«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 9ο Μέρος | Τελευταίο

20200223_181528

Σήμερα ολοκληρώνεται το μυθιστόρημά μας «Στο Ίδιο Χρώμα».

Θα χαρούμε πολύ να έχουμε την γνώμη και τις παρατηρήσεις σας μέσα από σχόλια ή στο messeger της σελίδας.  θα θέλαμε πολύ να γνωρίζουμε τις εντυπώσεις σας, τόσο για το μυθιστόρημα όσο και για την αποδοχή της στήλης. Θα χαρούμε να φιλοξενήσουμε και δικά σας έργα, επώνυμα ή ανώνυμα (εσείς θα επιλέξετε).

Όλα τα μέρη του έργου θα τα βρείτε στην κατηγορία Παρουσιάσεις -κυκλοφορίες «Στο Ίδιο χρώμα» όπου σήμερα ολοκληρώνει το παρθενικό του ταξίδι στην δημοσιότητα.

    » Παράλληλα στο ένα της χέρι κρατά τα καπάκια από την πορτοκαλάδα που είχαν πιει τότε στον «ΚΑΒΟ» που μέσα στην κάθε τους μεριά της υπενθυμίζουν ‘’Χ Β’’.

Προβληματισμένη για άλλη μια βραδιά μαζεύει πάλι τα πράγματα του Χρήστου και τα κρύβει ξανά στο ντουλαπάκι της βιβλιοθήκης της. Αφού κλειδώνει κάθεται στο κρεβάτι της σκεπτική.

Δεν ξέρει αν έπραξε σωστά ή λάθος. Η αλήθεια είναι ότι της λείπει θέλει να τον δει. Αφήνει τα πράγματα να κυλήσουν και μόνα τους θα βρουν τον δρόμο τους. Δεν είναι ότι αδιαφορεί, περιμένει όμως κάπου, κάπως, κάποτε να λυθούν όλες αυτές οι πλευρές της δύσκολης αυτής κατάστασης. Δεν βάζει περιθώρια στον χρόνο. Είναι σίγουρη όμως ότι κάποια στιγμή κάτι θα γίνει.

Μερικές συνοικίες της Αθήνας  παρακάτω στο σπίτι του Αντρέα γίνονται οι απαραίτητες ετοιμασίες. Ο Χρήστος χαμογελαστός, σπάνιο αυτή την περίοδο, ετοιμάζει τα πράγματα του για το ταξίδι «μοναδική ευκαιρία» στο νησί. Χειμερινά αυτή τη φορά: πουλόβερ, μπλούζες, τζιν, μπουφάν είναι πάνω στο κρεβάτι του, έτοιμα να μπουν στο σάκο.

«Τα χαρτιά φέρε μου, μην τα ξεχάσω και πες μου ποιον ακριβώς πρέπει να βρω στην κοινότητα.»

Φώναξε στην μητέρα του. Το μυαλό του όμως είναι στο νησί. Πρώτη φορά όσο θυμάται τον εαυτό του ταξίδευε για εκεί τέτοια περίοδο. Όπως και να το κάνεις έχει την περίεργα να δει πως είναι.

Υπάρχουν διαφορές στο καράβι σε σχέση με το καλοκαίρι. Ο πολύ λίγος κόσμος κάθεται μέσα πίνοντας ζεστό τσάι ή καφέ. Το καράβι φαίνεται ότι πηγαίνει πιο γρήγορα άσε που κουνάει και περισσότερο. Το χρώμα της θάλασσας πιο σκούρο όπως και του καραβιού που φαίνεται πιο γέρικο πιο παλιό. Η ησυχία σου σπάει τα νεύρα. Ίσα που ακούγεται η φωνή από την τηλεόραση που αραιά και που κάνει χιόνια. Όλα είναι διαφορετικά σε σχέση με το καλοκαιρινό ταξίδι.

Καθώς φτάνει στην προβλήτα διαπιστώνει και στο νησί το πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα. Από τα χρώματα, από την κίνηση, από τους ίδιους τους ανθρώπους, που φαίνονται πιο μεγάλοι, πιο αργοί στις κινήσεις τους. Διακρίνεται όμως στο βλέμμα τους, πέρα από της δυσκολίες της ζωής στο νησί, η ελπίδα και η αισιοδοξία που πιο σπάνια την βλέπεις στην πόλη.

Παρόλο που είναι μεσημέρι, παρόλο που το κρύο και η υγρασία δίνουν έντονα το δικό τους παρών, ο κόσμος, ο λιγοστός κόσμος κυρίως οι άντρες είναι μαζεμένοι στην πλατεία. Ο Χρήστος καθώς πλησιάζει κοιτά επίμονα για να καταλάβει τι γίνεται. Μέσα στο πολλούς, για τα δεδομένα του νησιού, διακρίνει τον καπετάν Κώστα.

«Παππού…Παππού τι γίνεται;»

Ο καπετάνιος με γρήγορο βηματισμό κατευθύνεται προς τον εγγονό του.

«Αγόρι μου καλώς ήρθες, σε βλέπω είσαι μια χαρά έλα πάμε προς το σπίτι θα περιμένει η γιαγιά σου»

«Πάμε…μα… εδώ τι γίνεται; Γιατί τόσος κόσμος;»

«Πάμε παιδί μου θα τα πούμε σπίτι.»

Παππούς κι εγγονός διασχίζουν το δρόμο του χωριού και πλησιάζουν στο σπίτι. Ο ένας δίπλα στον άλλον, δυο διαφορετικές γενιές η κάθε μια με τα δικά της, δείχνουν όμως ότι είναι το ίδιο. Το χαμόγελο στο πρόσωπο του καθενός δείχνει ότι αλληλοσυμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Η κυρά Τασούλα στέκεται στην πόρτα Όσο και να είπε στον εαυτό της πως θα κρατηθεί δεν τα κατάφερε. Το κλάμα στην αγκαλιά του Χρήστου ακούγεται δυνατά.

«Αγόρι μου να σαι πάντα γερός  περαστικά παιδί μου να ναι όλα…για να σε δω…μια χαρά είσαι καμάρι μου όπως πριν.»

«Καλά είμαι γιαγιά μην αγχώνεσαι»

«Τι πέρασα παιδί μου….αχ τι πέρασα! Εκατό κεριά άναψα στην εκκλησία να σε χει η Παναγίτσα καλά»

«Τασούλα το΄ φαγες το παιδί με τους αγίους και τις εκκλησιές άστο να αφήσει τα πράγματα του, να κάτσουμε να φάμε να μας πει και τα νέα του.»

Ο Χρήστος της χαμογέλασε και ανέβηκε επάνω στο δωμάτιο να αφήσει το σάκο του. Η εικόνα του χώρου τον γυρίζει πίσω στο καλοκαίρι. Σε άλλη περίπτωση θα τα άφηνε όλα όπως είναι και θα κατέβαινε γρήγορα στην αγορά. Τώρα έχει καθίσει πάνω στο κρεβάτι και παρατηρεί όλες της λεπτομέρειες του δωματίου τις γωνίες, τους παλιούς τοίχους που έχουν να βαφτούν καιρό, τα ξύλινα παλιά παράθυρα. Ξεχωρίζει την έντονη μυρωδιά του κλειστού χώρου. Η σκέψη ξανά σ αυτή. Του έρχονται στο μυαλό όλες εκείνες οι στιγμές που έζησαν μαζί εκείνο το βράδυ σ αυτό το δωμάτιο.

«Χρήστο έλα να φάμε!»

Η φωνή της γιαγιάς του τον ξύπνησε. Με αργές κινήσεις έπλυνε τα χέρια του και κατέβηκε στην κουζίνα

Παρόλο που κάθεται μαζί τους το μυαλό του ταξιδεύει σε άλλες θάλασσες, το βλέμμα του δείχνει σαστισμένο. Με το ζόρι και μονολεκτικά απαντάει στις ερωτήσεις του πάππου του. Το μυαλό του είναι αλλού. Σκέφτεται το νησί και τον κόσμο τους γέρους που με δυσκολίες τα βγάζουν πέρα, τον ίδιο του τον παππού που παρά τα χρόνια του είναι δυνατός και ασχολείται μ ότι βρει.

Σκέφτεται το οικογενειακό του δέντρο  το πώς πορεύτηκε αυτή η οικογένεια τις προηγούμενες δεκαετίες κάτω από πιο δύσκολες συνθήκες. Το βλέμμα του σταματά στην φωτογραφία που είναι μισογερμένη στον τοίχο. Εκεί ξεχωρίζει ο παππούς του με την γιαγιά του, πολύ πιο νέοι, όπως και η μητέρα του με τα αδέρφια της ντυμένα με της σχολικές ποδιές. Δίπλα σε ξεχωριστή θέση και ασφαλώς κορνιζαρισμένο το παράσημο του καπετάνιου από την εθνική αντίσταση μέσα από της γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Ο Χρήστος αφήνει το πιρούνι μέσα στο πιάτο και τρίβει το πηγούνι του. Η σκέψη του πάλι στο καλοκαίρι και ταυτόχρονα στη βραδιά εκείνη στο Θησείο που την είδε με  άλλον.

«Δε θα φας άλλο;» πετάγεται η γιαγιά του.

Αυτός της χαμογελά και της πιάνει το χέρι.

«Γιαγιά είμαι μια χαρά θα κάνω μια βόλτα στην αγορά και θα τα πούμε πάλι πριν σουρουπώσει.»

Ο καπετάν Κώστας έχει ξαπλώσει ελαφρά προς τα πίσω επάνω στην καρέκλα και έχει κλείσει τα μάτια του.

«Αχ παιδί μου έτσι κάνει πάντα …κοιμάται πάνω στην καρέκλα και μετά από δεκαπέντε λεπτά θα ανέβει επάνω για να συνεχίσει τον ύπνο του ως τις πέντε.»

«Τον καλύτερο άντρα έχεις…και τον πιο όμορφο μην κάνεις παράπονα!»

Της λέει ο Χρήστος χαμηλόφωνα και παράλληλα με ύφος πονηριάς. Αυτή του χαμογέλασε και με ένα περήφανο βλέμμα άρχιζε να μαζεύει τα πιάτα.

Ο μεσημεριανός περίπατος στα μικρά δρομάκια του χωριού πέρα από την ησυχία και ηρεμία, του δίνει την δυνατότητα και τον προκαλεί να σκεφτεί την αλλαγή της περιοχής από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο. Όλα φαίνονται τελείως διαφορετικά. Τελικά έτσι αγαπάς κάτι: άμα το ξέρεις με τα λούσα του, άμα το ξέρεις και απαραποίητο παρατημένο.

Το καφέ της Βιβής κλειδαμπαρωμένο δε θυμίζει τίποτα από τις καλοκαιρινές επισκέψεις των παιδιών. Μόνο φύλλα από τα δέντρα πεσμένα πάνω στην πλακόστρωτη αυλή και ένα παρατημένο τραπέζι διέκρινε και περπάτησε μέχρι το επόμενα καφενείο. Έκατσε μόνος του και παρήγγειλε ελληνικό καφέ. Η ματιά του γυρίζει παντού. Αποκρυπτογραφεί ότι υπάρχει γύρω του. Του αρέσει το γεγονός ότι βρίσκεται μπροστά στη θάλασσα μαζί με όλα τα εργαλεία της.

Μετά από λίγα λεπτά εμφανίζεται μπροστά ο Νίκος. Πόσο χάρηκε όταν είδε ένα νέο άνθρωπο να φτάνει στο μαγαζί. Φάνηκε και στο πρόσωπο του. Ο Νίκος όμως, παρόλο που του έκανε εντύπωση η εικόνα που έβλεπε μπροστά του, έδειχνε πιο αυστηρός πιο άγριος.

«Καλώς τα παιδιά απτήν πρωτεύουσα» του είπε και κάθισε δίπλα του.

«Καλώς σας βρήκα…Νίκο πες μου τα νέα σου, όλα καλά;»

«Καλά φίλε μου… ε… τρέχουμε με διάφορα.»

Ο Χρήστος πίνει τον καφέ του και με ύφος παλιού γέροντα συνταξιούχου τον ρωτάει.

« Τι έγινε;»

«Δε στα είπε ο παππούς σου;»

«Όχι δεν είπαμε τίποτα. Μέχρι να τον δω, φάγαμε, καταλαβαίνεις. Πες μου όμως τι έγινε;»

«Το μεσημέρι μας είδες εκεί στην πλατεία που είχαμε μαζευτεί;… Μαζευτήκαμε γιατί όλες αυτές τις μέρες είχαμε μπλεξίματα τουλάχιστον όσοι ασχολούμασταν με το ψάρεμα.»

«Τι πάθατε σας έφυγαν τα ψάρια;» του είπε ο συνομιλητής του και χαμογέλασε.

«Δε φύγανε ακριβώς. Να μας τα πάρουν θέλουν… Λοιπόν άκου για να μη σε μπερδεύω και στα φέρνω γύρω γύρω. Ήρθε μια οδηγία απ’ την Ευρώπη, απ’ την κυβέρνηση και δεν ξέρω από ποιους άλλους διαόλους που λέει πως στο νησί μας πρέπει να βάλουμε ιχθυοκαλλιέργειες…κλουβιά κατάλαβες;»

«Παρακάτω τι πρόβλημα υπάρχει;»

«Το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι απαγορεύεται το ψάρεμα στη γύρω περιοχή κι αυτό για εμάς τους μικροψαράδες που βγάζουμε ένα μεροκάματο θα μας τελειώσει… Θα μας αφανίσει.»

Μετά την παύση, ο Χρήστος κάθεται σκεπτικός ρίχνοντας το βλέμμα του έξω στη θάλασσα. Ο Νίκος ανάβει τσιγάρο, ξεφυσάει και συνεχίζει.

«Και το θέμα πιο είναι; Ότι θα καταστραφεί κι η περιοχή τουριστικά. Όλη η θάλασσα εδώ τριγύρω θα γίνει βούρκος.»

«Εσείς τι κάνετε γι’ αυτό;»

«Μαζέψαμε όλους τους ψαράδες εκεί στο σύλλογο και τους τα είπαμε… Ο παππούς σου δηλαδή που ξέρει και κάτι παραπάνω. Όλοι συμφωνήσαμε να μην τους αφήσουμε να βάλουν τα κλουβιά στο νησί. Το βάλαμε και θέμα στην κοινότητα, ο πρόεδρος είπε ότι συμφωνεί μαζί μας και μετά ο αλήτης έπιασε κουβέντα με τον Σπερνό που είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρίας και συμφώνησαν πίσω από τις πλάτες μας να βάλουν τα κλουβιά πίσω απ’ τον Κάβο.»

«Καλά εσείς δεν του είπατε τίποτα;»

«Τι να πούμε; Εδώ μας κοροϊδεύουν και οι ίδιοι οι πατριώτες μας. Ο παππούς σου μετά από αυτό μάζεψε τον κόσμο στο σχολείο και τους γονείς, και τον συνεταιρισμό, όλους και τους μαγαζάτορες. Και τους εξήγησε ότι είναι σοβαρό πρόβλημα, όχι μόνο για μας τους ψαράδες, αλλά για όλο το νησί. Τον χάρηκα τον καπετάν Κώστα. Τους τα ‘πε όπως έπρεπε. Έπρεπε να ήσουν εδώ να τον ακούσεις. Δεν τον έβαζε κάτω ούτε ο τριαντάρης. Καλύτερα κι από δικηγόρος τα ‘λεγε.»

«Μπράβο ο παππούς. Δεν το περίμενα!»

«Τώρα απλά περιμένουμε. Είπαν σε ένα μήνα πως θα ξανάρθουν να κουβεντιάσουμε. Εμείς τους το είπαμε ξεκάθαρα. Θα τους πετάξουμε στη θάλασσα!»

Όλη τη νύχτα και την επόμενη μέρα  Χρήστος είχε συνέχεια στο μυαλό του ένα πράγμα, να προσπαθήσει να μιλήσει στον παππού του. «Τόσα ξέρει… Κάτι θα μου πει και μένα, κάπως θα βοηθήσει. Εδώ μπήκε μπροστά και μάζεψε όλο το χωριό για τα κλουβιά, εμένα θα μ’ αφήσει έτσι;… Αποκλείεται.» Είναι όμως κι η ντροπή που νοιώθει, που τον μαζεύει, που τον γυρίζει πίσω. Ψάχνει να βρει την αφορμή για να  ανοίξει την καρδιά του.          Καθώς ο καπετάν Κώστας πίνει τον απογευματινό καφέ του και προσπαθεί να διαβάσει την τοπική εφημερίδα, που κάνει αναλυτικό ρεπορτάζ για τα γεγονότα στο νησί, ο Χρήστος γυρνάει βόλτες πάνω κάτω, πότε μέσα στο σπίτι, στην κουζίνα, στο διάδρομο.

«Παππού… παππού μ’ ακούς;»

«Έλα» του απαντάει με βαριά φωνή δείχνοντας πόσο απορροφημένος είναι από το άρθρο.

«Θα πας βόλτα στο καφενείο;»

«Τώρα σε λίγο θα πάω, τι θες;»

«Να… έλεγα να πάμε παρέα για να τα πούμε για λίγο.»

«Γιατί, έγινε τίποτα; Αγχώνεσαι για τα έγραφα; Μην ασχολείσαι καθόλου. Θα πας την Δευτέρα το πρωί στην κοινότητα, θα βάλεις την δική σου υπογραφή και θα είσαι έτοιμος. Τα έχω κανονίσει όλα.»

«Εντάξει γι’ αυτό σε θέλω, αλλά και για κάτι άλλο…»

«Ότι θες παιδί μου. Σε δέκα λεπτά θα φύγουμε παρέα.»

Είναι πρώτη φορά που ο Χρήστος θα έκανε σοβαρή κουβέντα με τον παππού του. Ένοιωθε κι ο ίδιος πολύ μεγαλύτερος. Άντρας απέναντι σε άντρα. Έχουν και οι δύο πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Η τσέπη και των δυο ποτέ δεν ήταν βαριά κι ούτε τους ένοιαζε να βαρύνει, άγχος και πανικός δεν τους έπιανε ποτέ, παρά μόνο για τα σοβαρά. Κι οι δύο ήταν πρώτοι στην παρέα τους, στις χαρές, στο γλέντι, όπως επίσης και οι δύο με το ίδιο πάθος ερωτεύτηκαν. Όταν κάθισαν στο καφενείο ο καπετάνιος με περηφάνια έχοντας δίπλα τον εγγονό του παρήγγειλε τα μεζεδάκια και τα απαραίτητα ουζάκια για να ξεκινήσει η παρτίδα…

«Έμαθα και τα νέα σας εδώ.»

Είπε ο Χρήστος δίνοντας την αφορμή στον παππού του για να ξεκινήσει.

«Άσε παιδί μου, μ’ αυτούς που μπλέξαμε θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα. Αυτοί έχουν στόχο να καταστρέψουν όλους τους μικροψαράδες που με το ζόρι τα βγάζουν πέρα και να γίνει όλη η περιοχή ένα τεράστιο κλουβί που θα κάνουν κουμάντο μεγάλοι επιχειρηματίες. Θα καταστρέψουν την ομορφιά της περιοχής και σε λίγα χρόνια ούτε το καλοκαίρι για μπάνια δε θα έρχεστε στο νησί… Αμ οι ταβέρνες, τα δωμάτια που νοικιάζονται, αυτά που τα πας; Κι αυτά θα τα πάρει και θα τα σηκώσει.»

«Γιατί ρε παππού είναι κακό να υπάρχουν ιχθυοκαλλιέργειες;»

Ο καπετάν Κώστας του χαμογελά και τον χτυπάει ελαφρά στον ώμο.

«Άκου Χρήστο μου. Κακό δεν είναι ότι καινούριο φτιάχνεται. Το θέμα είναι που θα το φτιάσουνε, ποιόν θα εξυπηρετεί και ποιόν θα ζημιώνει. Και στο κάτω κάτω αυτό που θέλουν να φτιάξουν εδώ δεν εξυπηρετεί κανέναν παρά μόνον αυτούς. Επομένως είναι κακό. Τελεία και παύλα.»

Το μάτι του έδειξε ότι γυάλισε. Θύμωσε πάλι. Νόμιζε κανείς ότι απέναντί του είχε τον εχθρό του κι όχι τον εγγονό του.

«Εντάξει ηρέμησε, μην κάνεις έτσι… ούτως η άλλως έμαθα πως εδώ ο κόσμος στήριξε την προσπάθεια που κάνατε. Μου είπαν και για σένα… Τα καλύτερα.»

Ο καπετάνιος πίνει λίγο απ’ το ποτήρι του και φαίνεται ότι καμαρώνει.

«Μην νομίζεις παιδί μου πως ήταν εύκολο.»

«Μα έτσι που τα λες γιατί κάποιος να διαφωνεί;»

«Δεν είναι όλοι το ίδιο… Υπάρχουν κι ευκολόπιστοι, υπάρχουν κι άλλοι που σου λένε έτσι και μετά στην πράξη το πάνε αλλιώς… Και δυστυχώς αυτοί δεν είναι μόνοι τους. Έχουν και πλάτες, καταλαβαίνεις για τον πρόεδρο σου λέω και βέβαια υπάρχουν κι άλλοι που τους θυμάμαι πάντα, που λένε συνέχεια το ίδιο. Δεν αλλάζει τίποτα, δε θα κερδίσεις τίποτα κι άλλα τέτοια.»

Ο Χρήστος τον κοιτάει στα μάτια. Απ’ τη μία δείχνει ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτά που λέει, απ’ την άλλη όμως θέλει να του κάνει την κουβέντα σχετικά με τη Βάλια. Ο καπετάνιος όμως το βιολί του. Βουτάει το ψωμί του στο λάδι της σαρδέλας, το βάζει στο στόμα του, πίνει μια γουλιά ούζο και συνεχίζει την κουβέντα του.

«Α ρε τι θα γίνει μ’ αυτούς! Μια ζωή σκυμμένη ήταν. Θυμάμαι Χρήστο παιδί μου τον καιρό στον πόλεμο ο κόσμος δεν ήταν αυτός που νομίζεις εσύ σήμερα. Δεν ήμασταν όλοι το ίδιο. Απ’ την πορεία και τη δράση που έκανε ο καθένας πήρε και το παράσημο του. Άλλοι αναγνωρίστηκαν ως ήρωες, άλλοι ως ρουφιάνοι κι άλλοι ως ανθρωπάκια. Και μη νομίζεις πως απ’ την πρώτη μέρα ήμασταν όλοι έτοιμη για να βγούμε στο βουνό. Σπίτι σπίτι πηγαίναμε για να καταφέρουμε να βγάλουμε τον κόσμο έξω. Και τότε τι ήμασταν, πιτσιρίκια, δεκαεφτά με είκοσι χρονών το πολύ ο καθένας.»

Ο Χρήστος καταφατικά κατεβάζει το κεφάλι του. Νοιώθει ότι δίπλα του έχει έναν ήρωα, ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας. Κάνει την προσπάθεια να τον διακόψει.

«Ναι όμως τότε παππού ο κόσμος βγήκε, και μάλιστα ήταν αρκετός… Τώρα τι γίνεται; Τώρα που είχαμε τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, τόσες πορείες κάναμε και τα παιδιά που είναι απο εδώ απ’ το χωριό, όσο κι αν τους μίλησα δεν εμφανίστηκε κανένας.»

«Θα ‘ρθουν αυτές οι στιγμές παιδί μου. Καλώς ή κακώς θα ‘ρθουν αυτές οι στιγμές. Εγώ τι ήμουνα; Έτοιμος να πολεμήσω; Ο παππούς του Βασίλη τι ήτανε έτοιμος;… Έρχεται όμως εκείνη η στιγμή που πρέπει να αντιδράσεις και βέβαια να σαι και συ καλός για να τον κερδίσεις. Πάντα υπάρχει πρώτη φορά, η απειρία, έτσι μαθαίνεις και προχωράς. Αυτό μας βοήθησε και στη συνέχεια…»

Το πρόσωπό του έδειχνε μια τεράστια καλοσύνη. Καταλάβαινες πως στο πίσω μέρος του μυαλού του περνούν χιλιάδες μικρές κα μεγάλες στιγμές που έζησε στη ζωή του. Η ματιά του πέφτει πάνω στον Κώτσο που κάθεται στο διπλανό τραπέζι. Ο καπετάνιος παίρνοντας το κανονικό του ύφος φωνάζει να τον κεράσουν το γνωστό «περιποιημένο», όπως αποκαλούσε ο Κώτσος το ούζο, έβαλε μια σαρδέλα στο στόμα του και χωρίς να την καταπιεί καλά, συνεχίζει.

«Αλλά μη νομίζεις πως κι αυτοί δεν είναι δυνατοί. Άσε που ώρες ώρες γίνονται και πιο μάγκες και μας πείθουν. Ισχυρή Ελλάδα λέει τώρα ο Σημίτης κι άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Ξέρεις από πότε το λεγαν αυτό; Απ’ τον καιρό που ζούσε ο πατέρας μου, που είχαμε το Βενιζέλο και το αποτέλεσμα ήτανε φτώχεια, κυνηγητό και πόλεμοι. Με το ίδιο σύνθημα και τώρα πείσανε τον κόσμο και φτωχοί και πλούσιοι έπαιξαν τα λεφτά τους στο χρηματιστήριο που άκουσα τώρα  πως έκανε φούσκα… Πάει ο κοσμάκης, έχασε τα λεφτά του…όρσε Ισχυρή Ελλάδα. Αχ παιδί μου, στο νοσοκομείο που ήσουν είχαν τους ασθενής στους διαδρόμους κι όλοι οι γιατροί έπεφταν από πάνω για να πάρουν το φακελάκι. Αμ το άλλο; Το Σεπτέμβρη στην Αθήνα, έπεσαν τα σπίτια απ’ το σεισμό  και σκοτώθηκε ο κόσμος…κι όλα αυτά στην ισχυρή Ελλάδα.»

Ο Κώτσος δίπλα ανοιγοκλείνει τα μάτια του αργά, κάθεται σταυροπόδι και κοιτά τον καπετάν Κώστα μες στα μάτια. Ο Χρήστος ξεφυσάει και του απαντά χαμηλόφωνα. «Δίκιο έχεις».

Έξω κοντεύει να νυχτώσει. Ακούγεται μόνο ο αέρας που βρίσκει πάνω στις βάρκες που κι αυτές χτυπιούνται μόνες τους σαν να αυτοτιμωρούνται πάνω στη θάλασσα. Μόνο το καφενείο δείχνει ότι έχει φως κι άλλες δυο λάμπες που ακόμα δεν κάηκαν στην πλατεία. Ο Χρήστος πίνει μια δυνατή γουλιά και σπρώχνει την καρέκλα του κοντά στον παππού του. Πάει αποφασισμένος.

«Ξέρεις παππού, ήθελα να σου πω κάτι άλλο.»

«Τί;»

«Να, έχει σχέση με το καλοκαίρι, τότε που χτύπησα.»

«Τι παιδί μου, πες  μου.»

Ο Χρήστος παίρνει ύφος θέλοντας να δήξει ότι είναι μεγάλος άντρας πια, αλλά η φωνή του, τον προδίδει ακούγεται η φωνή ενός εικοσάρη με απειρία με τρακ,  αραιά και που τρεμάμενη, μιας και συνομιλητής του δεν είναι και κανένας τυχαίος  «Να ξέρεις εκείνες τις μέρες… ήμουνα μαζί με τη Βάλια»

Ο καπετάνιος, θέλοντας να τον βγάλει απ’ τη δύσκολη θέση τον διακόπτει.

«Ξέρω παιδί μου, ξέρω. Την κόρη του Νίκου του γιατρού.»

«Ναι αυτή σου λέω. Το θέμα είναι ότι μετά απ’ τα γεγονότα αυτά χαθήκαμε… και…»

Ο καπετάν Κώστας τον ακουμπά στοργικά στον ώμο. Πίνει μια γουλιά ώσπου ν’ αδειάσει το ποτήρι του.

«Άκου παιδί μου. Είναι αυτό που σου ‘λεγα και πριν. Θα έρθουν πιο ευχάριστες, μπορεί και πιο δύσκολες στιγμές στη ζωή σου. Το θέμα είναι να μην κάνεις ποτέ πίσω κι αυτό ισχύει για όλα. Και για τις σπουδές σου και για τη δουλειά σου όπως κι εμείς τώρα που τρέχουμε με τα κλουβιά και τους ψαράδες, ακόμα κι αυτό που μου λες τώρα για τη μικρή. Μια στιγμή μπορεί να σε αλλάξει… Μια κατάσταση μπορεί να σου φέρει τα πάνω κάτω. Αν όμως δεν έχεις μάθει να αντιδράς, να νιώθεις θα μείνεις εκτός, θα κάνεις λάθος μόνο και μόνο επειδή δε θ’ αντιδράς. Αν έχεις μάθει, αν έχεις ακούσει ή αν για πρώτη φορά διεκδικείς και πίσω να σε πήγε η ζωή, δεν χάνεσαι! Μπορεί να ξαναβγείς μπροστά για τα δικά σου. Για τα απλά και τ’ αυτονόητα, για μα θέση στον παράδεισο. Αυτό είναι ο παράδεισος κι όχι αυτά που λέει η γιαγιά σου. Είναι η δράση σήμερα για τα απλά και τα μικρά που αύριο θα φέρουν τα ωραία και τα μεγάλα. Αυτά έχω να σου πω, που μου τ άμαθε η ίδια μου η ζωή από την ηλικία σου που ήμουν στο βουνό ως και σήμερα»

Ο Χρήστος έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. Στέκεται προβληματισμένος δείχνοντας την ενοχή του για πράγματα που δεν έκανε. Το βλέμμα του κολλημένο πάνω στον παππού του.

«Δε σηκώνεσαι να φύγουμε τώρα; Είναι κι η ώρα περασμένη. Θα μας ψάχνει η γιαγιά σου.» λέει στον μικρό και τον σηκώνει.

Ο Κώτσος δίπλα, έχει απορροφηθεί κι αυτός απ’ τα λεγόμενα του καπετάνιου. Καθώς προχωρούν μπροστά του, προς την έξοδο σταματάει το Χρήστο με το πόδι του και του λέει:

«Έχει δίκιο ο παππούς σου, να τον ακούς χικ… Ο έρωτας κι η δράση στη ζωή είναι στο ίδιο χρώμα χικ… κι άμα τ’ αφήσεις σ’ άφησαν κι είσαι συνέχεια λιώμα χικ…»

Ο καπετάν Κώστας ανοίγει την πόρτα του καφενείου, ανασηκώνει το γιακά απ’ το παλτό του και προχωρά. Ο Χρήστος πιο πίσω σκέφτεται τις κουβέντες του, ενώ παράλληλα τον παρατηρεί. Τα βήματά του αργά και βαριά, προδίδουν την ηλικία του. Είναι κιόλας ογδόντα. Όλοι τον ξέρουν και μιλούν γι’ αυτόν. Τον καιρό της αντίστασης απ’ τα χέρια του δεν έφυγε  ζωντανός κανένας φασίστας γερμαναράς. Μα και για πιο μετά λένε, για τα κέφια και τις χαρές του στα βιολιά και τα πανηγύρια. Πρώτος στο χορό και το τραγούδι. Η θάλασσα ήταν όμως πάντα δίπλα του. Με τα καλά της και με τα κακά της. Απ’ αυτή μεγάλωσε και τα πέντε του παιδιά, απ’ αυτή έφτιαξε το σπίτι του, αυτή βλαστημούσε όταν ανέβαζε τα δίχτυα άδεια.»

Τέλος

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο της σελίδας  για την εμπιστοσύνη και την τιμή , να μας  παραχωρήσει προς δημοσίευση το πρώτο του «πνευματικό παιδί».

Ευχή μας είναι να ακολουθήσουν και άλλα, και σύντομα να εκδοθεί και σε βιβλίο.

Περιμένουμε τα δικά σας σχόλια.

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 3ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 4ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 5ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 6ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 7ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 8ο Μέρος

2 comments

  1. Το μυθιστόρημα μας ταξιδεύει πίσω στα όμορφα και αθώα (!?) παιδικά μας χρόνια. Το νησί που διαδραματίζεται η ιστορία θα μπορούσε άνετα να είναι και το Μεγανήσι !

    Μου αρέσει!

  2. Σίγουρα δεν είμαι συγγραφέας ή κάτι παρόμοιο..Άλλωστε στο νησί όλοι πάνω κάτω γνωριζόμαστε είτε για τα καλά μας είτε για τα κακά μας.Πριν χρόνια λοιπόν αποφάσισα να γράψω στο λιγοστό ελεύθερο χρόνο μου αυτήν την ιστορία -που δεν είναι αληθινή- και απλά μετά την ολοκλήρωση της την έστελνα σε φίλους για γνώμες σχόλια κλπ.Η επιμονή της Έλλης να το δημοσιεύσω με έπεισε και έτσι βρέθηκε στην αγαπημένη (όπως φαίνεται) σελίδα μας.Πραγματικά μέσα απ την καρδιά μου την ευχαριστώ πολύ γιαυτό.όπως βέβαια και για την συνολική της στάση στα τόσα χρόνια πραγματικής και αληθινής φιλίας που έχουμε. Λίγα λόγια για την δουλειά.Αυτό που προσπάθησα να αναδείξω μέσα απ το κείμενο είναι ο προβληματισμός των νέων ανθρώπων στην εποχή μας. Προσπάθησα να προτείνω στον νεότερο κόσμο πως όπως σκέφτεται, αγωνιά, σιχτιρίζει, τιμωρεί, επικροτεί ονειρεύεται λυπάται και χαίρεται για έναν άνθρωπο που ερωτεύεται έτσι πρέπει να κάνει και με το σύνολο της ζωής του για πράγματα που τον απασχολούν μικρά η μεγάλα. επιδιώκω να προβάλω πως πρέπει να σταματήσει η λογική του άραξε, δεν ασχολουμε δεν ενδιαφέρομαι ενώ την ίδια στιγμή το ίδιο άτομο για την σχέση του μπορεί να κάνει τα πάντα. από αυτό προκύπτει και ο τίτλος ΣΤΟ ΊΔΙΟ ΧΡΏΜΑ.
    Ελπίζω όσοι το διαβάσατε να μην έγινα κουραστικός και να σας άρεσε. θα μου άρεσε επίσης να ακουστούν γνώμες (αρνητικές θετικές) και οποιαδήποτε σκέψη.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.