«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 6ο Μέρος

20200223_181528

Αυτή τη φορά κάθισαν οι μισοί στο μπαρ κι οι υπόλοιποι δύο, ο Πάνος με το Γρηγόρη ακριβώς δίπλα σε ένα σταντ. Η ομάδα όλη έχει κέφια. Χθες δεν ξενύχτισαν ιδιαίτερα. Είναι ξεκούραστοι, φαίνεται στα μάτια τους κυρίως όμως στις πράξεις τους. Χορός, κέφι, γέλια, να και τα σφηνάκια κι οι ματιές.

«Χρήστο…. Χρήστο. Ας τα αυτά και σοβαρέψου.»

«Τι έγινε;»

«Ήρθε. Ψάχνει να κάτσει. Καν’ της νόημα να έρθει από εδώ.»

Η ματιά του Χρήστου πέφτει στην πόρτα του μαγαζιού. Τουλάχιστον την είδε με φωτοστέφανο, τουλάχιστον γι’ αυτόν όλα τα φώτα του μαγαζιού είχαν πέσει επάνω της. Έλαμπε. Είχε χτενίσει τα μαλλιά της προς τα πίσω, φορούσε ένα μαύρο στενό φόρεμα που έφτανε λίγο πάνω απ’ τα γόνατά της. Είχε βαφτεί όσο χρειάζεται, χωρίς όμως καμία υπερβολή. Έδειχνε αυτό που έπρεπε: ξεχωριστή παρουσία που δείχνει σεβασμό, καθόλου πρόστυχη, σίγουρα όμως είναι γυναίκα με μυστήριο που σου κερδίζει την προσοχή. Κι όλα αυτά ήταν η σκέψη του Χρήστου απλά και μόνο με μια ματιά που έριξε πάνω της. Δειλιάζει. Δεν της λέει τίποτα. Αυτή προχωρά μαζί με την Κατερίνα και κάθονται στο σταντ μαζί με τον Γρηγόρη και τον Πάνο. Ο Χρήστος κοντεύει να σκάσει. Κοιτάει που μιλάνε, χωρίς να ακούει τι λένε, απ’ τη δυνατή μουσική. Προσέχει όμως ότι γελούν δυνατά. Αρχίζει να ζηλεύει πλέον και τους φίλους του. «Βάλε ένα ποτό ακόμα.» λέει στον Μπιλ και την κοιτάει πιο επίμονα. Δηλαδή τίποτα, μια τρύπα στο νερό. Αυτό για ώρα. Ο Βασίλης αραιά και που τον κοιτάει. Κάνει ότι χορεύει δίπλα του και δίνει συμβουλές.

«Μίλα της… Κοιτάει κι αυτή.»

Ο Χρήστος τίποτα. Το μυαλό του έχει κολλήσει. Συγκρούονται μέσα του δύο λογικές. Πας ή δεν πας.

«Πάμε για συνέχεια στο άλλο;»

Φωνάζει ο Πάνος στους υπόλοιπους. Άλλοι γελούν και συμφωνούν με ένα ύφος λες κι εκεί που θα πάνε θα δημιουργήσουν χαμό. Άλλοι το σκέφτονται. Ο Χρήστος κοιτάει τη Βάλια και περιμένει ν’ απαντήσει. Η Κατερίνα παίρνει την πρωτοβουλία.

« Εγώ παιδιά θα καθίσω εδώ για λίγο και μετά θα φύγω για ύπνο.»

Η Βάλια κάθεται δίπλα της και της μιλάει. Ο Χρήστος κοιτάει τον Βασίλη στα μάτια και περιμένει. Αυτός του κάνει νόημα.

«Πάμε…. Θα περάσουμε ωραία.»

Η Βάλια πλησιάζει με την Κατερίνα πιο κοντά στο μπαρ και κάθεται δίπλα στο Χρήστο. Αυτός της χαμογελάει και δείχνει ικανοποιημένος, όμως η ψυχούλα του το ξέρει. Τα δάχτυλά του τρέμουν.

« Χρήστο εσείς τι θα κάνετε;»

«Ε… ε…. Δεν ξέρουμε, εσείς;»

«Εμείς λέμε να μην πάμε» ενώ παράλληλα κοιτάει την Κατερίνα η οποία κατεβάζει καταφατικά το κεφάλι της. Ο Χρήστος παίρνει δυο σφηνάκια και πάει ακριβώς δίπλα στο Βασίλη.

«Φίλε μου θέλω μια χάρη.»

«Τι ρε…. Τι έγινε;»

«Σε παρακαλώ δεν πρέπει να φύγεις με τους άλλους.»

«Τι λες, έχεις τρελαθεί; Όχι μόνο θα πάω, αλλά θα έρθεις κι εσύ μαζί.»

Ο Χρήστος κάθεται και του εξηγεί, γιατί απ’ ότι φαίνεται ο Βασίλης δεν είχε καταλάβει την προηγούμενη συζήτηση.

«Ε τώρα καταλαβαίνεις! Κάτσε εσύ με την Κατερίνα να μιλήσω εγώ με τη Βάλια… Κάν’ το για μένα.»

Ο Βασίλης κάθεται σκεπτικός, δεν απαντά. Μετά από λίγα λεπτά παραγγέλνει τέσσερα ποτά από το μπαρ. Κερνάει την  παρέα και κοιτάει τους υπόλοιπους.

«Φύγετε, εγώ θα κάτσω εδώ με τα παιδιά.»

Ο Χρήστος τον κοιτάει γεμάτος ικανοποίηση στα μάτια και του χαμογελάει.

Καλώς ή κακώς έχει διαφορά το πώς βλέπεις μια γυναίκα δίπλα σου τη μέρα, και πως τη βλέπεις τη νύχτα. Ο Χρήστος κάθεται δίπλα της, την παρακολουθεί και μαγεύεται. Αυτή τον κοιτάει, πίνει το ποτό της και φαίνεται ότι του κάνει νάζια. Ανοίγει την παρτίδα. Όλα επάνω της είναι τέλεια γι ‘αυτόν. Ο λαιμός της, το πρόσωπό της, το χαμόγελό της, ο τρόπος που στέκεται δίπλα του. Το άρωμά της που μάλλον είναι το angel Δεν είναι απλά ωραίο γι’ αυτόν, αρχίζει όμως και του γίνεται αναγκαίος όρος μέσω της όσφρησής του, να οξυγονωθεί ο οργανισμός του. Η κουβέντα του ζεστή με αστεία και χιούμορ για να νιώσουν πιο άνετα. Το ίδιο κάνει κι αυτή κι έρχονται πιο κοντά. Δε γίνεται όμως. Δεν μπορεί να φτάσει εκεί που θέλει. Ο Βασίλης δίπλα με την Κατερίνα συζητούν πιο σοβαρά. Παράλληλα αυτός σαν προστάτης και συμβουλάτορας του φίλου του ρίχνει καμιά ματιά δίπλα για να δει πως κινείται ο Χρήστος. Η συζήτηση συνεχίζεται. Αρχίζει πλέον και κάτι φαίνεται. Χωρίς όμως κανένα πρακτικό ή έστω λεκτικό αποτέλεσμα. Ο Μπιλ παίρνει τα ποτήρια τους και τα ξαναγεμίζει. Με το ιδιαίτερο χαμόγελό του τους λέει: «Αυτά απ’ το μαγαζί.» Ο Χρήστος κοιτάει τη Βάλια και σηκώνει το ποτήρι του. «Στην υγειά μας!» Το βλέμμα του, το πρόσωπό του μένουν εκεί. Την κοιτάει και ταξιδεύει. Μπορεί να έμεινε αρκετή ώρα σ’ αυτή τη στάση. Αυτή ήδη έχει πιει τη γουλιά της.

«Τι έπαθες;…. Πω πω… Με θεότρελο έμπλεξα!» Σχολιάζει και γελάει. Το ίδιο κάνει κι αυτός γιατί απλά δεν μπορεί να της μιλήσει, δεν μπορεί να ανοιχτεί όσο θέλει.

Η ώρα είναι ήδη περασμένη. Κι οι τέσσερις χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, χωρίς κάποιος να δώσει το σύνθημα ετοιμάζονται να φύγουν. Έξω από το μαγαζί ακούγονται μόνο οι φωνές τους.

«Λοιπόν θα τα πούμε αύριο στη θάλασσα.»  λέει ο ψυχραιμότερος, ενώ ο Χρήστος ακόμα έχει το βλέμμα του επάνω της. Αριστερά προχώρησαν τα κορίτσια κι απ’ την άλλη ξεκίνησαν το νυχτερινό περπάτημα οι δυο τους.

«Τι είπατε;…. Έγινε τίποτα;»

«Λα λα λα λα ρα λα ρα λα…»

«Α κατάλαβα, τρελάθηκες.»

«Θα γίνεις δικιά μου…. πριν έρθει η νύχτα.»

«Παρακάτω, θα μου πεις τίποτα συγκεκριμένο;»

«Βασίλη, δεν μπορώ είναι απίστευτη, θέλω να την αγκαλιάσω, είναι απίστευτη.»

«Καλά, πήγαινε αγκάλιασε το μαξιλάρι σου τώρα κι αύριο βλέπεις τι θα κάνεις….. Πάντως φαίνεται ότι είσαι σε καλό δρόμο.»

Έτσι στο παραπάνω σταυροδρόμι χωρίστηκαν οι δύο φίλοι. Ο Χρήστος μόλις έφτασε στο σπίτι, χωρίς να βγάλει τα ρούχα του, άνοιξε το ημερολόγιό του. Άρχισε πάλι να γράφει. Έγραφε, έσβηνε. Κοιμήθηκε στο πλάι με το ημερολόγιο αγκαλιά. Έτσι τον βρήκε το πρωινό της επόμενης μέρας…

Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι του, απ΄ τη ζέστη, κι όλα τα άλλα έντονα συναισθήματα που είχε μέσα του. Πλύθηκε στα γρήγορα και κατέβηκε τις ξύλινες σκάλες. Είναι πολύ διαφορετικός σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες. Δείχνει πιο αποφασιστικός, πιο έτοιμος. Η χθεσινή κουβέντα τον βοήθησε. Άναψε το πράσινο φως της εκκίνησης. Το βλέπεις και στο πρόσωπό του. Πιο χαμογελαστός, πιο καλοσυνάτος. Η χροιά τη φωνής του, παρά το γρέζο που ακούγεται λόγω του ξενυχτιού, της υγρασίας και του τσιγάρου βγάζει μια γλυκύτητα, μια καλοσύνη. Το άγχος όμως είναι αυτό που δε φεύγει. Αυτό το άτιμο που αν συνδυάζεται με κάτι ευχάριστο σε τρελαίνει, σε γεμίζει με διάφορα συναισθήματα, με διάφορα χρώματα. Έχει αυτό που λένε «συγκρατημένη αισιοδοξία». Το περπάτημά του προς την αγορά του χωριού είναι πιο σταθερό, μα και ο ίδιος έχει γίνει πιο παρατηρητικός. Παρά την αφόρητη ζέστη έχει το χρόνο να παρακολουθήσει τη φύση γύρω του. Τις μυρωδιές που του φαίνονται πιο έντονες, πιο ευχάριστες. Σαν να είναι άνοιξη, μέρες του Πάσχα που βγαίνει αυτή η απίστευτη μυρωδιά της αγάπης από παντού. Απ’ τα λουλούδια απ’ τα σπίτια, απ’ τους ίδιους τους ανθρώπους και τις κουβέντες τους. Όσοι μπορούν να κάνουν διακοπές τις μέρες του Πάσχα σίγουρα καταλαβαίνουν πως νοιώθει ο Χρήστος αυτές τις στιγμές παρόλο που είναι ντάλα καλοκαίρι.

Η κατεύθυνσή του είναι προς την πλατεία. Εκεί πετυχαίνει σε σχεδόν όρθια στάση τον Κώτσο που από το ούζο βρίσκεται σε φάση βασιλιά δικτάτορα, θεού και παντοκράτορα.

«Τι έγινε νεαρέ;» του λέει με φωνή κουρασμένη απ’ το λίγο περπάτημα που έκανε απ’ το καφενείο στην πλατεία.

«Καλά μπάρμπα Κώτσο. Εσύ πως πάει, όλα καλά;»

«Εγώ νεαρέ μου είμαι μια χαρά. Τώρα πλέον δεν έχω και πολλά να κάνω. Χικ. Αυτό που μου μένει είναι να βλέπω και να καμαρώνω εσάς τους νέους. Χικ…. Εγώ έμεινα εδώ. Δεν έχω περιθώρια…»

«Γιατί το λες αυτό. Ποτέ δεν είναι αργά.» του λέει ο Χρήστος δείχνοντας την συμπόνια του.

«Ε τι να σου λέω τώρα. Όπως είχα πει και παλιότερα, χικ, παπόρια που δεν έφυγαν, χικ, αγάπες που δε έμειναν.»

«Μάλιστα. Μη στεναχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά. Μην απελπίζεσαι.»

Ο Χρήστος τον χαιρέτησε και προχώρησε προς το καφέ της Βιβής.  Εκεί μαζεύτηκαν κι οι υπόλοιποι. Ο Μπιλ τους λέει την είδηση της ημέρας.

«Λοιπόν μάγκες, σήμερα στο «Γλάρο» θα γίνει ένα απίστευτο beach party. Έχουν φέρει DJ  απ’ την Αθήνα και όμορφα κορίτσια για χορό….. Θέλω να είστε σε ετοιμότητα. Εγώ θα κατέβω σε λίγο προς τα εκεί…. Το νου σας μην καθυστερήσετε για να πιάσουμε θέση κοντά στο μπαρ.»

Ο Πάνος, ο Σπύρος  κι ο Βασίλης ήταν οι πρώτοι που κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Ο Χρήστος κοιτάει τριγύρω και περιμένει μπας και εμφανιστεί πουθενά. Αφού αποτέλεσμα δεν είδε παίρνει και τον Κώστα μαζί του και κατευθύνεται προς την παραλία.

Η μουσική ακούγεται δυνατά. Καμία σχέση με τις άλλες μέρες. Ο DJ δίνει το δικό του ρυθμό. Το μπαρ γεμάτο απ’ τη μία άκρη ως την άλλη. Ανά δεκαπέντε λεπτά ανεβαίνουν τα κορίτσια και «χορεύουν». Ντόπιοι και μη κάθονται από κάτω και καμαρώνουν. Ο Μπιλ έχει μαζέψει τους φίλους δίπλα του κι αυτοί σχολιάζουν τα πάντα. Η φωνή του ξεχωρίζει μες τις άλλες κάθε φορά που ανεβαίνει κάποια και χορεύει. «Ανέβαινε και γοήτευε» φωνάζει και οι διπλανοί του τρελαίνονται στα γέλια. Ο Πάνος με τον Βασίλη έχουν σχεδόν ταυτιστεί με τις κινήσεις των κοριτσιών. Ο Κώστας κάθεται δίπλα στο ψυγείο κι ανοίγει τις μπύρες τη μία πίσω απ’ την άλλη. Ο Χρήστος με τον Γρηγόρη πιο έξω παρακολουθούν όλη τη διαδικασία χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή. Το πάρτι τελειωμό δεν έχει. Ατομικό διάλειμμα ο καθένας κάθε λίγο για μια βουτιά στη θάλασσα και μετά συνέχεια πάλι στο μπαρ για χορό και έντονες μουσικές.

Η εμφάνιση των κοριτσιών της παρέας στο μαγαζί ήταν ο μοναδικός λόγος που αποτραβήχτηκαν τα αγόρια θέλοντας να δείξουν πως δεν είναι λιγούρια που ξεροσταλιάζουν κάτω απ’ τα μπαρ για να παίρνουν μάτι τις εντυπωσιακές χορεύτριες που ακόμα- τουλάχιστον –φορούν τα απαραίτητα. Το περίεργο όμως της υπόθεσης είναι ότι αυτές θέλουν να μπουν μες στο κέφι και ουσιαστικά ξανατραβούν τους δήθεν αδιάφορους, ιδιαίτερα τον Πάνο, ξανά στο χώρο της ακολασίας.

Η Βάλια φοράει τα γυαλιά της και δένει ξανά τα μαλλιά της με μια μπαντάνα που είναι στο χρώμα του μαγιό της. Πλησιάζει τον Χρήστο και με ύφος ανακριτή τον ρωτά:

«Κάνατε καμιά βουτιά ή εδώ κάθεστε τόση ώρα;»

Αυτός δείχνοντας την ενόχλησή του κοκκινίζει και της απαντά.

«Εεεε… Εγώ έπεσα στη θάλασσα, αλήθεια σου λέω, έπεσα. Κοίτα και το μαγιό μου, είναι βρεγμένο.»

«Καλά μην τρελαίνεσαι, δε σου είπα και τίποτα.»

Κάπως έτσι πέρασε κι η επόμενη ώρα, το κέφι αντί να πέφτει, όλο και δυνάμωνε. Κανείς απ’ τους λουόμενους δεν κοιτάζει τα ρολόγια. Οι δείκτες προχωρούν με τα μπιτ της ξένης μουσικής και τους έξαλλους χορούς των νέων. Ο Χρήστος αρχίζει και γίνεται ανήσυχος. Κοιτάει τη Βάλια που ανεβοκατεβαίνει πότε στην παραλία, πότε στο μαγαζί. Μία για καφέ, μία για νερό. Οι μεταξύ τους κουβέντες μετρημένες «Πώς να της μιλήσω;…. Εκεί κάθεται μαζί με τις άλλες… Τόσος κόσμος εδώ, πώς να της μιλήσω;» Σκέψεις, ξανά σκέψεις και θολούρα. Η ώρα πλησιάζει εφτά. Η ζέστη αρχίζει πλέον και γίνεται υποφερτή. Τώρα είναι που ξεκινούν και τα μπουγέλα. Κόσμος τρέχει πάνω κάτω, γέλια και φωνές. Η θάλασσα γέμισε σε μια στιγμή απ’ όλους. Η Βάλια, η Κατερίνα, η Χαρά και η Ντίνα ανεβαίνουνε στο γλάρο, η μοναδική που έμειναν εκεί ήταν ο Μπιλ, ο Χρήστος, ο Σπύρος κι ο Βασίλης. Ο Μπιλ σαν γνωστός μπάρμαν και κλασικό πρόσωπο της νύχτας πλασάρεται στον γυναικείο πληθυσμό και να τα γέλια τα κορίτσια και να τα κεράσματα απ’ το γόη. Ο Χρήστος πλησιάζει το Βασίλη ενώ το βλέμμα είναι καρφωμένο επάνω της.

«Ρε Βασίλη τι κάνουμε τώρα, πώς προχωρούμε;»

«Δεν ξέρω τι να σου πω. Τώρα έχει κόσμο πολύ. Το βράδυ ίσως να είναι καλύτερα.»

«Τι λέτε ρε, τι σας απασχολεί;»

Ρωτάει ο Σπύρος με ιδιαίτερο ύφος ανώτερου χαρακτήρα.

«Ε… να. Θέλω να βρεθώ….. να μιλήσω»

«Στη Βάλια. Το ‘χουμε καταλάβει, παρακάτω.»

«Ε αυτό λέμε, πώς να γίνει.»

Ο Σπύρος κάθεται με ύφος σκεπτικό και μέσα σε δευτερόλεπτα του απαντά:

«Είναι απλό φίλε μου. Είναι πολύ απλό. Μηχανάκι ξέρεις;….. Ξέρεις . Παίρνεις λοιπόν το παπί του Βασίλη, παίρνεις και την όμορφη δεσποινίς και πάτε βόλτα η δυο σας στον «Κάβο.» Ούτως η άλλως οι δυο σας θα είστε. Όλοι οι άλλοι είναι εδώ… Τσιμπάς και δυο μπίρες απ’ το καφενεδάκι παραπάνω και τα λέτε οι δυο σας υπό τους ήχους των κυμάτων. Σωστοοός;..»

Ο Χρήστος προβληματισμένος κοιτάει τη Βάλια και δείχνει ότι ανασαίνει βαριά.

«Προχώρα… Έχει δίκιο ο Πίπις. Προχώρα, όλα θα πάνε καλά.»

«Δως μου τα κλειδιά.»

«Τα έχω αφήσει πάνω στο παπί. Μόνο μην τρέχεις πολύ γιατί τα φρένα δεν είναι πολύ καλά.»

Ο ενδιαφερόμενος κάνει ότι ψιλοφτιάχνει τα μαλλιά του, πλησιάζει κοντά στα κορίτσια δήθεν ότι θα ζητήσει νερό απ’ το μαγαζί. Αλλάζει χίλια χρώματα, νοιώθει ότι όλοι τον κοιτούν. «Ψυχραιμία, καθαρές κι απλές κουβέντες» σκέφτεται. Κάθεται δίπλα τους κι απολαμβάνει το νερό του. Η Κατερίνα τον χαϊδεύει στο κεφάλι.

«Χρήστο όλα καλά;»

«Εσείς πείτε μου, σας βλέπω σήμερα όλη μέρα είστε μεταξύ σας, έχετε γίνει ένα κόμμα. Υπάρχει κάποιος λόγος;… Σίγουρα θα ‘χουν πάρει τα φτυάρια σας φωτιά. Ποιόν κακομοίρη θάβεται πάλι;»

Αυτές κοιτιούνται μεταξύ τους και γελούν. Η Βάλια όμως πιο σοβαρή, κι ενώ κάθεται δίπλα του, του λέει:

«Ενώ εσύ με τους άλλους ήσασταν χώρια όταν ανέβαιναν οι κουκλάρες στο μπαρ κι είμαστε σίγουρες πως δε χαζεύατε τα κάλλη τους;»

Ξανά γέλια τα κορίτσια, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Ο Χρήστος με πιο σιγανή φωνή παίρνει την πρωτοβουλία.

«Λοιπόν Βάλια, λέω να πρωτοτυπήσουμε.»

«Ναι, μόνο μίλα πιο δυνατά γιατί είναι κι η μουσική και δεν ακούω.»

«Πάμε για μπίρα;»

«Που;»

«Το θέμα δεν είναι που, το θέμα είναι αν θες να πάμε οι δυο μας κάπου αλλού;»

«….Πάμε, να μην αργήσουμε μόνο… Με τι θα πάμε;»

«Θα πάρω το παπί του Βασίλη. Φύγαμε;»

«Φύγαμε»

Ο Χρήστος με ένα χαμόγελο ως τα’ αυτιά κοιτάει τους φίλους του που κάθονται παραδίπλα και τους κλείνει το μάτι. Η Βάλια μαζεύει τα πράγματά της. Η Κατερίνα με την Ντίνα την χαϊδεύουν στην πλάτη γιατί γυναίκες είναι και καταλαβαίνουν πολύ πιο γρήγορα απ’ τους άλλους.

«Θα τα πούμε μετά» τους λέει η Βάλια και φεύγει με το συνοδό της.

Επάνω στο μηχανάκι νοιώθει πιο άνετα, πιο ευχάριστα, μόνο που του φαίνεται πιο ενοχλητικός ο αέρας που πέφτει επάνω του. Νοιώθει ότι τον πνίγει. Είναι και το άγχος, το σφίξιμο στο στήθος. Η Βάλια τον έχει πιάσει διακριτικά απ’ τη μέση κι έχει ακουμπήσει ελαφρά το σαγόνι της στον ώμο του. Δεν τον ρωτάει ούτε που θα πάνε, τίποτα, τ’ αφήνει όλα πάνω του. Το μηχανάκι σταματάει έξω απ’ το παλιό καφενείο. Ο Χρήστος κατεβαίνει.

«Περίμενε εδώ, έρχομαι… Θες μια μπίρα;»

«Μια πορτοκαλάδα»

«Έφτασέει»

Μετά από δυο λεπτά βγαίνει έξω με δυο μπουκαλάκια πορτοκαλάδα, της τα δίνει και την κοιτάει στα μάτια. Αυτή του χαμογελάει μ’ ένα νάζι που το κάνει συχνά.

« Ε άντε πάμε, ανέβα»

Του λέει και ξεκινούν. Η παραλία του «Κάβου» είναι μόνη της, σήμερα απ’ το πρωί δεν την ενόχλησε κανείς. Είναι στολισμένη με βότσαλα χοντρά και μεγάλα, κάτασπρα απ’ τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας. Δεξιά κι αριστερά απλώνονται προς τα έξω βράχια που αντί να σου προκαλούν φόβο κι αγριάδα, αντίθετα σου προκαλούν συναισθήματα γαλήνης κι ομορφιάς. Ο Χρήστος κάθεται στη μία άκρη, δίπλα σ’ ένα αλμυρίκι το μοναδικό δεντράκι στην παραλία. Έχει αφήσει την νεράιδα του να χαζεύει όρθια και δεξιά του, στη θάλασσα το ηλιοβασίλεμα. Με τον αναπτήρα του άνοιξε τα μπουκαλάκια και πέταξε τα καπάκια μπροστά του.

«Τι κάνεις; Που τα πετάς; Δεν έχει σκουπίδια πουθενά εδώ;»

«Ε… δεν βρήκα τίποτα.»

«Μάζεψέ τα»

Ενώ, τα μαζεύει η ίδια και του τα δίνει.

«Στην υγειά μας»

«Έχεις ξανάρθει εδώ;»

«Μικρή όταν ήμουν ερχόμουν με τους δικούς μου. Ωραία είναι, πιο ήσυχα απ’ το γλάρο.»

«Εγώ έρχομαι συχνά με τα παιδιά κι αράζουμε με τις ώρες.»

«Μάλιστααα»

Ο Χρήστος βρίσκεται σε απίστευτη αμηχανία, με το δεξί του χέρι τρίβει το αυχένα και τα μαλλιά του.

«Ξέρεις, σου είπα να βρεθούμε εδώ για να είμαστε οι δυο μας.»

«Δηλαδή να φοβάμαι;»

«Όχι, όχι. Απλά δεν είμαι πολύ καλός σ’ αυτά και δεν ξέρω πως θα τ’ ακούσεις»

Μόλις πάει να του απαντήσει η Βάλια  της κρατά τα χέρια και συνεχίζει.

«Λοιπόν εγώ από παλιότερα δε σε θυμόμουν, τώρα τρεις, τέσσερις μέρες που γνωριστήκαμε… ε έχω, καταλαβαίνεις… μου αρέσεις. Ρε παιδί μου σε σκέφτομαι συνέχεια… σε θέλω.»

Η Βάλια τον κοιτάει στα μάτια. Το πρόσωπό της γλύκανε όσο ποτέ. Τον ακουμπάει στο πρόσωπο κι αρχίζει να τον φιλάει. Ανταποκρίνεται κι αυτός. Αυτό γίνεται για κάποια ώρα.

«Ε εσύ τι λες, δε θα μου πεις τίποτα;

Η γλώσσα σου είναι πολύ μαλακιά.»

«Τι είναι;»

«Λέω ότι φιλάς πολύ ωραία… Εγώ να ξέρεις το είχα πει και στα κορίτσια ότι φαίνεσαι ξεχωριστός, τους είπα ότι μ’ αρέσεις αλλά να σου πω δεν το περίμενα τόσο νωρίς.»

Και του λεγε και του λεγε…. Αυτός την κοίταγε στα μάτια και παράλληλα έπαιζε με τα καπάκια στο χέρι. Τα φιλιά συνεχίστηκαν για ώρα ώσπου νύχτωσε. Μετά την επιμονή της Βάλιας, σηκώθηκαν να φύγουν. Κοντά στο μηχανάκι ο Χρήστος τη σταματά.

«Μισό λεπτό… Έχεις ένα στυλό;»

Η Βάλια κοιτάει, βρίσκει έναν στην τσάντα της και του τον δίνει. Αυτός γράφει στη μέσα μεριά του κάθε καπακιού τα αρχικά Χ και Β και τα βάζει στην τσέπη του.

Ποιος τον πιάνει! Ποιος μπορεί να σταθεί δίπλα του! Ήδη νοιώθει δυο μέτρα πιο ψιλός απ’ τους άλλους. Μόνο και μόνο που κάθεται και είναι δίπλα της.  Στη ματιά του και στις εκφράσεις του προσώπου του μπορείς να ερμηνεύσεις τις λέξεις ικανοποίηση, ευχαρίστηση, ευτυχία, έρωτας. Έτσι περνούν οι μέρες των διακοπών γι’ αυτόν και για τη Βάλια. Το ίδιο πρόγραμμα σε σχέση με πριν παρακολουθούν και συμμετέχουν, απλά αυτό που το κάνει διαφορετικό και καινούριο, είναι ότι είναι μαζί. Ότι σκέφτονται διάφορα μαζί, μένουν με τις ώρες μαζί οι δυο τους στη θάλασσα, στην πλατεία, στο μπαράκι του χωριού γελούν και διασκεδάζουν.

Η φωτογραφία του Γρηγόρη που τους έβγαλε κρυφά είναι χαρακτηριστική: μπροστά στο λιμάνι κι ενώ ο ήλιος έχει φορέσει τα νυχτερινά πορτοκαλί χρώματά του, ο Χρήστος έχει φορέσει το μαντήλι της Βάλιας και μιμείται το πώς περπατάει, ενώ αυτή του κρατάει το χέρι κι έχει ξεκαρδιστεί στα γέλια. Ένα άλλο βράδυ που όλη παρέα έχει αυτοδιοργανώσει φεστιβάλ χορού στο γνωστό πλέον μπαράκι, μέσα σε τρελά γέλια και χορό, ο Χρήστος φόρτωσε την κυρία του στις πλάτες κι αφού χόρεψε και για τους δυο στη συνέχει βγήκαν έξω από το μαγαζί, προχώρησε ι έξω απ’ το σπίτι της την ξεφόρτωσε, μαζί βέβαια με δεκάδες αγκαλιές και φιλιά.

Οι φίλοι του, του το αναφέρουν συχνά.

«Μπράβο ρε, φαίνεσαι πολύ καλά, κι αυτή δείχνει ότι γουστάρει.»

«Απλά μίλα μας και λίγο, κι εμείς σ’ αγαπάμε» συμπλήρωσε ο Πάνος. Αυτές είναι στιγμές που όλοι τις έχουμε στο μυαλό, όλοι έχουμε περάσει από αντίστοιχες. Τις αναπολούμε. Θέλαμε, θέλουμε να μη ν σταματήσουν ποτέ.

Στο σπίτι του καπετάν Κώστα υπάρχει αναβρασμός. Ντουλάπες ανοίγουν, κλείνουν, πακέτα ετοιμάζονται. Είναι οι δουλειές που αναλαμβάνουν οι γυναίκες. Ετοιμάζεται όλη η οικογένεια, παππούδες, παιδιά κι εγγόνια για την κλασική αυτή την περίοδο, λίγο μετά τα μέσα Αυγούστου για την εκδρομή-επίσκεψη στους «κουμπάρους» της κυρά Τασούλας που βρίσκονται στο απέναντι νησί. Όλα σχεδόν είναι έτοιμα. Δύο αυτοκίνητα γεμάτα με πεσκέσια, δώρα, φαγητά, λίγο ρουχισμό μιας κι η εκδρομή θα είναι διήμερη. Ο Χρήστος κάθεται πάνω στο δωμάτιό του με την πόρτα κλειστή. «Πρέπει να τους μιλήσω» σκέφτεται. Με βήματα δειλά κατεβαίνει τις σκάλες και πάει προς τον πατέρα του.

«Να σου πω λίγο;»

Το ύφος του είναι σαν να έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά.

«Κατέβασε το σάκο σου πρώτα… Σε μία ώρα το καράβι φεύγει. Μη μου το κάνετε όπως τις άλλες φορές, όλα με την ψυχή στο στόμα.»

του απαντά ο Αντρέας ιδρωμένος και φουριόζος. Ο Χρήστος τον απομονώνει στη δεξιά πλευρά της αυλής.

«Να… Ξέρεις γι’ αυτό θέλω να σου πω…»

Το ύφος του πατέρα του αλλάζει όπως κι η φωνή του.

« Τι έγινε μικρέ, τι έπαθες;»

«Να… θέλω να σου πω πως εγώ… αυτό το διάστημα… περνάω πολύ ωραία… και…»

«Χρήστο αν το πάμε έτσι δε θα φύγουμε ούτε αύριο από δω. Τι θες παιδί μου, τι θες;»

«Είμαι μαζί με τη Βάλια. Θέλω να κάτσω εδώ για να είμαι μαζί της. Φαντάζομαι η γιαγιά να με συγχωρέσει.»

Ο Χρήστος τα είπε και ξεφύσησε ενώ παράλληλα διέκρινες στο πρόσωπό του το πόσο είχε ντραπεί που μίλαγε στον πατέρα του για τις  προσωπικές του στιγμές. Ο Αντρέας ξύνει το πιγούνι του ενώ το βλέμμα του είναι καρφωμένο στο πάτωμα.

«Μμμμ…. Εδώ μόνος σου τι θα τρως;… Ποιος θα σε φροντίζει;»

«Έλα ρε πατέρα, παιδιά είμαστε τώρα, θα βρω τρόπο. Τόσα σπίτια είναι εδώ.»

«Λοιπόν ας το επάνω μου θα το λύσω εγώ. Αλλά το νου σου κακομοίρη μου μη γυρίσουμε και βρούμε το σπίτι άνω κάτω ή μάθω τίποτα περίεργο για σένα θα γίνει χαμός.»

«Στ’ ορκίζομαι όλα θα πάνε καλά»

Ο Χρήστος δίνει το χέρι στον πατέρα του λες και συμφωνούν δυο μεγάλοι άντρες κλείνοντας μια μεγάλη συμφωνία.

Το καράβι στις τρεις το μεσημέρι αναχωρεί απ’ το λιμάνι του νησιού. Τα τρία σφυρίγματά του δίνουν το σύνθημα για το Χρήστο. Το γεγονός ότι είναι μόνος του τον ελαφρύνει απ’ τα βαρίδια της οικογένειας, του σπιτιού, του δίνει τη δυνατότητα του προσωπικού του χώρου. Είναι αυτό που ψάχνει κάθε νέος απ’ τα είκοσι και μετά. Αφού ανέβηκε πάνω στο δωμάτιο του έβαλε τα ρούχα ξανά στη θέση τους με ιδιαίτερη προσοχή, κάτι που δεν το είχε ξανακάνει.. Επιμελήθηκε της καθαριότητας και άνοιξε τα παράθυρα να μπει ο ήλιος κι όλα τ’ αρώματα του νησιού στην κάμαρά του.

Στο μεσημεριανό ραντεβού με τη Βάλια ήταν πιο άνετος και έτοιμος να φέρει το συνταρακτικό νέο.

«Χρήστο φύγαμε για τη θάλασσα, έχω σκάσει.»

«Θέλω να σου πω»

«Πάμε, πάμε, θα μου πεις ότι θες μετά, τώρα καίγομαι.»

Η μικρή απολαμβάνει το μπάνιο με τις φίλες της στην παραλία που δεν είναι πλέον γεμάτη. Ήδη έχει αρχίσει ο κόσμος και βάζει τέλος στις διακοπές του. Ο Χρήστος κατεβαίνει απ’ το «Γλάρο» με δυο ποτήρια, μισογεμάτα πλέον, γρανίτα γιατί το υπόλοιπο είχε πέσει στα χέρια του μιας και σκόνταψε στο τελευταίο σκαλοπάτι του μαγαζιού.

«Τι του ‘φερα εγώ να το δροσίσω;»

«Τι μου φερες ρε Χρήστο; Κοίτα να πλύνεις τα χέρια σου γιατί θα σε φάνε οι σφήγκες.» του απαντά αυτή ικανοποιημένη απ’ τη μία θέλοντας να κάνει όμως και την παρατήρησή της για την απροσεξία του φίλου της.

«Βάλια οι δικοί μου έφυγαν.»

«Έφυγαν; Που πήγαν»

«Πήγαν σε κάποιους συγγενείς… Έλεγα  αν ήθελες κι εσύ το βράδυ να ‘ρχόσουν απ’ το σπίτι.»

Η Βάλια σκύβει το κεφάλι, κάνει ότι στρώνει την μπορντό πετσέτα της καλύτερα πάνω στα βότσαλα.

«Τι ώρα;»

Ο Χρήστος έρχεται πιο δίπλα της και την αγκαλιάζει με το ένα του χέρι.

«Ότι ώρα θες. Μπορούμε να πούμε ότι θα κοιμηθείς στην Κατερίνα και να μείνουμε μαζί.»

Προφανώς το απόγευμα όποια γωνία κι αν κοίταγες του χωριού, καφέ, καφενεία, πλατεία, λιμάνι αποκλείεται να έβρισκες τον Χρήστο. Είναι χωμένος μες στο σπίτι κι ετοιμάζει… Θυμήθηκε να βάλει πάγο, ζήτησε νωρίτερα απ’ τον Κώστα ένα μπουκάλι κρασί, ετοίμασε τα cd του στο πλάι του φορητού στερεοφωνικού του, προμηθεύτηκε απ’ το διπλανό χωριό όλα τα απαραίτητα για μια τέτοιου είδους βραδιά. Το άγχος του όμως ασφαλώς και είναι δίπλα του, χωρίς να το καλέσει, χωρίς να το θυμηθεί. Βρίσκεται εκεί και τον παιδεύει, μαζί όμως με την ευτυχία, με τη χαρά, με την αγωνία. Μόλις άρχισε να πιάνει η νύχτα η Βάλια έφτασε έξω απ’ την πόρτα του. Αυτός την είδε απ’ το παράθυρο και της άνοιξε πριν χτυπήσει. Οι πρώτες κουβέντες αμήχανες λες και βρέθηκαν για πρώτη φορά. Κουβέντες γενικές, για το σπίτι την οικογένεια, συζήτηση που δεν έχει κανένα όφελος και ερωτήσεις χωρίς καμία σημασία «ποιος είναι στη φωτογραφία», κι άλλα τέτοια γνωστά.

«Είπα στους δικούς μου πως θα μείνω στην Κατερίνα.»

Ο Χρήστος την πιάνει απ’ τη μέση και τη φιλάει. Είναι πολλές φορές που δεν μπορείς να περιγράψεις με λόγια το πόσο όμορφα περνάς. Σ’αυτή τη θέση βρίσκονται κι δυο. Έξω απ’ το σπίτι όποιος περνούσε  θα μπορούσε να διακρίνει απ’ το παράθυρο αυτό το νεαρό ζευγάρι να μιλάει με τις ώρες. Κάποιος που πέρασε αργότερα θα τους είδε και θα τους άκουσε να γελούν, ενώ μπροστά τους είχαν ένα μπουκάλι κρασί κι ένα πιάτο μάλλον με φρούτα. Στη συνέχεια ανέβηκαν επάνω. Άρχισαν να φιλιούνται  με τόσο πάθος που δε μπορεί να το μετρήσει καμιά μεζούρα, καμία μηχανή, κανένα μέτρο. Είναι η ώρα που δείχνει ο ένας στον άλλο πως νιώθει έμπρακτα, με χάδια, με αγκαλιές, με ηδονή. Είναι η στιγμή που το άγχος κορυφώνει, φτάνει στα υψηλότερα σημεία γιατί σε λίγο θα σταματήσει η πορεία του και θα χαθεί. Εκεί είναι που γεννιούνται άλλα συναισθήματα, καινούρια αρώματα. Μόνο το μονόγραμμα του Ελύτη κι η μουσική του Χατζηδάκη μπορούν να δώσουν μια περιγραφή για το τι έγινε εκείνο το βράδυ στο δωμάτιο του Χρήστου.

Το πρωινό βρήκε τη Βάλια μισοσκεπασμένη, ξύπνια να χαϊδεύει το πρόσωπο του Χρήστου και να παρατηρεί όλες τις λεπτομέρειες του προσώπου του. Αυτός δίπλα της δείχνει ότι το απολαμβάνει και μάλλον είναι ξύπνιος. Το στερεοφωνικό παίζει ακόμα την αγαπημένη τους μουσική:

«Τα βράδια έρχεσαι κρυφά και μπαίνεις στα όνειρά μου, κόκκινα χείλη με φιλούν και βάφουν τα δικά μου. Κι από το ύψωμα σαν βγεις ξανά να σ’ ανταμώσω, δως μου τα χείλη σου να πιω, το χρόνο να λαβώσω.» με τη μπάσα φωνή του Σωκράτη Μάλαμα.

Αργότερα  ετοιμάστηκαν μαζί μέσα σε χάδια και γέλια. Κοίταξαν για να μην τους πάρει κανένα μάτι και βγήκαν μαζί απ’ το σπίτι. Όλα τους φαίνονται τελείως διαφορετικά, παρατηρούν την κάθε λεπτομέρεια του χωριού σαν να την βλέπουν για πρώτη φορά. Έτσι συνέχισαν το περπάτημά τους ως την πλατεία και έκατσαν για καφέ οι δύο τους, ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο. Το βλέμμα του δε μπορούσε να φύγει από πάνω της, αλλά κι αυτή δεν έκανε πίσω. Τα μάτια της έλαμπαν, τον ζάλιζαν, οι παλμοί του ακόμα είναι γρήγοροι όπως το προηγούμενο βράδυ. Δεν αντέχει, θέλει να την πάρει πάλι στην αγκαλιά του. Είναι αυτές οι στιγμές που οι γυναίκες τις βλέπουν ή τις ζουν και εκφράζονται  με ιδιαίτερη χαρά στις μεταξύ τους συζητήσεις, ενώ οι άντρες τα χλευάζουν κάτι τέτοια. Σίγουρα όμως όλοι περάσαμε τέτοιες στιγμές και τουλάχιστον τις αναπολούμε, ανεξάρτητα αν τις κοροϊδεύουμε σήμερα ή όχι. Ο Γρηγόρης με το Βασίλη ήταν οι πρώτοι που φάνηκαν και κάθισαν μαζί τους. Ήταν δεν ήταν στην παρέα τους για το Χρήστο και τη Βάλια δεν είχε καμία σημασία. Αυτοί τα ίδια, άλλαζαν ματιές, μίλαγαν ψιθυριστά ο ένας στον άλλον.

«Με τόσα μέλια να προσέξουμε μη μας φάνε οι σφήγκες» τους είπε ο Γρηγόρης.

«Άμα θέλετε μπορούμε να φύγουμε» συμπλήρωσε ο Βασίλης.

«Όχι… Τι ‘ναι αυτά που λέτε, ούτως η άλλως η Βάλια θα πάει σπίτι της για λίγο» τους είπε ο Χρήστος και τη χάιδεψε διακριτικά στο πόδι.

Μόλις έφυγε, ξεκίνησε η κλασική κουβέντα των ανδρών για το πώς ήταν η πρώτη βραδιά και όλα τα άλλα τα πιο πρόστυχα. Ο αφηγητής όμως δεν άφησε κανένα περιθώριο για να ξεφύγει η κουβέντα.

«Επιμένετε να σας πω πως είναι;…

«Κάτι πρέπει να πεις ρε φίλε» του απαντά ο Γρήγορης ενώ το βλέμμα του είναι στο Βασίλη που έχει αρχίζει να γελά.

Θα σας πω λοιπόν πως νιώθω. Είμαι στα καλύτερά μου, κι όλα αυτά μέσα σε δεκατέσσερις μέρες….. Απ’ τη μέρα που την είδα. Μπορεί να με κοροϊδεύεται όπως κάνουν κι οι άλλοι στην Αθήνα για ρομάντζα και άλλα τέτοια, αλλά πρέπει να σας πω πως νιώθω… Είναι όπως το χαμόγελο ενός μικρού παιδιού. Είναι σαν να είναι συνέχεια άνοιξη με τις απίστευτες μυρωδιές της. Είναι όπως ανθίζει ένα τριαντάφυλλο… Ε, το αποτέλεσμα είναι αυτό. Να σου ταιριάζει κάθε μουσική και στοίχος, να σε πιάνει όταν τη βλέπεις ένα σφίξιμο στο στήθος. Έτσι νιώθω, όλα τ’ άλλα είναι στιγμές που τα συμπληρώνουν».

Ο Βασίλης του σοβαρεύεται  και τον χτυπάει ελαφρά στην πλάτη. Ο Γρηγόρης πιο πεζός παίρνει κοροϊδευτικά ύφος ποιητή και του λέει:

«Χρήστο… απόψε μας ταξίδεψες… όχι ρε, αστειεύομαι, μακάρι να ζήσουμε όλοι τέτοιες στιγμές. Μπράβο φίλε, χαίρομαι πολύ για σένα».

Το μεσημέρι στην παραλία, άρχισε η κλασική κουβέντα της αναχώρησης, πότε φεύγει ο ένας, πότε φεύγει ο άλλος. Η Βάλια κάθεται δίπλα στο Χρήστο στεναχωρημένη. Αυτός την κρατάει απ’ τους ώμους σφιχτά.

«Έλα βρε πουλάκι μου πως κάνεις έτσι. Αύριο φεύγεις, την Τρίτη θα είμαι στην Αθήνα κι εγώ. θα τα πούμε από κοντά»

«Δεν το λέω γι’ αυτό ρε Χρήστο. Όπως και να το κάνεις είναι διαφορετικά εδώ, απ’ ότι στην πόλη.»

«Μη στεναχωριέσαι, τι να κάνουμε τώρα, στην Αθήνα θα φροντίσουμε να είμαστε συνέχεια μαζί… Πρέπει να φύγω τώρα ‘όμως γιατί σε λίγο θα έρθουν οι δικοί μου και πρέπει να τους δώσω αναφορά  για το τι έκανα τις δυο μέρες που έλειπαν».

Της είπε ενώ παράλληλα την τσίμπησε στο μάγουλο και τη φίλησε.

Tο βλέμμα της προσπαθεί να αποθηκεύσει όσες περισσότερες εικόνες μπορεί από την παραλία. Σε λίγο θα νυχτώσει και παλεύει να τις καρφώσει στην μνήμη της σαν βασικό της οπλισμό για τον δύσκολο χειμώνα…

Η τελευταία βραδιά των διακοπών έφτασε. Η Βάλια την επόμενη φεύγει απ’ το νησί, απ’ τον τόπο που έζησε έντονες στιγμές μαζί με το Χρήστο.

Αυτός φτάνει στην πλατεία με το παπί του Βασίλη. Στην πλάτη του φοράει τη σχολική του τσάντα.

« Βάλια, ψιτ… Βάλια»

Τον κοιτάει αυτή και πάει δίπλα του.

«Τι έγινε για πού ετοιμάζεσαι;»

«Έχω μια φοβερή ιδέα, άκου, αν θες κι εσύ να πάμε πάνω απ’ τον κάβο και να καθίσουμε εκεί απόψε οι δυο μας… Έχει γεμίσει και το φεγγάρι»

«Μην αργήσουμε όμως πολύ»

«Όχι. Όσο θα καθόμασταν με τα παιδιά θα καθίσουμε οι δυο μας. Έχω πάρει μαζί μου και κάτι να σου διαβάσω.»

«Εντάξει, να χαιρετήσω τότε τα παιδιά κι έρχομαι».

Τέλος 6ου Μέρους

Συνεχίζεται………….

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 3ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 4ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 5ο Μέρος

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.