«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 8ο Μέρος

20200223_181528

Το πρωί της Δευτέρας ο καιρός ήταν όπως όλες τις προηγούμενες μέρες, βροχή και αέρας. Ο ήλιος έχει να φανεί μέρες. Σε όλη την πρωτεύουσα υπάρχει το ίδιο γκρι χρώμα, φασαρία απ’ τ’ αυτοκίνητα, τα φορτηγά και τα λεωφορεία, παρέα με κορναρίσματα και σφυρίγματα απ’ την τροχαία. Ο Χρήστος με αργό αλλά σταθερό βηματισμό κατευθύνεται προς το πανεπιστήμιο. Από μακριά ακούγονται τραγούδια από χαλασμένα ηχεία, οι αφίσες έχουν πλημμυρίσει το γύρο, τα πανό έχουν στολίσει τον κάθε τοίχο, τα τραπεζάκια που έχουν οι παρατάξεις τις σχολής είναι όλα γεμάτα. Έτσι γίνεται ούτως ή άλλως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, όπου όλοι ετοιμάζονται για τον εορτασμό του Πολυτεχνείου, με τις γενικές συνελεύσεις, με τις ανακοινώσεις στα μαθήματα, με τις μόνιμες προβολές βίντεο στο φουαγιέ της σχολής. Ο Χρήστος σ’ αυτά δε μένει απ’ έξω, τα παρακολουθεί. Από τις συζητήσεις γίνεται καθαρό πως η νεολαία δεν είναι κάτι ξένο από την υπόλοιπη κοινωνία, έχει όμως τα δικά της χαρακτηριστικά. Πολλοί αδιαφορούν. Άλλοι το θεωρούν σαν ένα μνημόσυνο στους νεκρούς των γεγονότων του ’73. Άλλοι ανατριχιάζουν μόνο με τα γεγονότα εκείνων των ημερών και ψάχνουν τη λεπτομέρεια. Αρκετοί κλείνουν τη δημοκρατία σε όλους τους τόνους. Άλλοι κατεβάζουν με πέτρες τις βιτρίνες γιατί φταίει το κράτος! Ο Χρήστος πιο πολλοί συμφωνεί μ’ αυτούς που βγάζουν συμπεράσματα από τότε, παίρνουν διδάγματα, όπως επίσης φέρνουν σε σύγκριση την τότε εποχή με το σήμερα και βλέπουν τους ίδιους εχθρούς ντόπιους και ξένους ντυμένους τώρα με το κοστούμι της αμερικανόφερτης δημοκρατίας που διαδέχτηκε την αμερικανόφερτη δικτατορία. Απόδειξη σε αυτό   η επίσκεψη του Κλίντον στην Αθήνα δυο μέρες μετά το συλλαλητήριο και το γνωστό «Ευχαριστούμε τους Αμερικανούς» από τον πρωθυπουργό τα προηγούμενα χρόνια

Παρακολουθεί τους συμφοιτητές του, τους φίλους του που βρίσκονται σε μια κινητικότητα. Την προηγούμενη νύχτα έξω απ’ τη σχολή, χτύπησαν πιθανότατα φασίστες, τον Ζήση στο χέρι. Ο Χρήστος δεν μπορεί να συμμετέχει σ’ αυτά λόγω της κατάστασής του. Είναι θολωμένος με όλα αυτά. Απ’ τη μία τα γεγονότα στη σχολή, απ’ την άλλη η Βάλια να χώνεται εμβόλιμα στο μυαλό του και να τον βασανίζει. Ένα μόνιμο «γιατί». Πως θα γίνει να τη βρει να της μιλήσει. Σκέφτηκε να κατέβει στην ιατρική αλλά μετά μπαίνει μέσα του κι ο εγωισμός ή το γεγονός ότι είναι κοντό το μαλλί του και σημαδεμένος στο πρόσωπο. «Πώς θα με δει έτσι;» προβληματίζεται. Παράλληλα όμως συμμετέχει σε όλα τα υπόλοιπα δρώμενα της σχολής.

Το απόγευμα που γύρισε σπίτι η κατάσταση ήταν σαν καζάνι που έβραζε. Ο Αντρέας πάνω κάτω βόλτες στο σαλόνι. Η Φωτεινή στην κουζίνα δείχνει ότι καθαρίζει τον πάγκο.

«Καλησπέρα»

«Καλησπέρα αγόρι μου» μονολογεί η μάνα του και τον κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω.

«Για να είναι καλή πρέπει να συμμαζευτείς Χρήστο. Θέλει προσοχή, τα έχουμε πει τόσες φορές. Μάλλον δεν καταλαβαίνεις» πετάγεται ο Αντρέας.

«Τι εννοείς, δε σε καταλαβαίνω;»

«Ρε παιδί μου δε χρειάζεται τώρα να τρέχεις γι’ αυτά. Δε βλέπεις τι γίνεται; προχθές στη διαδήλωση που κάνανε χτύπησαν δέκα φοιτητές. Χθες έσπασαν το χέρι του φίλου σου του Ζήση. Μαζέψου. Εσύ λίγα πέρασες;»

«Άλλο πράγμα να προσέχω λόγω του ατυχήματος κι άλλο να μη συμμετέχω. Τα ‘χουμε ξαναπεί αυτά. Πάλι τα ίδια θα λέμε;»

«Ναι, πρέπει να σταματήσεις. Όσο εκτίθεσαι σε τέτοιους κινδύνους μεγαλώνεις τις πιθανότητες να πάθεις κακό. Ούτως ή άλλως τα πράγματα δεν αλλάζουν. Δε το βλέπεις; Διαδηλώσεις, απεργίες και τίποτα. Τα πράγματα δεν αλλάζουν.»

Ο Χρήστος ξεφυσάει. Η οικογένεια βρίσκεται σε κρίση. Υποχωρεί πάνω στις αντικειμενικές δυσκολίες. Όχι μόνο στο θέμα της υγείας του μικρού αλλά γενικά στις αρχές, στις ιδέες της. Το επισφράγισμα το δίνει η Φωτεινή.

«Εμείς να είμαστε καλά παιδί μου. Όλα τ’ άλλα κουτσά στραβά θα τα βρούμε.»

«Για καθίστε γιατί θα με τρελάνετε. Εσύ ρε πατέρα στη χούντα, τις μέρες του Πολυτεχνείου στο δρόμο δεν ήσουνα; Τα μέτραγες αυτά που μου λες τώρα; Τώρα τι κάνεις, μας το παίζεις ήσυχος;»

«Άλλο εγώ.»

« Ε τότε βάλτε με σε μια γυάλα να με κοιτάτε σαν να είμαι χρυσόψαρο, να μη σας πάθω και τίποτα.»

«Μα…»

«Τι μα, δεν έχει μα. Εδώ πρέπει να κοιτάξουμε τα συμφέροντά μας, κι εσείς στη δουλειά κι εγώ στη σχολή. Βγήκε ποτέ άκρη όταν κάναμε τις κότες; Και μια που μου λες ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν. Εσύ πως περιμένεις να αλλάξουν τα πράγματα από τη μια μέρα στην άλλη;… Όταν βγήκες απ’ τη γκρεμισμένη πόρτα του πολυτεχνείου τι έγινε; Στις 18Νοέμβρη έπεσε η χούντα;… Όχι. Έπαιξε όμως σημαντικό ρόλο η εξέγερση αυτή. Έδωσε την αφορμή για να φύγει η χούντα τον επόμενο χρόνο. Άσε που ξύπνησε και ένα κόσμο και ξεφοβήθηκε. πήρε τα πάνω του, παραδειγματίστηκε!  Θέλει αγώνα πατέρα με όλους τους τρόπους. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Πάω μέσα…»

«Δε θα φας;» πετάγεται η Φωτεινή.

«Όχι» της φώναξε και έκλεισε με δύναμη την πόρτα του δωματίου του.

«Που είσαι ρε Σωκράτη να τους πεις και τ’ άλλα τα καλά που έλεγες στη συνέλευση.» σκέφτηκε κι άρχισε να διαβάζει την εφημερίδα του.

 

Το πρωί της επόμενης μέρας είναι ακόμα σκοτεινό. Τα  σύννεφα είναι τόσο πυκνά που έχουν κρύψει και το λιγοστό φως της μέρας. Δε θέλει να ξημερώσει με τίποτα. Ο Χρήστος με τον Αλέξη από νωρίς βρίσκονται έξω απ’ το πολυτεχνείο. Είναι με ένα φραπεδάκι ο καθένας στο χέρι και κουβέντα με τις ώρες, όπως και σε όλα τα πηγαδάκια τριγύρω, για τα συμπεράσματα από τους αγώνες της  νεολαίας, των εργαζομένων, των οικοδόμων, όλο το λαό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο . Στο χώρο όλο και μαζεύεται κόσμος, όλες οι ηλικίες μαθητές εργάτες, συνταξιούχοι φοιτητές όπως τότε…

Απ’ τα γέρικα πια μεγάφωνα ακούγεται «Στεφάνι καταθέτει ο σύλλογος φοιτητών νηπιαγωγών Αθήνας. Ο Χρήστος με περηφάνια χτυπάει δυνατά παλαμάκια καθώς βλέπει το φίλο του Σωκράτη να καταθέτει το στεφάνι  του συλλόγου του στο μνημείο.

Υπάρχει μια έντονη κινητικότητα. Πέρα από κάποια μικροεπεισόδια της προηγούμενης ημέρας, φέτος ο εορτασμός δεν είχε επεισόδια όπως τις προηγούμενες χρονιές. Πρόσεξαν γι’ αυτό και οι ομάδες περιφρούρησης μα πιο πολύ η σημαντική παρουσία χιλιάδων εργαζομένων απ’ όλη την Αττική. Καθώς πλησιάζει το μεσημέρι, όλοι μαζεύονται απ’ έξω για να ετοιμαστούν για τη μεγαλειώδη απ’ ότι φαίνεται πορεία.

«Σωκράτη που μαζευόμαστε;»

«Πάρε όποιο γνωστό βλέπεις και κατευθυνθείτε έξω απ’ το Μινιόν… θα δείτε και το πανό του συλλόγου.»

Έτσι κι έγινε. Ξεκίνησε μια ομάδα να ανεβαίνει την Πατησίων προς τα πάνω. Ο δρόμος γεμάτος φοιτητές, πανό, σημαίες πλακάτ. Πίσω από τα βλέμματα των νέων που βρίσκονται εκεί, μπορείς να διαπιστώσεις πολλά. Την οργή για την συνολική κατάσταση, την εκδίκηση για τους νεκρούς, αλλά και την ελπίδα για το νέο που έρχεται μετά από τέτοιου είδους εξεγέρσεις όπως τότε.   Ούτε οι ψιχάλες τους μάζευαν, ούτε το κρύο. Τα συνθήματα ακολουθούσαν το ένα τ’ άλλο. Ο Χρήστος χαζεύει τα πανό.

‘’Το Πολυτεχνείο ζει. Έξω οι Αμερικανοί.

Σ.Φ. Ιατρικής’’.

Το βλέμμα του κολλάει «Δε μπορεί κάπου εδώ θα βρίσκεται.»σκέφτηκε ενώ οι παλμοί του ανεβαίνουν με γεωμετρική άνοδο .Σταματά και κοιτάει τριγύρω. Τίποτα δεν τη βλέπει πουθενά

«Α ρε Βάλια που είσαι ρε πουλάκι μου» μονολογεί

«Χρήστο Χρήστο άντε προχώρα θα χάσουμε τους άλλους» πετάγεται ο Ζήσης

«Προχωράτε εσείς, μια στιγμή να δέσω τα κορδόνια μου»

Του απαντά ο Χρήστος σκύβει και κάνει ότι ασχολείται με τα παπούτσια του. Το βλέμμα όμως εκεί κολλημένο μπας και την δει πουθενά. Αυτό μόνο, να την δει. Δεν ξέρει αν θα της μιλήσει. Τζίφος όμως δεν υπάρχει πουθενά. Μόνο η σκέψη του τη βλέπει για ώρα, η πορεία ξεκινά. Θυμάται την πρώτη κουβέντα στη θάλασσα κι τις πρώτες ματιές, η πορεία μεγαλώνει και συνεχίζει μπροστά στη Βουλή. Αυτός όμως στο καφέ της Βιβής, στο σπίτι του, την μοναδική βραδιά που κοιμήθηκαν μαζί, εικόνες που φτιάχνει το μυαλό του για ώρα. Οι χιλιάδες διαδηλωτές έχουν περάσει το HILTON μ΄αυτός ακόμα στο νησί μαζί της. Η φωνή της ντουντούκας τον συνέφερε.

«Συνάδελφοι κάντε αλυσίδες πλησιάζουμε στην Αμερικάνικη πρεσβεία»

Όλοι η διαδικασία που ζούσε εκείνη τη στιγμή με τους χιλιάδες συνομήλικους διαδηλωτές που έχουν φτιάξει ένα μοναδικό κλίμα, αλλά και οι σκέψεις του νωρίτερα τον πείσμωσαν. Η φωνή του στα συνθήματα ακούγεται πιο δυνατή απ τους άλλους, βγάζει ότι έχει μέσα του ξεθυμαίνει για όλα

«ΔΟ-ΛΟ-ΦΟ-ΝΟΙ  ΔΟ-ΛΟ-ΦΟ-ΝΟΙ»

«ΕΣΕΙΣ ΣΚΟΤΩΣΑΤΕ ΤΟ ΝΙΚΟ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ»

Αυτό για κάποια ώρα, με τους αστυνομικούς ντυμένους σαν αστακούς να φυλούν την Αμερικάνικη πρεσβεία από τον «τρομοκράτη λαό» και τον λαό της Αθήνας να φωνάζει συνθήματα αφήνοντας υποσχέσεις για το μέλλον. Ο μικρός διαδηλωτής στην συνέχεια τραβήχτηκε στην άκρη. Η πορεία τον κούρασε οι αντοχές του μετά το ατύχημα δεν είναι και μεγάλες.

«Τι είναι ρε τι έπαθες;»τον ρωτά ο Σωκράτης

«Τίποτα όλα καλά ζαλίστηκα λίγο, θα καθίσουμε κάπου;»

«Έχω κανονίσει με τους άλλους  να μαζευτούμε στο Θησείο έλα και συ να φας τίποτα, θα σου κάνει καλό.»

Όταν έφτασαν στον προορισμό τους διαπίστωσαν πως μεγάλο κομμάτι φοιτητών που βρισκόταν νωρίτερα στην πορεία είχε μεταφερθεί στο Θησείο. Στα διπλανά τραπέζια είδαν γνώστες φάτσες. Ο Σωκράτης σαν πιο δημοφιλής στην σχολή κοντοστάθηκε για λίγο σε μια παρέα που τον σταμάτησε. Η ατυχία ήταν ότι δεν μπορούσαν να βρουν τραπέζι και να καθίσουν στο εσωτερικό χώρο του μαγαζιού

«Πάμε να φύγουμε…ίσως παρακάτω βρούμε τίποτα»

είπε ο Ζήσης ενώ κοίταγε με λαιμαργία τα μεζεδάκια στο διπλανό τραπέζι και με το αριστερό του χέρι έτριβε το μουσάκι του. Ο Αλέξης σιωπηλός περίμενε να πάρουν απόφαση οι άλλοι, παράλληλα ρίχνει ένα βλέμμα στο Χρήστο που φαίνεται ταλαιπωρημένος.

«Ότι θέλετε δεν έχω πρόβλημα»

Ο Σωκράτης πιο αποφασιστικός πήρε την πρωτοβουλία

«Λέω να καθίσουμε εδώ ούτως η άλλως δεν κάνει και πολύ κρύο. Αν πάμε παρακάτω θα γίνετε χαμός.»

Έτσι πριν προλάβει να ολοκληρώσει το σκεπτικό του, η παρέα έχει κάτσει στις τέσσερις καρέκλες χαζεύοντας οι μισοί τον πεζόδρομο κι άλλοι το κατάλογο.

Αφού φάγανε «σαν ζώα», όπως τους σχολίασε η ξανθιά κοπελίτσα από δίπλα, άρχιζαν να γελούν και να τσουγκράνε τα ποτήρια. Ο Χρήστος δείχνει ότι ξαναήρθε στους ρυθμούς του, φαίνετε πιο δυνατός από πριν. Ο Ζήσης θέλοντας να τον πειράξει άρχισε πάλι τις ίδιες ερωτήσεις

«Τι έγινε την είδες πουθενά; Ξεχώρισε πουθενά στη συγκέντρωση;»

Αυτός τον κοιτάει και του χαμογελάει

«Παράτα με ρε Ζήση δεν ξέρω τη να κάνω…από βδομάδα θα πάρω τηλέφωνο σπίτι της…θα πάω στη σχολή της, κάτι πρέπει να κάνω»

«Πάντως αυτή η κατάσταση σ΄εχει αλλάξει πολύ. Εσύ δεν ήσουν έτσι.»

Πετάγεται ο Σωκράτης και του τσουγκράει το ποτήρι

«Ε…δεν έγιναν και λίγα. Το ατύχημα, που τέλος πάντων δεν το πολύ κατάλαβα, με κλόνισε, αλλά το άλλο με τη Βάλια είναι θέμα. Είναι πρόβλημα»

«Πρέπει να της μιλήσεις τώρα που είσαι πάλι μια χαρά πρέπει να τη βρεις και να ζητήσεις εξηγήσεις που χάθηκε, τι έγινε και όλα τα σχετικά.»

Η παρέμβαση του Αλέξη ήταν η αφορμή για να ξαναγεμίσουν τα ποτήρια.

Συνεχίστηκε η κουβέντα όχι μόνο για το μεγάλο πρόβλημα του Χρήστου, αλλά για το τεράστιο συλλαλητήριο, για τη σχολή, για τα πρώτα έτη γένους θηλυκού. Ο Σωκράτης πιο σιωπηλός χαζεύει τον πεζόδρομο. Ζευγαράκια πηγαινοέρχονται, μικρές ομάδουλες φοιτητών στέκονται και χαζεύουν την πραμάτεια των πλανόδιων μικροπωλητών μέσα στο μοναδικό πράσινο μέρος της πρωτεύουσας.

«Κοιτάτε μούτρα που πάνε βόλτα αυτό το κορίτσαρο!» σχολίασε

Ο Ζήσης που κάθεται δίπλα του και έχει την ίδια θέα του απάντα έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του στον «κορίτσαρο»

«Καλά ρε μπορεί να είναι φίλοι, συγγενείς, κατευθείαν έβγαλες συμπέρασμα…κάνε ησυχία να τους ακούσουμε.»

Το ζευγαράκι είχε πλησιάσει κοντά στα τραπέζια.

«Βάλια λέω να πάμε παρακάτω, ίσως βρούμε να καθίσουμε.»

«Ας προχωρήσουμε και βλέπουμε» του απαντά η όμορφη δεσποινίς  και ξεκινούν.

Ο Χρήστος μόλις άκουσε το διάλογο που έγινε πίσω του ένιωσε ένα κάψιμο στο σώμα του που ανέβαινε μέχρι το κεφάλι του. Απότομα γυρίζει προς τα πίσω και χαζεύει το ζευγάρι που κινείται προς τα κάτω. Τα βήματα τους ισοδυναμούν με τους παλμούς της καρδιάς του. Τα ακούει πολύ έντονα σε βαθμό που αναγκάζεται και πιάνει το κεφάλι του.

«Αυτή είναι! Παιδιά αυτή είναι!»

«Ποια ρε;»

«Παιδιά αυτή είναι η Βάλια»λέει ο Χρήστος ενώ το βλέμμα του δεν φεύγει από πάνω της.

«Σήκω μίλα της! Τι κάθεσαι;»πετάγεται ο Ζήσης και τον σκουντάει.

«Με κοροϊδεύεις;…. Αυτή είναι με άλλον. Τι να της πω; » και το βλέμμα καρφωμένο επάνω της

Η Βάλια με τον νεαρό έχουν απομακρυνθεί, κατεβαίνουν προς τα κάτω το πεζόδρομο και συζητούν, δεν ακούγονται.

«Βάλια αν την καταφέρεις και την πείσεις να πάμε τουλάχιστον για ένα καφέ, θα είναι ότι καλύτερο. Τουλάχιστον να της ζητήσω συγνώμη.»

«Μην κάνεις έτσι θα κάνω ότι μπορώ. Εμένα με ακούει, τόσα χρόνια ήμαστε φίλες»

Του απάντησε και φαίνεται να τον κάνει μια τεράστια αγκαλιά κάτω από το λιγοστό φως της παλιάς κολώνας

«Ορίστε τα βλέπεται, τι να της μιλήσω; Η κυρία αγκαλιάζεται με το νέο της αμόρε. Τι να της πω, καλησπέρα είμαι ο Χρήστος με θυμάσαι;… Φώναξε να φέρει άλλη μια γύρα από μένα».

Οι υπόλοιποι τρεις φίλοι ανταλλάσουν ματιές χωρίς να μιλήσει κανείς. Ησυχία. Ο Χρήστος με την   οδοντογλυφίδα τρυπάει το χάρτινο τραπεζομάντιλο και δείχνει ότι σκέφτεται.

«Μάγκες αυτά που παραγγίλατε είναι κερασμένα από το μαγαζί» σπάει την ησυχία το παιδί που σερβίρει και τυχαίνει να είναι συμφοιτητής τους. Απάντηση από κανέναν. Όταν έφυγε άκουσε ένα πεθαμένο «ευχαριστούμε» απ τον Αλέξη.

«Κατάλαβες, εγώ να την ψάχνω, εγώ να την έχω συνέχεια στο μυαλό, εγώ τόσα…κι αυτή με την πρώτη ευκαιρία αγκαλιά με τον κάθε τυχάρπαστο.»

Δυο συναισθήματα μαζί μέσα του τον βασάνιζαν: το μίσος και ο έρωτας. Απ την μια την έβριζε και την καταριόταν ,απ την άλλη την ήθελε πιο πολύ στην αγκαλιά του. Τουλάχιστον αυτό εκδηλώθηκε

απ τα λεγόμενα του εκείνο το βράδυ ως αργά τα μεσάνυχτα που έκατσαν οι τρεις φίλοι και παρακολουθούσαν το μονόπρακτο του Χρήστου.

Το απόγευμα της επόμενης ημέρας μόλις γύρισε σπίτι, η πρώτη δουλειά που έκανε ήταν να πάρει τηλέφωνο τον Βασίλη. Στην αρχή του εξήγησε με ήρεμο τρόπο τα γεγονότα. Ο Βασίλης τον άκουσε με προσοχή και στην πρώτη παύση του Χρήστου του είπε:

«Άκουσε έχω μιλήσει μαζί της. Δεν είναι  έτσι όπως τα λες. Πάρε υπόψη σου ότι το προηγούμενο διάστημα δεν ήσουν έτοιμος για τέτοιες συναντήσεις. Σκέψου επίσης πως ούτε κι αυτή ήταν στα καλύτερα της.»

«Τι δεν ήταν στα καλά της με κοροϊδεύεις; Χθες το βράδυ ήταν αγκαλιά με τον καινούριο»

«Δεν είναι με κανέναν άκουσε με»

«Ε…τι; Θα μου πεις πως είμαι και τρελός; Αφού τους είδα σου λέω χθες το βράδυ στο Θησείο. Τους είδα με τα μάτια μου»

«Χρήστο καταρχήν θέλω να είσαι ψύχραιμος. Δεν χρειάζονται φωνές και στεναχώριες, θα φροντίσω να την βρω να μάθω και θα ξαναμιλήσουμε.»

Ο Χρήστος κλείνει το τηλέφωνο και κατευθύνεται με αργά βήματα προς το δωμάτιο του. Ξαπλώνει στο κρεβάτι με την ματιά του καρφωμένη στο ταβάνι. Δεν είχε νιώσει έτσι ποτέ. Το στήθος και το στομάχι του τα αισθάνεται βαριά. Είχε πολύ καιρό να βάλει τα κλάματα με λυγμούς που του έκοβαν την ανάσα. Σαν μικρό παιδί με το μαξιλάρι αγκαλιά για ώρα.

«Πρέπει να ηρεμίσω, να την ξεχάσω, δεν έγινε και τίποτα.» Αυτό ακουγόταν να ψιθυρίζει. Παράλληλα όμως την έβλεπε μπροστά του να του μιλά  να τον κοιτά να τον φιλά όπως το καλοκαίρι.

«Τι έκανα; Τι της έκανα; Γιατί τόση αδιαφορία; Γιατί;…όλα μπερδεμένα.»

Η Φωτεινή βρίσκεται έξω απ το δωμάτιο και τον ακούει. Δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί. Η μοναδική παρέμβαση που μπορεί να κάνει  για να τον διακόψει απ το δράμα του, αλλά και για να τον ευχαριστήσει, είναι η κλασσική ερώτηση της κάθε μάνας:

«Χρήστο…θες κάτι να φας;»

Προφανώς αφού άκουσε και μάλιστα δυνατά την απάντηση, του γιου της, μπήκε στο επόμενο θέμα μπας και τώρα βρει ανταπόκριση

«Καλά… σε περιμένω να έρθεις να κουβεντιάσουμε για κάποιες δουλειές» του είπε και αποτραβήχτηκε προβληματισμένη στην κουζίνα.

Αυτός σηκώθηκε μετά από λίγο έπλυνε το πρόσωπο του στην τουαλέτα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ψηλάφησε τα σημάδια που άφησε το ατύχημα στο πρόσωπο του. Δάκρυσε πάλι. Άνοιξε ξανά τη βρύση, μούσκεψε το κεφάλι του και ξεφύσησε δυο φορές δυνατά σαν να έβγαζε όλη την στεναχώρια από μέσα του. Σκουπίστηκε και πήγε στην κουζίνα που τον περίμενε η μητέρα του. «Λοιπόν Χρηστάκο μου πρέπει να κάνουμε κάποιες δουλειές.»

Αυτός την κοιτά με βλέμμα αδιαφορίας ενώ παράλληλα χτυπά ρυθμικά το χέρι του πάνω στο τραπέζι.

«Χρειάζεται να πάρουμε κάποια χαρτιά από την κοινότητα στο νησί για τα περιουσιακά μας στοιχεία…»

Η αδιάφορη ματιά του συνεχίζει το ταξίδι της προς της γωνίες και τα ύψη της κουζίνας του σαλονιού. Η Φωτεινή όμως το βιολί της

«Τη δουλειά αυτή μπορεί να την κάνεις ή εσύ ή εγώ. Σκέφτομαι λοιπόν μεθαύριο ή το Σάββατο να πας στο νησί γι αυτές της δουλειές…θα χαρούν κι ο παππούς κι γιαγιά να σε δουν, τώρα που είσαι μια χαρά.»

Το πρόσωπο του άλλαξε, τα μάτια του άνοιξαν στρογγύλεψαν καθάρισαν από το προηγούμενο κλάμα και έγινε φανερό πως έκανε στην άκρη την αδιάφορη στάση του. Γι αυτόν ήταν ότι το καλύτερο. Το να πάει αυτή την εκδρομή θα τον ησύχαζε θα ηρεμούσε. Θα λειτουργούσε καταπραϋντικά για την περίπτωση του.

«Θα πάω…θα πάω την Παρασκευή. Πες το και στον παππού το μεσημέρι της Παρασκευής θα είμαι στο νησί.»

Σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιο του γεμάτος ικανοποίηση για το γεγονός.

 

Οι μεσημεριανές ώρες αυτή την εποχή, στα μέσα του Νοέμβρη, βρίσκονται πολύ κοντά με τις ώρες της νύχτας. Κοντεύει πέντε και η πόλη έχει σχεδόν σκοτεινιάσει. Αν βρίσκεται κανείς αυτές τις ώρες σπίτι μόνος του νιώθει περίεργα κλειστά νιώθει ότι δεν έχει να κάνει τίποτα δεν βρίσκει πεδίο δράσης. Τον βασανίζει η τηλεόραση κι υποκουλτούρα. Πόσο μάλλον τώρα που φαίνεται η διέξοδος ανέφικτη και ο αντίπαλος που έχει ο καθένας μέσα του υπερδύναμος.

Ο Βασίλης  κάθεται στο γραφείο του και μελετά. Αυτό είναι γεμάτο σχέδια, φωτοτυπίες, σημειώσεις. Κοντεύει να ολοκληρώσει την πτυχιακή του στη σχολή και το άγχος τον έχει τυλίξει για τα καλά. Στο μυαλό του όμως έχει σφηνωθεί και η κουβέντα  με τον Χρήστο. Αρχίζει να χτυπά ρυθμικά το ραπιτογράφο στο γραφείο και να μονολογεί.

«Μήπως να μην τη πάρω τηλέφωνο;…μήπως δημιουργήσω πρόβλημα την οικογένεια; Είναι και το ατύχημα στην μέση.»

Είναι αναποφάσιστος. Δεν μπορεί να καταλήξει. Νιώθει φόβο να βγει αυτός μπροστά και να λύσει το πρόβλημα. Από την μία σκέφτεται πως κάτι πρέπει να γίνει από την άλλη όμως μονολογεί «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα; άσε μην έχω αλλά μετά. Θα μιλήσω με τον Γρηγόρη ίσως αυτός να μπορεί.»

Όντως  χωρίς κανένα ενδοιασμό έκανε στην άκρη τα βαρίδια του Βασίλη και μπήκε μπροστά για να κάνει την πολυπόθητη κουβέντα που θα έλυνε το γρίφο της περίεργης αυτής υπόθεσης. Δεν ήταν διαφορετικός απ τον φίλο του, απλά έκανε στην άκρη τον φόβο και την αδυναμία του και τόλμησε..

«Βασίλη θα της πω να βγούμε κι ότι είναι να γίνει ας γίνει.»

Το ραντεβού με την Βάλια κλείστηκε το ίδιο βράδυ στο καφέ απέναντι από την ΑΣΟΕΕ. Είναι το μοναδικό σημείο στο κέντρο που έχει μείνει ανοιχτό. Από το Μουσείο ως το Σύνταγμα χιλιάδες διαδηλωτές φωνάζουν ενάντια στην άφιξη του πλανητάρχη. Αυτή μπήκε στο μαγαζί ολίγον μαζεμένη και ντροπαλή μπροστά στον μεγαλύτερο σε ηλικία φίλο της. Αφού σχολίασαν την επικαιρότητα στα πεταχτά…

«Πολλοί  μπάτσοι έξω χαμός γίνεται!»

«Ναι…κάποια καινούργια οργάνωση… η ΠΑΜΕ…κάπως έτσι λέγεται, κάνει συγκέντρωση ενάντια στον Κλίντον»

Στη συνέχεια είπαν τα κλασσικά «τι κάνεις, πως περνάς» όπως γίνεται πάντα σε τέτοιου είδους συναντήσεις- που ξέρουν και οι δυο πλευρές γιατί θα συζητήσουν αλλά κανένας δεν κάνει την αρχή για να μην εκτεθεί πρώτος. ο Γρηγόρης πήρε το λόγο με σοβαρό ύφος παρόλα αυτά  καλοσυνάτο.

«Είπα να βρεθούμε και να μιλήσουμε σχετικά με τον Χρήστο.»

«Το φαντάστηκα» του απαντά η Βάλια και κάθεται καλύτερα στην θέση της όπως η συνεπής μαθήτρια πριν δώσει αναφορά στον καθηγητή της.

«Μιλήσαμε… και ξέρω πως νιώθει. Για να μην το πηγαίνω μακριά θέλω να μου πεις  τι έχεις στο μυαλό σου. Γενικά να βοηθήσω θέλω νομίζω πως..»

«Άκου Γρηγόρη όπως είπες κι ‘συ για να μην τα πολυλογούμε: το έχω κουβεντιάσει με τις φίλες μου εδώ, έκανα μια κουβέντα με τους δικούς μου. Εκείνο το βράδυ, δεν ξέρω, γλίστρησε το μηχανάκι;…δεν έπιασαν τα φρένα;…δεν έχει σημασία. Εκείνη την στιγμή πρόλαβα και πήδηξα πριν πέσει από κάτω… Φοβήθηκα τόσο πολύ, δεν ήξερα τι να κάνω. Έφυγα τρέχοντας για το χωριό. Ειδοποίησα τα παιδιά κι ΄τρεξαν για να βρουν τον Χρήστο. Αυτό νομίζω είχε σημασία εκείνη την ώρα, να σωθεί όσο το δυνατό γρηγορότερα. Μόνη μου δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.»

Ο συνομιλητής της, την παρακολουθεί τρίβοντας με το αριστερό του χέρι το  μέτωπο του. Ξεφυσάει…

«Μετά όμως χάθηκες!»

«Μετά Γρηγόρη πήγα στο νοσοκομείο, την πρώτη μέρα, δύσκολα κι εκεί τα πράγματα, το ξέρεις. Η συζήτηση που έκανα με τον πατέρα μου λόγω δουλειάς, ήταν ξεκάθαρη. Τον πρώτο καιρό που θα γίνει καλά δεν χρειάζεται συγκινήσεις έντονη συναισθηματική φόρτιση και άλλα τέτοια. Δεν ήξερα τι να κάνω πώς να φερθώ, νομίζω πως το βασικό σημείο ήταν να σωθεί ο Χρήστος.»

Ο Γρηγόρης στέκεται και την κοιτά. Πρώτη φορά μπήκε στην διαδικασία να νιώσει το τι πέρασε η φίλη του.

«Αυτά δεν πρέπει να του τα πεις;»

Η Βάλια κάθεται σκεπτική δείχνει ότι βουρκώνει. Ρίχνει το βλέμμα της στο ταβάνι του μαγαζιού.

«Τα λέω ρε Γρηγόρη κάθε βράδυ τα λέω μόνη μου στο σπίτι…Χαθήκατε κι ‘σεις. Δεν ξέρω φοβάμαι μήπως τώρα είναι αργά, μήπως δεν κάνει…μήπως του δημιουργήσω κάποιο πρόβλημα.»

«Ηρέμησε, μην κάνεις έτσι. Όλα μπορούν να πάνε καλά μπορούμε να κανονίσουμε να βρεθούμε όλοι μαζί και να τα πείτε και μόνη σας. Είναι πολύ ωραίο αυτό που ζήσατε και αφού έχει και ευχάριστο τέλος η περιπέτεια του Χρήστου μπορεί να είστε και πάλι μαζί.»

Μετά την σημαντική αυτή συζήτηση που έκαναν οι δυο φίλοι προχωρούν σκεπτικοί στην Πατησίων χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Οι ατμόσφαιρα είναι βαριά γίνεται αισθητή η χρήση χημικών που έγινε νωρίτερα από την αστυνομία στο συλλαλητήριο. Η κίνηση των αυτοκινήτων είναι λιγοστή, ενώ στο βάθος προς το πολυτεχνείο διακρίνονται φωτιές μέσα στη μέση του δρόμου. Λίγο πιο κάτω αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλο και η Βάλια μπήκε σένα ΤΑΞΙ με κατεύθυνση τα βόρεια προάστια. Ανέβηκε γρήγορα τα λίγα σκαλοπάτια της μονοκατοικίας της. Άνοιξε την πόρτα και βιαστικά μπήκε στο δωμάτιο της

«Βάλια όλα καλά;» ρωτάει η μητέρα της που την είδε να περνά σαν άνεμος από μπροστά της

«Όλα μια χαρά» της απαντά και κλείνει την πόρτα του δωματίου της. Ανασαίνει βαριά, τις έρχονται πάλι οι ίδιες εικόνες στο μυαλό. Για πολλοστή φορά ανοίγει την σχολική τσάντα του Χρήστου που της έδωσε να την φορέσει τότε πριν πέσουν με το μηχανάκι κι έλαχε να της μείνει στην πλάτη. Βγάζει έξω το ημερολόγιο του και το ξαναδιαβάζει:

‘’Ήρθες απόψε ξαφνικά καιρό έχω να ζήσω έτσι…πόσο θ άθελα να σου μιλήσω θέλω πολύ να σου μιλήσω!

 Αμήχανα ψάχνω να σε αγγίξω να γνωρίσω πιο καλά το γέλιο σου. Πόσο θα’θελα να σου μιλήσω, θέλω πολύ να σου μιλήσω!

 Γουστάρω να σε βλέπω να σου μιλώ να σε φιλώ. Πόσο θα’θελα να σου το πω θέλω πολύ να σου το πω!’’                                                                     4-8-99

 

 

‘’Το έχω ανάγκη να σε κοιτώ για πάντα. Έτσι  ζω σε αγαπώ Χ’’                                                            9-8-99

 

 ‘’Το βράδυ που πέρασε μείναμε μαζί. Όλη τη νύχτα μαζί. Πως μπορώ να την περιγράψω; Δεν γίνεται με λόγια!

   Μόνο ένας ποιητής θα μπορούσε να περιγράψει την καρδιά της!

   Μόνο  ένας γλύπτης θα μπορούσε να σμιλέψει την ομορφιά της!

   Μονό ένας φιλόσοφος θα μπορούσε να ερμηνεύσει τους συνειρμούς του μυαλού της.’’

                                                                            19-8-99

 

 ‘’Τόσο καιρό κι ακόμα δεν μίλησα για την γυναίκα που αγαπώ. Ούτε όνομα, ούτε χρώμα μαλλιών όχι τέτοια! Είναι μια γυναίκα αληθινή του πάθους με όλα όσα ο τίτλος προϋποθέτει: όμορφη ,έχει μάτια που σου μιλάνε, αισθησιακή, μυστηριώδης. Είναι τόσο απλή που φαίνεται πολύ σύνθετη.

 Είναι γυναίκα που ποτέ δεν θα σου ζητήσει τίποτα έχει όμως τον τρόπο να της κάνεις το χατίρι επειδή εσύ γουστάρεις, τελικά πιο πολύ απ αυτή.’’

                                                                           19-8-99

    

 

 

‘’Ήρθες απόψε ξαφνικά καιρό έχω να ζήσω έτσι…πόσο θ άθελα να σου μιλήσω θέλω πολύ να σου μιλήσω!

 Αμήχανα ψάχνω να σε αγγίξω να γνωρίσω πιο καλά το γέλιο σου. Πόσο θα’θελα να σου μιλήσω, θέλω πολύ να σου μιλήσω!

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 3ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 4ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 5ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 6ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 7ο Μέρος

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.