70, 80, 90 οι δεκαετίες της νιότης…της Ιωάννας Πάλμου

70, 80, 90 χρυσά χρόνια. Οι χρυσές δεκαετίες της ζωής μας.

Δεκαετία του 70, Δημοτικό Σχολείο. Καλοκαίρι, το σχολείο τελειώνει κι εγώ πάντα το πρώτο Σάββατο μετά το τέλος των σχολείων για τις καλοκαιρινές διακοπές είχα στα χέρια μου ήδη ένα εισιτήριο για το χωριό. Στιγμή αργότερα. Με το μυαλό βέβαια ήμουν ήδη εκεί. Είχα διανύσει ένα ταξίδι 6 σχεδόν ωρών και είχα ήδη περάσει απέναντι από την Αιτωλοακαρνανία στη Λευκάδα. Με εκείνη την πλωτή πλατφόρμα που ο ήχος των αλυσίδων που την κινούσαν σαν να ηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου…

Πρωινό ξύπνημα γιατί το ΚΤΕΛ φυσικά δεν περιμένει του υπναράδες και ένα είναι σίγουρο ότι εκείνο ήταν το μοναδικό πρωί που ξυπνούσα με τόση χαρά και προσμονή για εκείνο το μεγάλο και μακρινό ταξίδι. Θα μπορούσα να το βαφτίσω και ταξίδι της δραμαμίνης. Μία μέχρι το Ρίο και άλλη μία από το Αντίρριο και μετά. Στραβωνόμουν για ύπνο και το μόνο που χρειαζόμουν ήταν ένας ώμος για να ακουμπήσω. Απλά πράγματα χρειάζεται ο άνθρωπος για να είναι χαρούμενος και γελαστός. Σε κάθε ηλικία και φάση της ζωής του. Σαν να γυρίζει η ιστορία γύρω-γύρω και το χθες γίνεται σήμερα και το σήμερα αύριο…

Το λεωφορείο φτάνει στην πόλη της Λευκάδας το μεσημέρι και η συγκοινωνία περιμένει για να μας πάει στο Μεγανήσι. Γεμάτη τη θυμάμαι κάθε φορά με κόσμο, αποσκευές και εμπορεύματα. Ήταν πάντα και εκείνοι που είχαν περάσει απέναντι για δουλειές σε υπηρεσίες και ψώνια.

Και κάπου εκεί μοιάζει να φθίνει η δοκιμασία της ημέρας στους εθνικούς δρόμους, να μπαίνει στην τελική της ευθεία για να λάβει τέλος. Αυτός είναι πιστεύω και ο λόγος που δεν φεύγαμε από το νησί για βόλτες περιττές… Μία φορά που μπαίναμε στο καΐκι όταν φτάναμε και η επόμενη ήταν όταν αναχωρούσαμε για την Αθήνα. Εξάλλου μάλλον ταλαιπωρία ήταν η παραμονή στη πόλη της Λευκάδας και σίγουρα παραμένει ταλαιπωρία να πρέπει να την επισκεφτείς ακόμη και σήμερα. Όντας μικρά παιδιά βέβαια στα μάτια μας φάνταζε σαν μια μεγάλη βόλτα το ταξίδι στη χώρα όταν τύχαινε να μας να μας πάρουν οι μεγάλοι μαζί τους. Η γιαγιά συνοδευόταν πάντα από τα αγόρια όταν κατέβαινε να «αλλάξει»1 τη σύνταξη και να κάνει τα ψώνια της για το σπίτι από το ΤΑΟΛ2, σημείο αναφοράς για τους ανθρώπους στην πόλη της Λευκάδας. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να με πάρει κι εμένα κάποτε. Από τις λιγοστές φορές που πήγα στη Λευκάδα ήταν με τη μαμά όταν ο μικρός μου αδερφός ο Παναγιώτης κατάπιε ένα τσόφλι αυγού που του κόλλησε στο λαιμό και έπρεπε να τον δει γιατρός. Ήταν η λαχτάρα του να ετοιμαστεί γρήγορα για να φύγουμε για τη θάλασσα με τον ξάδερφό μας τον Τάκη. Γιατρός υπήρχε δυνατότητα να τον δει μόνο απέναντι στη Λευκάδα, κι αυτό την επόμενη μέρα, μιας και δεν υπήρχε τρόπος να περάσουμε απέναντι εκτός της πρωινής συγκοινωνίας… Άλλωστε, όποιος βιάζεται σκοντάφτει.

1979 από το ημερολόγιο του Συλλόγου
2020 Καλοκαίρι

Η καθημερινότητα στο χωριό ήταν τόσο μα τόσο ξένοιαστη. Τηλεόραση δεν βλέπαμε ποτέ παρότι ήρθε κι εκεί μία ασπρόμαυρη, εκείνη που είχαμε αρχικά στη Αθήνα. Δεν μας κρατούσε τίποτε στο σπίτι. Μόνο το ραδιόφωνο έπαιζε, η γιαγιά το ήθελε πάντα, ειδικά όταν ήταν μόνη της, ακόμη κι αν ακούγονταν μόνο μια μακρινή ομιλία ή μια μακρινή μουσική, πολλές φορές στα ΑΜ κύματα. Οι φίλοι ήταν πάντα εκεί για να γεμίσουν τις στιγμές με χαμόγελο, πειράγματα, αστεία. Τα πιο μεγάλα παιδιά σκάρωναν κάθε χρόνο μιαν ιστορία που οι σελίδες της γράφονταν με τόσο φωτεινά γράμματα. Ιστορίες που πραγματικά άφησαν εποχή, το δικό τους σημάδι στα χρόνια που πέρασαν! Η πλατεία μας έμοιαζε καταφύγιο. Για πολλά χρόνια ήταν γεμάτη δέντρα και θάμνους και μπορούσες να κρυφτείς από τα βλέμματα των μεγάλων. Εκεί καθόμασταν με τις ώρες και ακούγαμε μουσική ή την κιθάρα των μικρών καλλιτεχνών που είχαμε ανάμεσά μας. Θυμάμαι πόση φασαρία είχε γίνει όταν άρχισαν να κόβονται ένα-ένα αυτά τα δέντρα. Η αλήθεια πάντως είναι ότι ποτέ δεν αντικαταστάθηκαν με άλλη πηγή πρασίνου και όλοι μας έχουμε ανάγκη το πράσινο. Η κάθε γειτονιά αντηχούσε με τις φωνές μας, ικανές να ζαλίζουν τους μεγάλους. Εκείνοι οι μεγάλοι όμως ήταν πάντα ξένοιαστοι και ήταν πάντα μια μεγάλη παρέα. Ήξεραν πως δεν χρειάζεται να τρέξουν πίσω από τα παιδιά τους, εκείνα έπαιζαν με τα παιδιά του αδερφού, του ξαδέρφου, του φίλου, του χωριανού…

Οι άνδρες βέβαια ήταν λίγο περισσότερο τυχεροί στις καλοκαιρινές διακοπές παρότι «είχαν συχνά τα χέρια τους στο ζυμάρι»3. Τα καφενεία της Φούλιενας και του Μπόιρα ήταν πάντα γεμάτα. Οι γυναίκες ήταν επιφορτισμένες με το σπίτι, το μαγείρεμα, τα παιδιά, την πεθερά ή τη μάνα, τη δική της καθημερινότητα. Πόσα καλοκαίρια περίμενε η δική μου γιαγιά τη μάνα με τα γνέματα4 έτοιμα για διασίδι και ένας αργαλειός στημένος στην αυλή του σπιτιού ύφαινε ύφασμα κάθε λογής. Η μαμά είχε πραγματικά πάντα δουλειές να κάνει. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι δε στέκονταν ποτέ. Το σπίτι χρειαζόταν πολλή φροντίδα, η γιαγιά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά σε αυτό ή ίσως δεν το θεωρούσε ποτέ απαραίτητο. Το άσπρισμα με ασβέστη ήταν κι αυτό απαραίτητο για να φύγει η πρασινάδα του Χειμώνα στην περίπτωση που δεν είχαμε κατέβει το Πάσχα στο χωριό ή απλά για φρεσκάρισμα.

Το διασείδι, η γιαγιά με την κουμπάρα την Καλλιρόη

Μα, η γιαγιά είχε δουλειές για όλους μας. Εμείς τα παιδιά έπρεπε να κουβαλήσουμε νερό για τα πρόβατα στα μακρινά χωράφια, Αρφανό Ξωβάθι, Ανεμόμυλο, Πλάκα, να μαζέψουμε τα αυγά από τις κότες στο αχούρι που ήταν στο Ξωβάθι, να κλείσουμε το βράδυ τα πορτόνια για να μην φύγουν τα πρόβατα και φυσικά να ποτίσουμε τον κήπο με νερό που κουβαλούσαμε από το πηγάδι του μπάρμπα Βεσσαρία που ήταν δίπλα μας.

Ένα καλοκαίρι μάλιστα μαζί με τον αδερφό μου το μικρό είχαμε πάει για να ρογκίσουμε5 προετοιμάζοντας τον περιβάλλοντα χώρο γύρω από τις ελιές για το μάζεμα του καρπού τους. Ο πατέρας έπρεπε να φορτωθεί τον ψεκαστήρα στην πλάτη για να πάει να ραντίσει για τα αγριόχορτα τα μακρινά χωράφια. Στην επιστροφή έφερνε φρούτα που έβρισκε εκεί στα χωράφια, απίδια και σύκα. Δεν μπορώ να πω ότι τρελαινόμασταν, ειδικά εγώ για τα σύκα. Νομίζω πως το μοναδικό που έχω φάει στη ζωή μου είναι όταν με έκλεισε στην κουζίνα ο θείος ο Λίας και δεν με άφηνε να φύγω μέχρι να το φάω. Νομίζω πως από τότε έχω τσακωθεί με τα σύκα και δεν τα ακουμπώ… Ένα απόγευμα στο Ξωβάθι που είχα πάει με τη γιαγιά για τις κότες, με πήρε στο κυνήγι ένας πολύ άγριος κόκορας που είχε. Έτρεχα γύρω-γύρω από μιαν αμυγδαλιά μα τελικά δεν τα κατάφερα να ξεφύγω και με τσίμπησε το σκασμένο το ζωντανό… Ένα άλλο απόγευμα είχα πάει με τη φίλη μου τη Δήμητρα να μαζέψουμε τα αυγά και στο δρόμο με αιφνιδίασε ένα μεγαλόσωμο σκυλί, ο Ρόκυ και καθώς το αντίκρυσα μπροστά μου, μου έπεσαν κάτω τα αυγά και πάει.. εννοείται πως δεν το είπα στη γιαγιά, ποιος την άκουγε να μάθαινε ότι έσπασαν τα αυγά!

Δήμητρα Π., Ιωάννα Π., Γεράσιμος Π.

Μα, ακόμη και αν κάναμε πάντα εμείς όλες τις δουλειές και οι άλλοι ποτέ τίποτε, ήταν Καλοκαίρι και δεν μας ένοιαζε. Η κύρια σκέψη μας ήταν μη και χάσουμε το μέτρημα για τα μπάνια που είχαμε κάνει και τα παγωτά που είχαμε φάει. Ο μπάρμπα Ντίνος είχε και κάτι μικρές βανίλιες σε μικρά πλαστικά βαζάκια, μια σταλιά στ’ αλήθεια, που προσωπικά μου άρεσαν πάρα πολύ όσο κι αν η γιαγιά φώναζε ότι δεν αξίζει να τις αγοράζουμε. Ήταν το μπακάλικο που βρίσκαμε τα πάντα. Τρόφιμα, φρούτα, είδη για το σπίτι και πραγματικά ό,τι μπορούσε να σκεφτεί το μυαλό σου. Πολύ χρήσιμη και η πλάστιγγα μιας και όταν πηγαίναμε μόνοι μας στο χωριό έπρεπε να ζυγιστούμε για να δει η γιαγιά πόσα κιλά ήρθαμε και πόσα θα φύγουμε. Η σχέση γιαγιά και εγγόνια έγερνε πάντα προς το δικό της δίκιο που έλεγε ότι τελικά ήμασταν πολύ αδύνατοι. Ίσως και να είχε δίκιο. Δεν ξεχνώ μια βραδιά που μας είχε κλειδώσει στην κουζίνα, πήρε μια καρέκλα και έκατσε πίσω από την πόρτα και δεν σηκωνόταν μέχρι να πιούμε το γάλα που είχε φέρει από τα πρόβατα. Από τα πολλά το ήπια εγώ και άφησε το μεγάλο μου αδερφό Γεράσιμο να φύγει.

Υπερήφανη πάντα για το χρώμα των ματιών που του είχε χαρίσει εκείνη, καμάρωνε σαν της το επεσήμανε κάποιος. Γυναίκα που ήθελε να είναι ανεξάρτητη, να μη δίνει λογαριασμό σε κανένα. Έτρεξε πολύ στη ζωή της με ζώα, χωράφια, ελιές και ειδικά με ένα γάιδαρο που ήταν τόσο άγριος που συχνά χρειαζόταν να αναμετρηθεί μαζί του. Ακούστηκε πολλές φορές ότι την είχε ρίξει κάτω και την έσερνε για πολλά μέτρα μακριά. Κι εκείνη όρθια στα πόδια της και την επόμενη ημέρα. Κάθε μεσημέρι επέστρεφε στο σπίτι ξεψυχισμένη και κατάκοπη. Μου έλεγε πάντα: «να ‘ξερες που έχω διαβεί σήμερα και πούθε έχω περάσει…» Η σχέση με τη γιαγιά δεν ήταν εύκολη, ιδιαίτερη θα τη χαρακτήριζα. Στο κορίτσι δεν απευθυνόσουν με το όνομά του μα φώναζες «μωρή» και έχοντας μάθει αλλιώς, εκτός από τις πρώτες ώρες, η καθημερινότητα δίπλα της ήταν δύσκολη. Όταν πήγαινα ήθελα να τακτοποιώ τα πράγματα με το δικό μου τρόπο και αυτό ποτέ δεν της άρεσε. Αμάν μ’ αυτό το ξαναμεριό… μου έλεγε πάντα. Η γιαγιά ήταν παραδοσιακή Μεγανησιώτισσα από πατέρα και μάνα. Φορούσε τη Λευκαδίτικη φορεσιά σε μαύρο ύφασμα καθώς η ζωή της είχε στερήσει αγαπημένους ανθρώπους με πρώτο τον αδερφό της Σπύρο που σκοτώθηκε στον εμφύλιο. Πάντα είχε στην καρδιά της το βάρος της απώλειάς του. Αγαπούσε κάθε συγγενή της με το όνομα Σπύρος… Δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει, είχε όμως μάθει να κάνει με γράμματα την υπογραφή της, της το είχε μάθει ο πατέρας. Ήξερε να κάνει αριθμητικές πράξεις, την είχε μάθει η μάνα της η βαβά η Αποστόλω που θα πρέπει να ήταν πολύ δυναμική γυναίκα. Όταν πέθανε το παιδί της, πήγε η ίδια για να το φέρει πίσω και είπε στα παιδιά της: «Καθίστε να φάτε, αλλού πάει το φαΐ κι αλλού πονάει…». Υπάρχει πάντα και το ηρώο όπου το όνομά του είναι χαραγμένο σε μαρμάρινη πλάκα έξω από την εκκλησία… Σπυρίδων Σκλαβενίτης του Ηλία…

Στο χωριό πάντα σε ρωτούν οι άνθρωποι, τίνος είσαι ΄συ, κι εγώ απαντούσα, η αγγονιά της Λυκούρως… όμως δεν ήξερα τις περισσότερες φορές να την ενημερώσω ποια θεια με είχε ρωτήσει. Η γιαγιά ήξερε τα πάντα όλα και από τα τρία χωριά. Ήξερε να σου πει ποια είναι ανύπαντρη και πόσο χρονών είναι. Ήταν επίσης και πολύ καλή προξενήτρα…

Γιαγιά Ιωάννα

Το μεσημέρι πηγαίναμε πάντα για μπάνιο. Απόκρημνα λευκά βράχια που άστραφτε ο ήλιος πάνω τους, μας έμαθαν να κολυμπάμε. Βατραχοπέδιλα, χεράκια6 και καμιά κουλούρα με την έντονη και ιδιαίτερη μυρωδιά του πλαστικού. Εκείνη που ακόμη και σήμερα αναγνωρίζουμε και πραγματικά μας γυρνά πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια. Οι κοντινές παραλίες ήταν συγκεκριμένες ανάλογα με το που έμενες.

Άη Νεκτάριος για τις μαμάδες και τα μικρά παιδιά με ένα σκαλοπάτι στα βράχια του σαν είσοδος στη θάλασσα, ιδανικό γι’ αυτά. Αμμούσα για τους μεγάλους. Ήταν η μικρή και η μεγάλη αμμούσα με βράχια σμιλεμένα από τη φύση έτσι ώστε να μπορείς να βάλεις την πετσέτα σου και να ξαπλώσεις πάνω τους. Φιλόξενα βράχια για χρόνια. Με μια πετσέτα στου ώμους και μια μεγάλη παρέα για συντροφιά ήταν τα δύο μοναδικά που χρειαζόσουν για να πας για μπάνιο. Η αρμύρα της θάλασσας ήταν σε κάθε σπιθαμή των βράχων τούτων και από την άκρη τους πόσο θαύμαζα τα μακροβούτια που έκαναν τα παιδιά. Ποιος είχε μεγαλύτερη αναπνοή για να βγει πιο μακριά κοιτούσα απ’ έξω.

Αμμούσα
Αμμούσα …

Από την άλλη πλευρά ήταν η Παναγίτσα και πίσω από το χωρίο Αμπελάκι και Πουρνόπουλο. Πόσο συχνά τα αγόρια πήγαιναν από τη μία άκρη του κόλπου του Βαθιού στην άλλη, Αμμούσα προς Παναγίτσα και το αντίθετο. Μα, για μια σύντομη βουτιά ήταν ιδανικός και ο Άη Βεσσάριος.

Το νερό ήταν πραγματικά είδος πολυτελείας σε όλα τα παιδικά μας χρόνια. Στέρνα είχαν οι προνομιούχοι γιατί αν δεν είχες έπρεπε να το κουβαλάς από τη δημόσια βρύση. Στο κεφάλι πάντα με την ποδολόγα7 το μετέφεραν στα σπίτια τους όλες οι γυναίκες. Υπέροχο το βρόχινο νερό για πιοτή, πλύσιμο και λούσιμο μα λιγοστό ίσως, έτσι τουλάχιστον φάνταζε στο μυαλό της γιαγιάς που πάντα παραπονιόταν για να μην το σπαταλάμε και την αφήσουμε χωρίς νερό μέχρι τις πρώτες βροχές. Μα, σε έναν τέτοιο τόπο κατάφυτο και καταπράσινο, η στέρνα μάλλον ξεχείλιζε. Είναι αυτό που λένε άμα πιάσει η βροχή δεν ξεπιάνει εύκολα σε τούτα τα μέρη. Θυμάμαι που μας έβαζε την κρεμαστή βρύση που τη γεμίζαμε με το μαστραπά8 νερό για να πλύνουμε τα πιάτα και πραγματικά εκνευριζόμουν, παιδί της πόλης άλλωστε… επίσης όταν πλέναμε ρούχα, για χρόνια στο χέρι με πολλές λεκάνες που γέμιζαν την αυλή, έπρεπε να ελέγχει κάθε σταγόνα νερού που χαλούσαμε. Και πως να καταλάβουμε ότι εκεί το νερό δεν έτρεχε άφθονο ανοίγοντας τη βρύση αλλά κάποιος φρόντιζε ώστε να γεμίσει η στέρνα με αυτό!

Το σπίτι στο χωριό είναι δίπατο, κάτω η κουζίνα και μία εσωτερική σκάλα με 12 σκαλιά σε οδηγεί στο επάνω πάτωμα. Τα τρία δωμάτια που υπάρχουν έγιναν τόσο μικρά ώστε ο εξωτερικός χώρος να είναι ελεύθερος και τόσο μεγάλος ώστε να μπορούν να γίνονται γλέντια. Οι παππούδες όμως δεν πρόλαβαν γιατί όλοι τους έφυγαν τόσο νωρίς, τόσο αυτοί όσο και πολλά από τα παιδιά τους…

Μπάνιο με τη σύγχρονη μορφή του δεν υπήρχε. Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να φτιαχτεί μπάνιο μέσα στο σπίτι. Το καλοκαίρι ζεσταίναμε το νερό σε ένα μεταλλικό δοχείο στο ήλιο κάθε Σάββατο. Μια λεκάνη είχε το καθαρό νερό και μία άλλη που μπαίναμε μέσα και έπεφταν οι σαπουνάδες. Όταν γυρνούσαμε από τη θάλασσα ξεπλενόμασταν θαρρώ στο λάστιχο, ίσα να φύγει η αρμύρα από πάνω μας για να μη μας τρώει. Στη θάλασσα η μαμά μου φορούσε πάντα ένα πλαστικό σκουφάκι για να μη βρέχονται τα μαλλιά μου, με εμπόδιζε πάντα δεν το συμπάθησα ποτέ, δεν μπορούσαν να κάνω βουτιές, δεν με άφηνε να βουλιάξω κάτω από το νερό…

Το ηλεκτρικό ρεύμα λιγοστό κι αυτό. Υπό κατασκευή το δίκτυο. Πόσο συχνά οι λάμπες είχαν μια μικρή τριχούλα και πολλά βράδια έφεγγε μονάχα το φεγγάρι στον υπέροχο έναστρο ουρανό. Πόσο γλυκιές οι βραδιές εκείνες, μια δροσιά σε έκανε πάντα να αναριγάς και να αποζητάς εκείνη τη ζακέτα που δεν ξεχνούσες ποτέ να φέρεις μαζί σου από την πόλη. Πόσα από εκείνα τα βράδια ο θείος ο Ζώης ο δάσκαλος μας διηγούταν ιστορίες και φώτιζαν γύρω μας κωλοφωτιές9 και η καύτρα του τσιγάρου του.  Να, τώρα θυμήθηκα για εκείνο το γυάλινο «φιδάκι» στο Σπαρτοχώρι που άμα σε δάγκωνε φίδι το έβαζες πάνω σου και τραβούσε το δηλητήριο που είχε η δαγκωματιά σου. Αλήθεια ή ψέματα ήταν μια ιστορία που την είχαμε ακούσει πολλές φορές. Μα και η θεια Δημήτρω ξέρει πραγματικά τόσες ιστορίες από τα παλιά χρόνια και είναι πάντα φοβερά περιγραφική και συνάμα τόσο παραστατική!

Τούτο το χωριό είχε και τους ιδιαίτερους ανθρώπους του… αξέχαστη είναι στο μυαλό όλων μας η Θάλεια που ήρθε πραγματικά στη ζωή για «λίγο» μιας και γεννήθηκε με κάτι παραπάνω στο DNA της… καλόκαρδο πλάσμα που ήθελε προσοχή, φροντίδα και αγάπη. Με ένα μαντηλάκι που κρατούσε τα χέρια της απασχολημένα και μία τσαντούλα που ποτέ δεν αποχωριζόταν. Όταν με συναντούσε με ρωτούσε πάντα για την οικογένειά μου… ήταν κομμάτι αυτής της μικρής κοινωνίας και κανείς δεν την κοιτούσε σαν να ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος! Ας είναι αναπαυμένη η ψυχή της…

Ο πατέρας λόγω δουλειάς ερχόταν τον Αύγουστο και το αντάμωμα με τον ξάδερφό του το Βασίλη ήταν πάντα ιδιαίτερο. Όποιος ερχόταν πρώτος έπρεπε να «βάλει τη σημαία» για τον άλλο και σχεδόν να στρώσει κόκκινο χαλί. Μα, ήταν περισσότερο αδέρφια μιας και είχαν μεγαλώσει μαζί στο πατρικό σπίτι των παππούδων τους και οι ζωές τους ήταν συνυφασμένες, πλεγμένες περίτεχνα. Σαν να ύφαινες σκουτί10 στον αργαλειό των γιαγιάδων μας… Πόσο μεγάλα τραπέζια στρωνόντουσαν, πόσο μεγάλη ήταν αυτή η οικογένεια και οι δυο εναπομείναντες γιαγιάδες που κρατούσαν τα ινία να κονταροχτυπιούνται νυχθημερόν για το ποια ήταν η καλύτερη. Θεια Γιάννα και θεια Ουρανία από τη μία και Περικλής και Βασίλης από την άλλη. Στα μεγάλα γλέντια μας, όπως ένας γάμος ή μία βάπτιση, έπρεπε στο τραπέζι να σπάσουν όλα τα πιάτα, με τη γιαγιά να προσπαθεί να γλυτώσει κανένα για να έχουμε για την επόμενη μέρα. Ίσως γι’ αυτό φυλούσε πάντα σε κρυφά ντουλάπια καινούρια πιάτα που δεν μας άφηνε να τα ακουμπήσουμε. Προσπαθούσε να κάνει το κουμάντο της για τις ημέρες αυτές…

Επική μια βραδινή τους έξοδο στα Σπήλια, το λιμάνι του Σπαρτοχωρίου που πήγαν ο καθένας με τη δική του βάρκα, την ΙΩΑΝΝΑ και το ΧΩΡΑ, αφού ο ένας ήταν καλύτερος από τον άλλο και αυτό έπρεπε να φανεί! Έφυγαν από εκεί πιωμένοι τόσο που δυσκολεύτηκαν να καταλάβουν ότι μπήκαν στο Βαθύ καθώς μία διακοπή ρεύματος είχε απλώσει πέπλα μαύρων σκοταδιών. Το χωριό ολόκληρο κινητοποιήθηκε για να βρει τον πατέρα που έφυγε από το Βαθύ και πήγε και άραξε στο Σκορπιό και πολύ απλά έπεσε για ύπνο. Αναλογιζόμενος όμως και την έννοια των άλλων άναψε κι ένα προβολέα για να μπορούν να τον εντοπίσουν. Η λογική άλλωστε πάντα υπερίσχυε. Σαν μικρό παιδί θυμάμαι που είχαμε ξυπνήσει μέσα στη νύχτα και είχαμε κατέβει κάτω στην αυλή, ήταν στην Ελλάδα ο θείος ο Γιώργος ο αδερφός του πατέρα. Ο μπάρμπα Στεφανής ο Σακκάς είχε σηκώσει τη βάρκα του και είχε πάει για αναζήτηση στη θάλασσα. Μέσα στην αναστάτωση και το σκοτάδι δεν ξεχνώ τον τελώνη του χωριού που βγήκε να μοιράσει προσκλήσεις για το γάμο του…

Όμορφες γλυκιές βραδιές, μια δροσιά φώλιαζε στην καρδιά σου και την έκανε να ξεκουράζεται και να ξανανιώνει κάθε μέρα από αυτές που βρισκόσουν σε τούτο το νησί. Μια θάλασσα κρυστάλλινη και πάντα δροσερή σε έκανε να διώχνεις μακριά κάθε έννοια. Κρύα ρεύματα διαπερνούσαν το σώμα σου όταν κολυμπούσες και λέγαμε πάντα, ρεύμα είναι θα μετακινηθούμε για να φύγει… Μια βόλτα τριγύρω σε έκανε να θαυμάζεις τον καταπράσινο τούτο τόπο και να αποτυπώνεις στην ψυχή σου φωτογραφίες από αυτόν. Πόσο μου άρεσε να περπατώ στ’ αλήθεια. Πόσο μου άρεσε στο πέρασμα των χρόνων να τραβώ και φωτογραφίες από τα Καλοκαίρια μου… Βέβαια τα συναισθήματα του τότε μπλέκονται μοιραία με αυτά του σήμερα, των στιγμών που αποτυπώνονται οι σκέψεις στο χαρτί. Παιδιά μικρά τι έννοιες να είχαμε τότε… εκτός της μόνιμης επιμονής του πατέρα να πάρουμε τα βιβλία της επόμενης χρονιάς για να τα μελετήσουμε το καλοκαίρι στο χωριό. Σιγά μην είχαμε τέτοια όρεξη, σιγά μην παίρναμε στα σοβαρά τα λόγια του, με τα ελαφρά πατήματα της παιδικότητάς μας προσπαθούσαμε να τα αποφύγουμε.

Τα αγόρια κάθε μεσημέρι ξεγλιστρούσαν από το σπίτι και συναντιόντουσαν στα σοκάκια για να ανταλλάξουν περιοδικά και κόμικς. Θαρρώ πως υπάρχουν ακόμη κάποιες εντελώς ολοκληρωμένες συλλογές Αστερίξ & Οβελίξ και Λούκι Λουκ. Πολλά απογεύματα κανόνιζαν αγώνες μπάλας στου Κατσαρούπη, προς Αρφανό Ξωβάθι και φυσικά στη Λίμνη όπου αναμετριόταν με τουρίστες από τα αραγμένα εκεί κότερα.

Τα μεσημέρια μετά το οικογενειακό τραπέζι είχα πάντα την έγνοια να γλυκάνω τα μπανιερά εννιά σχεδόν ανθρώπων. Ήταν κάτι που το έκανα σχεδόν πάντα εγώ καθώς ήμουν μέχρι κάποια χρόνια το μοναδικό κορίτσι στην οικογένεια και αυτή ήταν «δουλειά» γυναικεία. Ύστερα οι μεγάλοι έπρεπε απαραίτητα να φάνε φρούτα, κυρίως καρπούζι και πεπόνι. Σαν να ήρθε χθες το καΐκι που άραξε κάτω στο μόλο γεμάτο καρπούζια και έτρεξαν όλοι να αγοράσουν. Πόσο μελωμένα και γλυκά, η μαμά πάντα μου έκοβε την καρδιά για να φάω, μεστωμένα, ένα υπέροχο κάθε φορά φρούτο. Θαρρώ πως από τότε έχω να γευτώ τόσο νόστιμο καρπούζι…

Το μετά ήθελα πάντα να μπορούσα να το προσπεράσω. Ας μπορούσα κάθε μεσημέρι να γυρίσω το ρολόι μπροστά, στην ώρα που ξυπνούσαν από το μεσημεριανό ύπνο όλοι και πόσο αλήθεια ήθελα να κοιμηθώ εγώ. Τελικά πάντα με έπαιρνε ο ύπνος και πραγματικά έκαναν μεγάλο αγώνα για με ξυπνήσουν όταν άρχιζε να νυχτώνει. Τι κι αν η μαμά ξάπλωνε ανάμεσά μας για να μην κουνηθούμε και να καταφέρει να μας κοιμίσει, εμείς ξεγλιστρούσαμε όταν εκείνη αποκοιμιόταν και τριγυρίζαμε στο σπίτι. Μου άρεσε θυμάμαι με το μικρό μου αδερφό Παναγιώτη να ανοίγουμε τα συρτάρια από τα αρμάρια της γιαγιάς και τα μπαούλα, που πάντα τα είχαμε πολλά στο σπίτι μας, και να τα ψάχνουμε. Μία ο παππούς που είχε φέρει πράγματα από την Αμερική όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, μία οι θείοι όταν γύρισαν από τον Καναδά και ήταν και όλα αυτά τα παλιά αντικείμενα του σπιτιού… Τα άνοιγες και η ιδιαίτερη μυρωδιά τους έχει αποτυπωθεί στο μυαλό, κλεισούρα μα και μοσχοσάπουνα που έβαζε η γιαγιά για να μυρίζουν ωραία τα ρούχα που φύλαγε μέσα… Έμοιαζε σαν μια μικρή εξερεύνηση. Πράγματα ξεχασμένα του παππού από την Αμερική, φωτογραφίες με μακρινούς Αμερικάνους συγγενείς, φωτογραφίες του προηγούμενου αιώνα μα και όλες αυτές οι φωτογραφίες που τα ανηψήδια της γιαγιάς της έστελναν με γράμματα. Στη γιαγιά άρεσε να καρφιτσώνει τις φωτογραφίες που είχε σε ένα ξύλινο πίνακα με ζωγραφισμένο επάνω του μία παράσταση του ’21. Καθώς πέρασαν τα χρόνια έφτιαξα αυτές τις φωτογραφίες σε μία μεγάλη τζαμένια κορνίζα για να τις προστατέψω από τη σκουριά των καρφιτσών. Βρίσκαμε επίσης πληθωρικά χαρτονομίσματα, δεκάρες, αντικείμενα του πατέρα από τα σχολικά του χρόνια, πολλές φωτογραφίες κι ένα μπαούλο με τα τόσα βιβλία του. Ένα μεσημέρι που είχε τύχει να είναι στο χωριό ο ξάδερφός μου ο Παναγιώτης από το Κατωχώρι, τους είχαν βάλει να κοιμηθούν στρωματσάδα μαζί με το Γεράσιμο και από το φαρομανητό έκαναν τόση φασαρία που είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο… Η στρωματσάδα ήταν φυσικά πολύ δημοφιλής, συχνά μου έπεφτε ο κλήρος για να κοιμηθώ στο πάτωμα όταν μαζευόμασταν πολλοί στο σπίτι. Μικρά σπίτια, μεγάλες οι καρδιές των ανθρώπων ώστε να χωρούν ό,τι φαινομενικά δεν χωρά…

Είχα μάθει να περπατώ τόσο αθόρυβα που σχεδόν τα βήματά μου χάιδευαν το πολυκαιρισμένο πάτωμα. Έμαθα πρόσφατα πως οι σανίδες του είναι το ξύλο που χρησιμοποιούν για τις βάρκες και ήθελε συχνά, ακόμα θέλει, να βρέχεται με νερό για να αναζωογονείται όπως ακριβώς και οι βάρκες. Η γιαγιά το είχε στρωμένο όλο το χρόνο για να το προστατεύει από τη ζέστη και τον ήλιο και να μη φρύγεται. Στο επάνω πάτωμα του σπιτιού δεν ανεβαίναμε ποτέ με παπούτσια. Τόσα χρόνια μετά είναι ο μοναδικός χώρος που περπατάω ξυπόλυτη. Έτσι ξυπόλητη έφευγα από την πάνω πόρτα για να πάω απέναντι στο σπίτι της φίλης μου της Δήμητρας περνώντας το στενό «από πάνω» δρόμο. Η απόλυτη αίσθηση ελευθερίας. Μάλλον το είχα ξεχάσει μιας και αναρωτιέμαι γιατί τα παιδιά μου αρέσκονται στο να είναι μονίμως έτσι. Αναρωτιέμαι επίσης σαν μαμά γιατί δεν μπορούν να κάνουν για λίγη έστω ώρα ησυχία το μεσημέρι για να με αφήσουν να κλείσω τα μάτια μου. Τελικά, «όλοι οι μεγάλοι ήταν παιδιά πρώτα αλλά λίγοι το θυμούνται» είχε πει ο μικρός Πρίγκιπας της καρδιάς μας…

Το καλοκαίρι μετά την Πέμπτη Δημοτικού βρήκα ένα ποδήλατο και αποφάσισα να μάθω ισορροπία. Πόσες φορές είχα κάνει το γύρο της πλατείας με τις βοηθητικές του ρόδες να προσπαθούν να με ισορροπήσουν ούτε που θυμάμαι. Έμαθα, έφαγα και καμία τούμπα σίγουρα και όταν πια το είχα κατακτήσει, το αγαπημένο μου μέρος ήταν η κατηφορική στροφή για το Κατωμέρι όπου έπαιρνα φόρα και πραγματικά πήγαινα σφαίρα. Πόσο τυχερή που δεν κυκλοφορούσαν αμάξια…

Τα απογεύματα υπήρχε στο πρόγραμμα η ώρα του κεντήματος. Όταν η γειτόνισσα Ιφιγένεια έφτιαξε το σπίτι της στο χωριό μαζευόμασταν στην αυλή της και κεντούσαμε. Ένα καλοκαίρι θέλησα να μάθω την καρσάνικη βελονιά  και θα έλεγα ότι τα κατάφερα σχετικά καλά. Μέτρημα ένα-ένα τα κλωνιά με μεταξάκι χρυσό ή γαλάζιο. Όταν μου δοθεί χρόνος θα ήθελα πραγματικά να το επαναλάβω μιας και είναι υπέροχη κατασκευή και οι κατασκευές είναι για μένα χαρά και δημιουργία.

Μιας και ο λόγος είναι στα κεντήματα, στο πλάι κάθε κρεββατιού στο χωριό υπάρχει μια κεντημένη πάντα. Και αυτές της γιαγιάς μα και εκείνες της δικής μου μαμάς είναι πραγματικά τόσο όμορφες και δίχως αυτές αισθάνομαι πως πραγματικά κάτι λείπει από το δωμάτιο. Εικόνες που έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό μου εδώ και τόσα χρόνια…

Εκείνα τα απογεύματα τρώγαμε ψωμί με λάδι και ζάχαρη ή πάστα. Επίσης τρώγαμε και σαλάμι Λευκάδος, ήταν το μοναδικό αλλαντικό που είχαμε στο σπίτι. Συνήθεις που στο πέρασμα των χρόνων τυπώθηκαν στην καθημερινότητά μας και μας ακολουθούν έως σήμερα. Πολύ συχνά τα παιδιά μου ζητάνε να φάνε ψωμί με λάδι…

Παίζαμε στις αυλές κουτσό και λάστιχο, ίσως και να είχα φέρει μαζί μου από την πόλη κάποια καινούρια παραλλαγή σε αυτά μα και φόρτωνα στις αποσκευές μου κάποια από εκεί. Παίζαμε επίσης και με ένα σκοινάκι με δεμένες τις άκρες του μαζί. Έπλεκες στα δάκτυλα το σκοινάκι σε διάφορα σχέδια και πήγαινε από το χέρι του ενός στο χέρι του άλλου. Δεν θυμάμαι αν είχε κάποιο συγκεκριμένο όνομα, ήταν πάντως διασκεδαστικό. Και φυσικά το τραγούδι, είμαστε το ιππικό…

Τέλος της δεκαετίας του 70, τον Αύγουστο του 77, ευτυχώς οι φωτογραφίες γράφουν πίσω τους ημερομηνία, ήταν που ήρθε με τη μικρή βάρκα ο πατέρας στο χωριό. Θυμάμαι που για να την ασημώσουν του έριχναν νομίσματα, ήταν οι αγαπημένες μας δραχμούλες. Θαρρώ πως ήταν όνειρο ζωής. Α. ΕΛΛΑΣ έγραφε από τότε ο τηλεφωνικός μας κατάλογος. Όνειρο ζωής μιας και η θάλασσα κυλά μέσα μας και είναι κάποτε δρόμος ζωής. Αυτός ο δρόμος που αποζητάμε να περπατάμε στα μονοπάτια του. Αποζητάμε την αύρα της για να ταξιδέψουμε, να δροσιστούμε, να χαλαρώσουμε και ίσως μόνο για να αγναντέψουμε το μακρινό ορίζοντα που απλώνεται μαζί της. Είχε πάρει δίχτυα και τα έριχνε κάμποσα απογεύματα. Όχι βέβαια για την ψαριά αλλά σίγουρα για την ευχαρίστηση της βόλτας απόγευμα και πρωί. Πόσο γαλήνια ήταν η θάλασσα τα πρωινά που πηγαίναμε να τα σηκώσουμε. Η μικρή μας βαρκούλα έπλεε σε αυτά τα γαλαζοπράσινα νερά, η πλώρη της τάραζε τα νερά και η ψυχή σίγουρα ηρεμούσε, γαλήνευε, αγαλλίαζε. Ήταν και πιο εύκολες οι βόλτες στη Δεσίμι εκεί στα πάτρια της μαμάς, στο παππού Πάνο και τη γιαγιά Διαμάντω. Σημάδι πίσω από το χάλασμα των βράχων η πορεία που ακολουθούσαμε για να πάμε εκεί, απέναντι στη Λευκάδα και αριστερά.

Ο παππούς ο Πάνος ήταν ψηλός άνθρωπος, αυστηρός φάνταζε μπροστά στα παιδικά μου μάτια. Ήταν όμως ο άνθρωπος που στα νιάτα του ήταν πάντα πρόθυμος να σου προσφέρει τη βοήθειά του αν του το ζητούσες. Η δουλειά ήταν μάλλον πρώτη του προτεραιότητα και όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη εκεί. Παρότι υπήρχε μια σχετική οικονομική άνεση δεν σκεφτόταν ότι τα παιδιά του μπορεί για παράδειγμα να χρειάζονται ρούχα και παπούτσια. Ίσως πάλι να μην ήταν και σημαντικό για τα δεδομένα της εποχής. Σε μεγάλη ηλικία όταν ήταν έβαζε το μικρό του τ’ αγγόνι να φυλάει τσίλιες για να μπορεί να πίνει λίγο κρασί που για λόγους υγείας του το στερούσαν…  Ο παππούς έφυγε σε μεγάλη ηλικία πλήρης ημερών στα 94 του χρόνια. Μόλις η κόρη του πήγε στο χωριό, σαν να την περίμενε,

Διαβάστε όλο το άρθρο εδώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.