. Γινόσουν άλλος άνθρωπος. Γέλαγες ολόκληρη και μ΄ άρεσε, γιατί συνήθως ήσουν αγέλαστη. Μόνο τα χείλη σου χαμογελούσαν κάποιες φορές.

Σε θυμάμαι σε όλους τους γάμους, βαφτίσεις, χαρές, λύπες μπροστάρισσα να βοηθάς κι ενώ ξεθεωνόσουν, γιατί δεν μπορούσες να πεις όχι,  ήσουν λαμπάδα αναμμένη για όλους και όλα .Γι΄ αυτό είχες και ξεχωριστή  θέση στην καρδιά όλων.

Θα θυμάμαι το τραγούδι σου στα προζύμια του γάμου,στα στρώματα αλλά όχι τα μοιρολόγια σου.

Σπάνια χόρευες αλλά όταν γίνονταν χόρευες λεβέντικα, με χάρη και ψυχή.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 4.jpg

Σε θυμάμαι στην Πάτρα να ξενυχτάς δίπλα μας, πλέκοντας, όταν διαβάζαμε για να αναγκαζόμαστε να διαβάζουμε περισσότερο, όχι μόνο γιατί θα ήταν ντροπιαστικό να αποτύχουμε αλλά γιατί έτσι θα αλλάζαμε τη μοίρα μας.

Σε θυμάμαι όταν λογάριαζες με τα δάχτυλα, γιατί γράμματα δεν ήξερες. Ποτέ κανένας μπακάλης δεν σε ξεγέλασε και σήμερα θα σε ζήλευαν πολλοί απόφοιτοι γυμνασίου.

Σε θυμάμαι να προσπαθείς να μάθεις τους δρόμους της Πάτρας, τα σημάδια που έβαζες για να μην χάνεσαι και το μοίρασμα σου ανάμεσα σε Πάτρα Μεγανήσι, γιατί είχες έγνοια τον  πατέρα που έμενε με τη βάβω στο χωριό.

Θα θυμάμαι, ενώ σπάνια μας έλεγες ένα γλυκόλογο, ότι  πάντα ερχόσουν να μας σκεπάσεις με τρυφεράδα τα βράδια..

Σε θυμάμαι να κουβαλάς την πέτρα στο κεφάλι για να βοηθήσεις τους συγγενείς που έκτιζαν σπίτια, την πνιάτα με το νερό από το πηγάδι, τα ρούχα που πήγαινες στη βλύχα, γιατί δεν ήθελες να μας λένε κατελωμένους όπως έλεγες. Και το βράδυ μόνη σου να προσπαθείς να τρίψεις τον αυχένα σου για ν΄ αντέξει το κουβάλημα την επομένη ή τα χέρια σου που είχαν αβάσταχτους πόνους και να τραβάς τα πληγωμένα δάχτυλά σου. Καημένη μάννα. Μάννα της υπομονής και της υποταγής.

Σε θυμάμαι πριν από κάθε αναχώρησή μας από το νησί. Μέρες μάζευες λιχουδιές για να γεμίσεις ταπεράκια και  κουτιά  να πάρουμε μαζί μας ή να τα στείλεις με κάποιο συγγενή. Δεν άφηνες κενό στο πακέτο που να μην το γεμίσεις. Κι εμείς σου φωνάζαμε, γιατί ξέραμε ότι δεν περίσσευαν. Φεύγαμε και μας ακολουθούσες για να προσθέσεις ένα αυγό ,ένα λεμόνι, ένα κομμάτι ακόμα πίτα. Τούτα τα δέματα μου λείπουν πολύ. Όχι για το περιεχόμενο τους αλλά γιατί ήταν μήνυμα αγάπης. Ήταν σαν να μας έλεγες: «Σε σκέφτομαι, μου λείπεις, θέλω να είστε καλά». Μας αποχαιρετούσες αδάκρυτη και ας έσταζαν αίμα τα μάτια σου. Αβάσταχτη η άδεια φωλιά. Τώρα που μεγαλώσαμε το καταλαβαίνουμε καλύτερα.

Το χαρτζιλίκι που σου δίναμε δεν το κράταγες. Το μοίραζες στα εγγόνια. Δεν ξέχασες ποτέ τα γενέθλια τους, τη γιορτή τους, τον μποναμά τους. Ο μποναμάς συνοδευόταν πάντα από ένα σημείωμα του πατέρα. Αγαπημένοι μου!

Τέλος θα θυμάμαι το «ξύπνα μωρή Κατερίνα και ήρθαν οι μπαρμπάδες σου ή οι θειάδες σου». Τώρα έμεινε μόνο το ξύπνα….,  μάννα.

Καλό ταξίδι μάννα. Πολλοί άνθρωποι μου είπαν πόσο σπουδαία ήσουν… Όχι πως δεν το ήξερα και ας μαλώναμε..γιατί όπως μου είπε η εγγονή σου: «ίδια η μάννα σου είσαι».Κωνσταντίνος Καβάφης «Φωνές»   Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε•
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

Κ.Κ

*στίχοι από το τραγούδι του Βασίλη Παπακωνσταντίνου Α ρε μαμά

ΣΗΜ:Ευχαριστώ τον Γιάννη Ζαβιτσάνο για τη φωτογραφία που μου έστειλε

Πηγή:/s0uel

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.