«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 7ο Μέρος

20200223_181528

Ο Χρήστος κατευθύνεται λίγο παρακάτω απ’ την αγορά του χωριού για να μην τους δει κανείς και τους κακοσχολιάσει. Η Βάλια όταν γύρισε τον αγκάλιασε.

«Ο Βασίλης ήταν μόνο»

«Οι άλλοι δε θα βγήκαν ακόμα. Μόνο αυτός ξέρει τι θα κάνουμε… Βάλε την τσάντα μου  στην πλάτη σου για να καθόμαστε πιο άνετα.»

Όντως το φεγγάρι κοντεύει να γεμίσει ολόκληρο. Μόνο ο φωτισμός του είναι αρκετός για το ζευγαράκι που ανεβαίνει την ανηφόρα. Αυτό είναι που ψάχνουν τα νέα ζευγάρια σήμερα. Να έχουν τις προσωπικές τους στιγμές και το απαραίτητο φως για ν ανεβούν την ανηφόρα… με ή χωρίς εισαγωγικά. Το μηχανάκι σταματά.

«Θα καθίσουμε πιο μπροστά εκεί που τελειώνει ο δρόμος… θα έχουμε τη θάλασσα πιάτο»

Της είπε, τη φίλησε και ξεκίνησε…

γ

Η υγρασία στο κέντρο της Αθήνας στα μέσα του Σεπτέμβρη μαζί με τη ζέστη και το καυσαέριο κάνουν την ατμόσφαιρα αποπνιχτική. Είναι κι αυτή η συννεφιά που συμπληρώνει το παζλ της κακοκεφιάς, της δυσκολίας. Είναι ο μήνας που μπαίνει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Η Φωτεινή περιμένει να πάρει ταξί απ’ την Ομόνοια. Νωρίτερα είχε επισκεφτεί μια εκκλησία κι άναψε ένα κεράκι. Είναι μια μέρα μετά του Σταυρού κι αυτή κάτι τέτοια δε τα χάνει. Κάνει ότι μπορεί για να δείξει έμπρακτα πως βρίσκεται κοντά στους θεούς και τους αγίους. Έχει την εντύπωση πως την παρακολουθούν από ψηλά και την βαθμολογούν. Έχει περάσει είδη μισή ώρα.

«Πω πω θα καθυστερίσω, ποιος τον ακούει τον Αντρέα»

Η λύτρωσή της ήρθε μετά από λίγο.

«Που ΄πατε;»

«Κηφισίας ψηλά»

Ο ταξιτζής δεν της απάντησε, απλά της έκανε

νόημα να μπει μέσα, ενώ το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στον αριστερό καθρέφτη. Μετά ησυχία. Μόνο η φωνή του δημοσιογράφου απ’ το ραδιόφωνο ακουγόταν που μίλαγε για το δυνατό σεισμό πριν από μια βδομάδα που κλόνισε την Αθήνα. Ο σεισμός που άφησε πίσω του δεκάδες νεκρούς. Τώρα βγαίνουν όλοι στενοχωρημένοι. Ακόμα κι οι κατασκευαστές κι η κυβέρνηση, κι οι υπόλοιποι κουμανταδόροι και παλεύουν να πείσουν τον κοσμάκη πως δεν έχουν ευθύνη για τα ανύπαρκτα αντισεισμικά μέτρα και τις άθλιες συνθήκες στη ΡΙΚΟΜΕΞ και στα υπόλοιπα σπίτια που έπεσαν σαν χαρτόκουτα στο Μενίδι και τη Μεταμόρφωση.

Ο οδηγός ανεβοκατεβάζει το κεφάλι του και μονολογεί.

«Δεν ντρέπονται λίγο!… Κοντεύουμε να μπούμε στο δυο χιλιάδες και τα σπίτια πέφτουνε απ’ το σεισμό λες και είμαστε στο σαράντα και στο πενήντα… αλήτες!»¨

Εκεί κοντά στην Πανόρμου ο σαρανταπεντάρης πήρε θάρρος και μίλησε στη γυναίκα που φαινόταν ταλαιπωρημένη.

«Που ακριβώς;»

«Στο νοσοκομείο»

«Α κατάλαβα, έχετε κάποιον δικό σας εκεί;»

«Το γιό μου»

«Είναι σοβαρά;»

«Ήταν δέκα πέντε μέρες στην εντατική. Χθες μπήκε στο δωμάτιο. Ελπίζουμε πως όλα σιγά σιγά θα πάνε καλά.»

Περαστικά της ευχήθηκε, ενώ φάνηκε πως το γεγονός τον ταρακούνησε.

«Συγγνώμη, χωρίς να θέλω να σας το θυμίσω, αλλά πως το έπαθε;»

«Ε… Όπως το παθαίνουν όλα τα εικοσάχρονα παιδιά. Με το μηχανάκι στις διακοπές, γύρναγε βόλτες από δω κι από κει. Τώρα τι έγινε ακριβώς δεν ξέρουμε, μόνος του ήταν και τον βρήκαμε αργά το βράδυ που είχε πέσει κάτω απ’ το δρόμο σε ύψος περίπου δυόμιση μέτρων… Τι να σας λέω τώρα… αφού τη γλύτωσε, ο θεός τον βοήθησε. Οι γιατροί στο νοσοκομείο τα ίδια λένε.»

Αφού τον πλήρωσε, με γρήγορα βήματα η Φωτεινή μπαίνει στο νοσοκομείο. Έχει βαρεθεί να βλέπει τόσες μέρες τα ίδια λευκά χρώματα στους τοίχους, τα ανούσια κάδρα κι αυτή τη μυρωδιά που σου κλείνει το στομάχι. Το ασανσέρ σταματάει στον τέταρτο όροφο και βιαστηκά μπαίνει στο δωμάτιο 412.

«Άντε ρε γυναικα άργησες τουλάχιστον μια ώρα.»

Η Φωτεινη ούτε που ακούει τον Αντρέα. Το βλέμμα της είναι πάνω στο Χρήστο.

«Κοιμήθηκε;»

«’Εχει περίπου μισή ώρα. Έφαγε και κοιμήθηκε.»

«Είχε κίνηση στο κέντρο. Γινόταν χαμός… Φύγε εσύ, πήγαινε στις δουλειές σου. Έχω μαγειρέψει σπίτι. Το έχω αφήσει μες στην κουζίνα.

Ο Χρήστος στο κρεβάτι κοιμάται βαριά. Είναι πολύ αδύνατος. Ταλαιπωρήθηκε όλες αυτές τις μέρες. Λόγω της επέμβασης στο κεφάλι, οι γιατροί το είχανε ξυρίσει. Τα μάτια του όταν είναι ανοιχτά φαίνονται τεράστια. Όλες αυτές οι μέρες που πέρασαν ήταν ιδιαίτερα δύσκολες για τον νεαρό. Το άγχος κι η αγωνία ήταν πιο έντονη τα πρώτα εικοσιτετράωρα που παιζόταν η ζωή του κορόνα γράμματα. Κι οι δυο γιατροί απ’ τη ΜΕΘ που έπεσαν από πάνω με ιδιαίτερο ζήλο έκαναν ότι μπορούσαν για τον μικρό. Την τρίτη μέρα στην εντατική κάλεσαν τον Αντρέα και τη Φωτεινή και τους μίλησαν. Ο πιο παχύς και πιο κοντός με λίγα μαλλιά έκανε την αρχή. Αριστερά στο τσεπάκι του πουκαμίσου του διακρινόταν το όνομά του. Ματθαίου Θ. Ο κος Ματθαίου λοιπόν ενημέρωσε τους γονείς του Χρήστου πως η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη.

«Το τραύμα στη δεξιά μεριά του κεφαλιού ήταν δυνατό, έγινε όμως ότι ήταν δυνατό για να αποφύγουμε τα χειρότερα.»

Εκεί πετάγεται κι ο συνάδελφός του, ψιλός, ξερακιανός, ο κος Φαναριώτης Χ. και ξεκαθάρισε.

«Ακούστε με. Έχει ξεφύγει τον κίνδυνο, το βασικό που θέλουμε να δούμε είναι το πόσο γρήγορα θα ανταποκριθεί το νευρικό του σύστημα συνολικά. Ενδεχομένως να έχουμε κάποιο ζήτημα…. Κουράγιο θέλει κι υπομονή. Όσο για το σπασμένο πόδι του, θα το δει ορθοπεδικός μόλις φύγουμε απ΄ τη ΜΕΘ. Ελπίζω να είναι σύντομα και με τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.»

Έτσι πέρασαν κάποιες μέρες με άγχος, ευχές και μετάνοιες σε όλους τους αγίους απ’ τη Φωτεινή, ώσπου έγινε το ευχάριστο ιατρικό ανακοινωθέν. Ο γιατρός Ματθαίου τώρα έδειχνε πιο ψιλός σε όσους τον παρακολουθούσαν. Με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας τους ανακοίνωσε:

«Ο μικρός είναι πολύ δυνατός οργανισμός. Μας βοήθησε κι εμάς αυτό πάρα πολύ. Έχει ξεπεράσει κάθε κίνδυνο και αντέδρασε ο οργανισμός του σωστά απ’ την ώρα που τον ξυπνήσαμε. Ένας  ένας οι γονείς του μπορούν να περάσουν να τον δουν. Εμείς θα κάνουμε προληπτική χρήση του επανουτίν, ενός αντιεπιληπτικού σιροπιού για λίγο χρονικό διάστημα. Θα ακολουθήσουμε μια συγκεκριμένη αγωγή κι ο Χρήστος θα γίνει μια χαρά.»

Η ευτυχία, τα χαμόγελα στα πρόσωπα των παρευρισκόμενων εμφανίστηκαν μετά από μέρες. Η Φωτεινή με δάκρυα χαράς αυτή τη φορά αγκάλιασε τον Αντρέα. Τριγύρω όμως ήτανε παρόντες όλοι. Ο Βασίλης, ο Γρηγόρης, ο Πάνος, ο Σπύρος κι ο Κώστας, όπως και οι φίλοι του απ’ τη σχολή. Ο Ζήσης, ο Αλέξης κι ο Σωκράτης που όλες τις προηγούμενες μέρες είχε κάνει χιλιόμετρα μέσα στο νοσοκομείο, γνωρίζοντας το νοσηλευτικό προσωπικό κυρίως γένους θηλυκού. Κάτι που δεν κατάφερε ο Χρήστος να κάνει, το κατάφερε η άτυχη στιγμή που έζησε. Αυτός ήταν ο λόγος που γνωρίστηκαν οι φίλοι του μεταξύ τους.

Ο Ματθαίου με τον Φαναριώτη βρίσκονται στο γραφείο τους. Είναι η ώρα που κάθονται, μελετούν και συνεργάζονται για τα πιο σημαντικά περιστατικά αφού πρώτα έκαναν μια περατζάδα σε όλα τα δωμάτια των ασθενών. Ο Ματθαίου παρά το γεγονός ότι φαίνεται καλοσυνάτος έχει μια μόνιμη νευρικότητα. Φαίνεται αν το προσέξει κανείς απ’ τις κινήσεις του χεριού του, ή απ΄τον τρόπο που μιλάει, ξεκινάει αργά και στη συνέχεια βιάζεται να ολοκληρώσει το σκεπτικό του με αποτέλεσμα να μην τον καταλαβαίνεις. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι τον χώρισε η γυναίκα του πριν ένα πεντάμηνο για τα μάτια ενός αξιωματικού του στρατού μετά από τέσσερα χρόνια γάμου, μιας και η κυρία είναι στρατιωτικός γιατρός στο 401. Ο Φαναριώτης απ’ την άλλη δείχνει πιο σίγουρος, πιο σταθερός και πιο ευτυχισμένος. Βοήθησε σ΄αυτό το γεγονός ότι πριν ενάμιση χρόνο γύρισε στην Αθήνα και βρίσκεται κοντά στη γυναίκα και τις δυο κόρες του μετά από τέσσερα χρόνια παραμονής του στο Γενικό Νοσοκομείο της Ρόδου. Πάντως  οι δυο τους έχουν φτιάξει ένα πολύ δυνατό team και φαίνεται πως θα ξεχωρίσουν αργότερα πάνω στην νευροχειρουργική. Η πόρτα τους χτυπάει επίμονα.

«Παρακαλώ!»

Φωνάζει ο ψιλότερος γιατρός, ενώ παράλληλα μελετά μια ακτινογραφία. Η πόρτα ανοίγει κι εμφανίζεται η Φωτεινή με τον Αντρέα.

«Ελάτε, καθίστε»

Τους λέει ο Ματθαίου με το σικέ χαμόγελό του.

«Να, ξέρετε γιατρέ, θέλαμε να ‘ρθουμε στο γραφείο σας για να σας ευχαριστήσουμε.»

Ξεκινάει η Φωτεινή ενώ ο Αντρέας χαζεύει τα πτυχία τους στον τοίχο. Ο Φαναριώτης αφήνει στο γραφείο του την ακτινογραφία και τους κοιτάει με ιδιαίτερη προσοχή. Ο Ματθαίου σηκώνεται όρθιος και γυρίζει γύρω απ΄ το γραφείο του.

«Να ‘στε καλά. Σας το είπαμε και χθες. Ο γιος σας είναι δυνατός οργανισμός και άντεξε. Ξέρετε πόσα τέτοια έχουμε δει εδώ; Για πες Χάρη.»

«Έτσι είναι. Θέλει προσοχή με τα μηχανάκια. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι γίνονται τα περισσότερα ατυχήματα, με κρανιοεγγεφαλικές κακώσεις σαν του γιου σας δυστυχώς είναι τα περισσότερα. Το εννιά τις εκατό λέει μια έρευνα, φεύγει απ’ το νοσοκομείο χωρίς κανένα πρόβλημα. Άρα καταλαβαίνεται για τι τύχη μιλάμε».

Η Φωτεινή δείχνει ότι δακρύζει και κάνει το σταυρό της. Ο Ματθαίου την κοιτά και χαμογελά πάλι, κανονικά αυτή τη φορά.

«Δυνατός οργανισμός. Δεν το έβαλε κάτω ούτε στιγμή.»

Ο Αντρέας παίρνει σοβαρό ύφος και τους λέει

«Θα θέλαμε να σας κάνουμε ένα δώρο. Εσείς κάνατε τόσα για μας. Σώσατε τη ζωή του παιδιού μας.»

Ο Φαναριώτης κοιτά το Ματθαίου με μάτια γουρλωμένα. Εκείνος με αυστηρό ύφος του απαντά χωρίς κανένα δισταγμό.

«Ευχαριστούμε πολύ αλλά δε χρειάζεται. Ούτως ή άλλως κύριε Αντρέα εμείς πληρωνόμαστε απ’ το δημόσιο. Καλύτερα να πάτε μέσα στο δωμάτιο με το γιο σας και να ευχαριστήσετε αυτόν.»

«Όχι σας παρακαλώ, ένα μικρό δωράκι.»

Ο Φαναριώτης συνεχίζει να κοιτά τον Ματθαίου στα μάτια και παίρνει το λόγο αυτός.

«Τώρα σας εξηγήσαμε, δεν χρειάζεται να το συνεχίζουμε. Σας ευχαριστούμε πολύ. Η καλύτερη ευχή είναι να μην ξαναβρεθούμε ποτέ, τουλάχιστον σ’ αυτούς τους χώρους.»

Δυστυχώς σπάνιο το γεγονός να υπάρχουν τέτοιου είδους γιατροί ειδικά αυτή την περίοδο που παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες αντιθέσεις. Απ’ τη μία να μην υπάρχουν δημόσια νοσοκομεία κι οι ασθενείς να στοιβάζονται σε ράντζα όπου μπορείς να φανταστείς. Διαδρόμους, εξωτερικούς χώρους, γραφεία, και την ίδια στιγμή να υπάρχουν γιατροί που να εργάζονται σ’ αυτά τα λειψά νοσοκομεία οι οποίοι έχουν βίλες στα βόρεια προάστια και πανάκριβα αυτοκίνητα. Βέβαια η ευθύνη δεν είναι μόνο δική τους γιατί ο μισθός τους δεν ανταποκρίνεται ούτε στις ώρες εργασίας ούτε στις ανάγκες τους. Παρ’ όλα αυτά χτυπούν πάνω στον πόνο του καθένα και παίρνουν φακελάκια γιατροί, νοσηλευτές και όποιοι άλλοι μπορεί να φανταστείς.

Ευχάριστο αποτέλεσμα είχε κι η εγχείριση στο πόδι του Χρήστου. Βέβαια αυτή τη φορά ο χειρούργος-ορθοπεδικός πήγε σπίτι του με τη λεγόμενη «τουρτίτσα» που η κατάληξη  «-τσα» δεν δηλώνει το μέγεθός της, του αντιθέτου θα σχολίαζε κανείς.

Πάνω κάτω έτσι πέρασαν αυτές οι βασανίστηκες εικοσιπέντε μέρες στο νοσοκομείο. Τώρα πλέον όλοι ανεβαίνουν στον τέταρτο όροφο να δουν το Χρήστο με χαμόγελα και ευχές για γρήγορη ανάρρωση. Αυτός παρά το γεγονός ότι είναι κουρασμένος σωματικά και ψυχικά του αρέσει όταν τον επισκέπτεται κάποιος. Τα λόγια του μετρημένα ακόμα. Πολλές φορές αν καθίσει κάποιος μαζί του για ώρα θα διαπιστώσει πως του ξεφεύγουν πολλές ασυναρτησίες. Οι γιατροί είπαν πως «είναι φυσιολογικό κάτω απ’ την επήρεια των φαρμάκων που χορηγήσαμε όλο αυτό το διάστημα». Ο Χρήστος προφανώς και δε θυμάται πως χτύπησε, ούτε τον απασχολεί. Μόνο κάποιες σκέψεις του έρχονται στο μυαλό που είναι σκόρπιες και ασύνδετες μεταξύ τους. «Κι αυτό είναι φυσιολογικό» είχε προσθέσει η ιατρική ομάδα που τον παρακολουθούσε.

Όσο πλησίαζε η μέρα της αποχώρησης όλες αυτές οι σκέψεις του Χρήστου έμπαιναν σε μια σειρά, κι ο ίδιος έδειχνε πιο δυνατός, όπως και το χρώμα στο πρόσωπό του γινόταν πιο κόκκινο. Άρχιζε να ψάχνει την αρχή. Πως έγινε, τι έγινε και άλλα τέτοιου είδους ερωτήματα. Οι οδηγίες των γιατρών όμως ήταν πολύ σαφής. « Δεν χρειάζεται να του πείτε τίποτα. Δεν θέλουμε τουλάχιστον το πρώτο διάστημα να συγκινηθεί ή να στεναχωρηθεί»

Η ζέστη εκείνο το απόγευμα ήταν δυνατή. Ο Χρήστος κάνει ότι διαβάζει εφημερίδα, ενώ περισσότερο χαζεύει τις φωτογραφίες της. Αραιά και που, ρίχνει και καμιά ματιά στο παράθυρο βλέποντας τα τεράστια δέντρα της αυλής του νοσοκομείου και το γαλάζιο τ’ ουρανού.

«¨Μάνα για φέρε μου έναν καθρέφτη»

Η Φωτεινή σηκώνεται και τρέχει στην τσάντα της. Ψάχνει να βρει εκείνο το μικρό  που έχει πάντα μαζί της.

«Τι θες να δεις παιδί μου;»

«Να δω πως είμαι. Έχω κι αυτά τα κοντά μαλλιά… Έχω να δω το πρόσωπό μου καιρό.»

«Κούκλος είσαι. Μη στενοχωριέσαι για τίποτα»

Του απαντάει η Φωτεινή, του ανοίγει το καθρεφτάκι και του το δίνει. Αυτός παρατηρεί τον εαυτό του, λες και βλέπει το πρόσωπό του για πρώτη φορά. Το ξυρισμένο κεφάλι του, μοιάζει ξένο. Έχει ένα μικρό σημάδι στη μύτη του κι άλλο ένα ίσα που φαίνεται κάτω απ’ το αριστερό του μάτι σαν δάκρυ.

«Ευτυχώς που δε σημάδεψα πολύ το πρόσωπό μου»

σχολίασε και γέλασε στη μάνα του. Στη συνέχεια βάζει τα χέρια στο πίσω μέρος του κεφαλιού του και ξαπλώνει. Το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι. Εκεί αρχίζει ο μονόλογός του.

«Δεν μπορεί, θα θυμηθώ. Δεν μπορεί… Εσείς ήσασταν στο σπίτι… Είχαμε πάει πριν δυο μέρες στους κουμπάρους… μετά όμως… δεν θυμάμαι… Μάνα μου φαίνεται πως χτύπησα στο καράβι όταν γυρνούσαμε στο νησί.»

Η Φωτεινή ασχολείται με τα ρούχα του στη μικρή ντουλαπίτσα.

«Τώρα τι ψάχνεις να βρεις αγόρι μου. Όλα τελειώσανε. Αύριο φεύγουμε από εδώ.»

Το κουβάρι δεν μπορούσε να το ξετυλίξει με τίποτα. Είναι σαν να το είχε μπροστά του, το γύρναγε γύρω γύρω με αργές κινήσεις για να βρει την αρχή, αλλά τίποτα. Είναι πολύ περίεργη αυτή η στιγμή, να μην μπορείς να βάλεις το μυαλό σου σε μια σειρά, στο τι έκανες, στο πως έφτασες σε αυτό το σημείο.

Το βράδυ εκείνο στο δωμάτιο, έμεινε μόνο η αδερφή του η Αθηνά. Κάθεται στην καρεκλίτσα αριστερά απ’ το κρεβάτι του και μιλάει με τον άντρα της στο τηλέφωνο. Ο Χρήστος χαζεύει τηλεόραση.

«Αθηνά θέλεις να κλείσεις το τηλέφωνο να τα πούμε λίγο;»

«Ναι… ναι. Λοιπόν Γιώργο θα τα πούμε το πρωί… Θα του πω καληνύχτα.»

Η Αθηνά κλείνει το τηλέφωνο που βρίσκεται πάνω στο κομοδινάκι και κοιτάει το αδερφό της στα μάτια. Πάει καιρός από τότε που της ζήτησε να μιλήσουνε. Μέσα στο χαμόγελό της μπορείς να διακρίνεις πολλά. Την ανακούφιση για την υγεία του μικρού, το τέλος του άγχους όλων αυτών των ημερών, την ευτυχία που η οικογένειά της βρίσκεται όλη μαζί στους προηγούμενους ρυθμούς και την αναμονή της επόμενης μέρας που θα φύγουν απ’ το νοσοκομείο.

«Αθηνά όλες αυτές τις μέρες είχαν έρθει τα παιδιά?»

«Χαμός γινόταν κάθε μέρα, όλοι εδώ δίπλα σου… δεν τους θυμάσαι;»

«Κάτι θυμάμαι, αλλά για πες τους για να θυμηθώ καλύτερα.»

«Όλα τα παιδιά απ’ το νησί, απ’ τη σχολή σου, ο Σπύρος, ο Πάνος…»

«Καλά ας τους αυτούς τους θυμάμαι, άλλους… άλλους.»

«Η Ντίνα, η Κατερίνα»

«Η Βάλια;»

«Η Βάλια… δεν θυμάμαι. Σίγουρα όμως είχε πάρει τηλέφωνο ο πατέρας της.»

«Μμμμ.»

Μετά έμεινε σιωπηλός. Δείχνει ότι πιάνει πάλι το κουβάρι και το γυρνά αργά αργά. Η σκέψη του αρχίζει να σκαλίζει και να ψάχνει τα διάφορα κλειδωμένα συρτάρια της μνήμης του.

«Κάτσε να το πάμε πάλι απ’ την αρχή» σκέφτηκε. «Η Βάλια! Με άξονα αυτή πρέπει να κινηθώ.  Ήμασταν μαζί. Όλο το καλοκαίρι την είχα στην αγκαλιά μου. Μιλούσαμε, γλεντούσαμε, μετά τι έγινε; Έφυγε; Πού είναι τώρα; Γιατί δεν έρχεται από εδώ;»

Στη συνέχεια η σκέψη του αναπήδησε το πώς έφτασε στο νοσοκομείο και άνοιξε το φάκελο των διακοπών. Θυμήθηκε την παραλία, το «Γλάρο», τους φίλους του, το καθημερινό άγχος με τη νεράιδα του, τη μέρα που την πρωτοφίλησε στον «Κάβο», το απίστευτο νάζι που είχε όταν τον κοίταγε. Η Αθηνά μετά από λίγο τον σκέπασε, όταν κατάλαβε ότι τον έχει πάρει ο ύπνος για τα καλά.

Το επόμενο πρωί όλα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο Αντρέας απολαμβάνει τον ελληνικό του καφέ στο νοσοκομείο, δίπλα στο Χρήστο, που κοιμάται ακόμα, και κοιτάει έξω απ’ το παράθυρο. Του φαίνεται λες και κάθεται στο πιο λουξ καφέ της Αθήνας, με τις μεγαλύτερες ανέσεις, με τη μεγαλύτερη θέα. Η Φωτεινή είχε αναλάβει όλη τη γραφειοκρατία, υπογραφές, χαρτιά, παραχαρτιά κι εξιτήρια. Οι νοσηλεύτριες κάθονται δίπλα στο Χρήστο ο οποίος μόλις άνοιξε τα μάτια του. Άθελά του χαζεύει τις γάμπες τους, το έντονο βάψιμο στο πρόσωπό τους και τα καλοχτενισμένα μαλλιά τους. Δεν είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ αυτόν.

«Χρήστο καλημέρα. Η μητέρα σου είναι κάτω στη γραμματεία, ξεμπερδεύει με κάποια χαρτιά κι από στιγμή σε στιγμή φεύγετε.»

Αυτός γεμάτος ικανοποίηση τις κοιτάει στα μάτια. «Επιτέλους» μονολογεί και ξεσκεπάζεται. Η μία απ’ τις δύο κάθεται δίπλα του.

«Μη βιάζεσαι θα σε βοηθήσουμε κι εμείς να σηκωθείς. Πάρε υπόψη σου ότι για ένα μήνα θα πρέπει να είσαι ιδιαίτερα προσεχτικός με τις πατερίτσες.»

Η Φωτεινή μπαίνει γρήγορα μέσα στο δωμάτιο και τους ανακοινώνει.

«Φεύγουμε! Αντρέα κατέβα κάτω να φέρεις το αυτοκίνητο στη είσοδο. Εγώ με τα κορίτσια θα βοηθήσουμε το Χρήστο να κατέβουμε… Ε κούκλες μου, θα βοηθήσετε;»

«Ναι, ασφαλώς» απαντούν αυτές και τη χαϊδεύουν φιλικά στην πλάτη.

Έτσι μετά απ’ όλα αυτά ο Χρήστος βρίσκεται ξανά στο σπίτι του μαζί με την οικογένειά του. Όλα δείχνουν όπως πριν. Μόνο οι πατερίτσες, τα βιβλιάρια υγείας και το ξυρισμένο κεφάλι του υπενθυμίζουν την περιπέτεια που πέρασε η οικογένεια του Αντρέα. Το δωμάτιό του όπως το άφησε τον Ιούλιο. Ο τείχος πίσω απ’ το γραφείο του θυμίζει «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»

Όλες τις επόμενες ώρες, ημέρες, βδομάδες με τεράστια υπομονή και κουράγιο ο Χρήστος πιστός στις οδηγίες των γιατρών και των φυσικοθεραπευτών, αλλά και με την απαραίτητη συντροφιά των φίλων, σχεδόν επανήλθε απ’ το δυνατό ατύχημά του. Είχε βάλει στη άκρη το αγρίμι που είχε μέσα του. Αναγκαστικά είχε μαζευτεί στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Οι μοναδικές του βόλτες απτήν κουζίνα στο δωμάτιο και αραιά και που καμία έξοδο προς το μπαλκόνι. Ο χρόνος ήταν αρκετός για να σκεφτεί πολλά: Το γεγονός ότι βγήκε ζωντανός απ΄ολη αυτή τη διαδικασία το θεωρεί τύχη από τη μια, αφορμή για να σκεφτεί την ανεκτίμητη αξία της ζωής από την άλλη. Βέβαια το μυαλό του δεν έκανε σκέψεις γενικές και αόριστες ίσα ίσα που προσγειωνόταν στη σχολή του που αντικειμενικά έμεινε πίσω, στην πολιτική κατάσταση στη χώρα και τις εξελίξεις, τη Βάλια που δεν έχει τρόπο να τη δει και τις αναμνήσεις, όσες έχουν μείνει στη μνήμη απ’ τις καλοκαιρινές του διακοπές, που του φαίνονται σαν ένα παραμύθι που δεν τέλειωσε, δεν ξέρει πως τέλειωσε. Παράλληλα κάνει σχέδια για το πώς θα τη βρει, για το πώς θα την έχει ξανά δίπλα του. Τουλάχιστον τους δύο μήνες που πέρασαν την είδε τρεις τέσσερις φορές στον ύπνο του, πότε να του μιλάει και να τον αγκαλιάζει, πότε να τον χαιρετά από μακριά. Την τελευταία φορά που την είδε πετάχτηκε μούσκεμα στον ιδρώτα.

Τέλος 7ου μέρους

Συνεχίζεται……………………………

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 3ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 4ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 5ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 6ο Μέρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.