«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 5ο Μέρος

20200223_181528

Από το καφέ της Βιβής έως το σπίτι του είναι δύο λεπτά, και περνάς μπροστά από την πλατεία την αγορά τον κόσμο, τα μαγαζιά. Ο Χρήστος δεν πρέπει να είδε κανέναν τα μάτια του, η σκέψη του έβλεπαν και σκεφτόντουσαν άλλα πράγματα. Έφτασε μπροστά στο σπίτι του και το προσπέρασε, συνέχισε να περπατά. Είναι κάτι που το έκανε όταν φορτωνόταν με διάφορα, τον ξεκούραζε, τον ξελάφρωνε να περπατά και να σκέφτεται.
«Μα τι στο καλό έπαθα μόνο την είδα, τίποτα άλλο….μήπως είμαι υπερβολικός…μήπως πρέπει να ηρεμήσω…πρέπει να βρώ τρόπο να της μιλήσω» και δώστου περπάτημα μέχρι που τον διέκοψε η κόρνα του φούρναρη.
«Γεια σου Χριστάκο μου»
«Γειά σας τι κάνετε»
«Εδώ αγόρι μου φροντίζω για εσάς για το ψωμάκι σας.»
Ο χρήστος του χαμογέλασε.
«Πάω γρήγορα γαιτί σήμερα σας καθυστ’ερησα όλους, έχω να ακούσω από την γιαγιά σου…»
Ο Χρίστος γύρισε στο σπίτι για λίγο, ανέβηκε στο δωμάτιο του, άνοιξε την σχολική του τσάντα και άρχισε να γράφει στο ημερολόγιο του. η ώρα περνούσε , η ζέστη έκανε αισθητή την παρουσία της, ειδικά τα σπίτια με κεραμίδι και ξύλο τα κάνει καζάνι. Οι φωνές των άλλων του θύμιζαν ότι πρέπει να ετοιμαστεί για την παραλία. Πριν κλείσει το ημερολόγιο ρίχνει μια τελευταία ματιά στις λίγες σειρές που έγραψε, και το τοποθετεί ξανά στην τσάντα, την οποία την κρύβει κάτω από το σιδερένιο κρεβάτι του.
Όταν βγήκε έξω από το σπίτι είδε στο τέρμα του δρόμου τούς φίλους και τις φίλες του να γελούν με τα αστεία του Βασίλη.
«εδώ ο κόσμος κάνει διακοπές ξεκουράζεται και εγώ από χθες το βράδυ τρελάθηκα επειδή είδα την Βάλια…όλο βλακείες, το πολύ πολύ θα πάω θα της το πω και ότι είναι να γίνει ας γίνει».
Η παραλία δεν είναι όπως πριν δεκαπέντε μέρες που έφτασε ο Χρήστος στο νησί, πλέον οι ομπρέλες έχουν κρύψει το βότσαλο. Από μακριά βλέπεις όλα τα χρώματα του κόσμου σε μια σειρά διακοσίων μέτρων και μπροστά τους η θάλασσα γεμάτη κόσμο, από μικρά παιδάκια έως σαραντάρηδες και πενηντάρηδες. Το παρεάκι κάθεται κατευθείαν στον «Γλάρο» που και αυτό πλέον είναι γεμάτο. Η φωνή του Πάνου εκείνη την στιγμή κόβει την ανάσα του Χρήστου
«Α! και η Κατερίνα με την Βάλια κάνε τους νόημα Κώστα να έρθουν προς τα εδώ»
Ο Κώστας αφού τις χαιρετά ξεχωριστά και τις δύο αρχίζει να τις γνωρίζει στους υπόλοιπους
«την Κατερίνα την θυμάστε, η μικρή είναι η Βάλια δεν μας έκανε την τιμή τα προηγούμενα δύο χρόνια, τώρα όμως μας θυμήθηκε και ήρθε».
« ανοησίες»
λέει αυτή και χαμογελάει, αφήνει τη τσάντα της πάνω στο σκαμπό και σηκώνει τα γυαλιά ηλίου στο κεφάλι της.
«τα θυμάσαι τα παιδιά ο Γρηγόρης , ο Πάνος , ο Χρήστος».
«ναι, ναι τα θυμάμαι».
Ο Χρήστος την κοιτάει όσο μπορεί πιο διακριτικά και χαμογελάει. Έχουν ανάψει τα κέφια του, έγινε πλέον το πρώτο όμως όχι σημαντικό βήμα. Είναι πλέον στην ίδια παρέα. Άλλοι κατεβαίνουν για τις πρώτες βουτιές άλλοι απολαμβάνουν τον καφέ τους. Έτσι και ο Χρήστος με τον Σπύρο, ο οποίος του μιλάει για το ποδόσφαιρο και τις τελευταίες μεταγραφές του Ολυμπιακού. Ο Χρήστος δείχνει ότι τον παρακολουθεί ενώ το βλέμμα του είναι καρφωμένο στο διπλανό τραπέζι και αρχίζει και νευριάζει επειδή η Βάλια μιλά με κάποιους μεγαλύτερους τουλάχιστον είκοσι οχτώ με τριάντα χρονών ο καθένας. Η μοναδική απάντηση που δίνει στον Σπύρο είναι ένα απλό «ναι».
«Τι ναι και ναι μωρέ θα με ακούσεις.»
«Ε σε ακούω ρε Σπύρο τι μου είπες.»
«Μα να σε ρωτάω ποιος έβαλε το γκολ στο μεταξύ μας παιχνίδι τον Απρίλη και να απαντάς ναι.»
«Δε θυμάμαι πάω να βουτήξω.»
Είπε ο Χρήστος πήρε την πετσέτα του και κατέβηκε προς την παραλία.
«Τι διάολο τρελάθηκε ο μικρός» μονολόγησε ο Σπύρος και άρχισε να διαβάζει το «Φως».
Ο χτυπημένος από έρωτα νεαρός έστρωσε την πετσέτα του δίπλα στον Βασίλη, τον Κώστα και ην Κατερίνα.
«Τι λέει η παρέα πως περάσατε χθες;»
«Γιατί εσύ που ήσουν αλλού», του λέει ο Κώστας.
«αλλού μάλλον ήταν ο Χρήστος», συμπληρώνει ο Βασίλης και χαμογελάει ο Χρήστος τον χτυπάει ελαφρά στο πόδι για να σταματήσει, σηκώνεται και του λέει ψιθυριστά «θα τα πούμε μετά μας ακούει η Κατερίνα».
Η βουτιά τον ξύπνησε τον έφερε λίγο στα ίσια του. χάζεψε του πιτσιρικάδες την όμορφη παραλία, θυμήθηκε ότι κάνει διακοπές και ότι δεν είναι ώρα για ευθύνες, μονολόγησε ξανά για να το πιστέψει και ο ίδιος, « θα πάω να της μιλήσω και ότι είναι να γίνει ας γίνει». Όταν βγήκε διαπίστωσε πως έχει γίνει ακόμα ένα μικρό βήμα προς τον στόχο του. Η Βάλια έχει κάτσει ακριβώς δίπλα στην πετσέτα του « πάρε τα πάνω σου» είπε από μέσα του και προχώρησε. Της ζήτησε τουλάχιστον δυο φορές συγνώμη επειδή την έβρεξε καθώς σκουπιζόταν δίπλα της. Δεν ήθελε να της δημιουργήσει κανένα πρόβλημα ούτε καν να την βρέξει..
«Δεν πειράζει ουτως ή άλλως θα πέσω τώρα και εγώ Κατερίνα πάμε;»
Είπε στην φίλη της και σηκώθηκαν και οι δύο για να κάνουν την βουτιά τους. Μαζί τους ακολούθησε και ο Κώστας.
«Λοιπόν άκου τώρα που είμαστε οι δύο μας. Από χθες το βράδυ που την είδα κάτι έπαθα, δεν ξέρω αν είναι φυσιολογικό, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο.. το βράδυ δεν κοιμήθηκα, νομίζω πως έχω τρελαθεί.»
«Ψύχραιμα μεγάλε συμβαίνουν αυτά.»
«Τι ψύχραιμα, δεν έχουμε μιλήσει ακόμα και εγώ την θέλω δικιά μου, είναι λογικό;»
«Άκου να δεις το βασικό είναι να την γνωρίσεις, να της μιλήσεις, να πούμε και καμιά καλή κουβέντα στην Κατερίνα που είναι κολλητή της και την εμπιστεύεται ε…δεν μπορεί θα την ακούσει.»
«Δεν ξέρω. Εγώ ντρέπομαι πολύ. Και στην Αθήνα στην σχολή έτσι ήμουν μαζεμένος. Δεν ξέρω τι να της πω.»
«Θα έρθουν όλα στην ώρα τους.»
Του είπε ο Βασίλης και τον χτύπησε φιλικά στο κεφάλι δηλώνοντας ότι θα σταθεί δίπλα του σε ότι χρειαστεί.
«Σταμάτα, σταμάτα έρχονται.»
Τον διέκοψε ο Χρήστος και άρχισε να κοιτάει αδιάφορα στο βάθος την θαλασσα. Η Βάλια καθώς βγαίνει σφίγγει τα μαλλιά της να στραγγίξουν, φτιάχνει το μαγιό της να είναι καλά στην θέση του και με ένα γλυκό χαμόγελο κοιτά τους φίλους της που την περιμένουν. Αν περνούσαν εκείνη την ώρα μύγες σίγουρα όλες θα είχαν μπει στο στόμα του Χρήστου που έχει μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο. Δεν προσέχει ή μάλλον δεν κοιτά το καλλίγραμμο κορμί της. Αυτό που τον έχει σημαδέψει είναι το βλέμμα της, το γλυκό πρόσωπο της, το νάζι και ο αέρας της που δεν μπορεί κανένας να την σταματήσει. Η γλυκύτατη μικρή κάθεται δίπλα του ανάβει τσιγάρο και καθώς διώχνει τον καπνό από τα μάτια της τον κοιτά και του λέει:
«Εσύ δεν ήσουν χθές στην πλατεία, στο πανηγύρι μαζί με τον Βασίλη;»
«Ναι»
Της απαντά αυτός και μαζεύεται.
«Σε είδα που μας κοίταζες και προσπάθησα να θυμηθώ ποιος είσαι…ρώτησα την Ντίνα και μου είπε.»
Τώρα αυτό είναι καλό ή κακό σκέφτηκε. Με πήρε χαμπάρι που την κοιτούσα…και ρώτησε ποίος είμαι. Μήπως έγινα βαρετός και είπε ποιός είναι αυτός ο βλάκας που την κοιτάει ή το είπε με την θετική του πλευρά. Ο Χρήστος παίρνει το σοβαρό του ύφος και της απαντά.
«Ναι εγώ ήμουνα, κοίταζα. Τι να κάνω…να κλείσω τα μάτια μου, κοιτούσα γενικά το γλέντι, τον κόσμο.»
«Ήταν ωραία χτες, ήμουν κουρασμένη όμως από το ταξίδι και δεν έκατσα πολύ.»
«Το ξέρω.»
«Τι;»
«Τίποτα, θα καθίσεις μέρες στο νησί;»
Έτσι συνεχίστηκε η κουβέντα με δίαφορες αναγνωριστικές ερωτήσεις πότε του ενός πότε της άλλης, έγινε αυτό που λέμε η γενική κουβέντα της γνωριμίας. Ο Χρήστος την κοιτούσε στα μάτια, της απαντούσε σε μερικές ερωτήσεις διστακτικά. Η Βάλια ήταν πιο άνετη στην κουβέντα της, του μιλούσε και παράλληλα έπαιζε με τα βότσαλα. Μετά από δεκαπέντε λεπτά κουβέντας ο Χρήστος σκέφτηκε
«μήπως της γίνομαι βάρος και μου είπε για το χθεσινό με ωραίο τρόπο, μήπως δεν θέλει να της μιλάω, μήπως να πάω επάνω». Χωρίς να συνεχίσει την σκέψη του την διακόπτει και της λέει:
«Λοιπόν Βάλια σε αφήνω να τα πείτε με την Κατερίνα και πάω επάνω στο μαγαζί, θα τα πούμε αν είναι αργότερα.»
«Καλά ότι νομίζεις.»
Καθώς είχε σουρουπώσει, όλοι μαζεύονται στα σπίτια τους για να ετοιμαστούν για την κλασική πια νυχτερινή τους έξοδο. Ο Χρήστος καθόταν στο παράθυρο του δωματίου του με την ίδια σκέψη στο μυαλό του. Το ημερολόγιο ως εξομολογητής του είναι το μοναδικό που ξέρει πως νοιώθει τι αισθάνεται ο κύριος του. τα αφήνει όλα στην άκρη και αρχίζει να ντύνεται. Παράλληλα τραγουδάει:
«ποτέ μου δεν την έχω δει, ούτε και αυτή με ξέρει, μα σίγουρα πολύ συχνά κοιτάμε το ίδιο αστέρι».
Και αυτό μιας και στην άκρη στο παραθύρι του διακρίνει δίπλα στο φεγγάρι, που πρωτοεμφανίστηκε, τον αποσπερίτη. Λίγες φορές πρόσεχε την ντουλάπα του, τι θα φορέσει πως θα χτενίσει με προσοχή τα μαλλιά του. τώρα όμως τα έκανε όλα με ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν ήθελε να φανεί πολύ διαφορετικός από χθες, δεν ήθελε όμως να περάσει και απαρατήρητος. Χωρίς να φάει τίποτα πήρε τον δρόμο για την αγορά του χωριού. Εκεί μαζεύτηκε και η υπόλοιπη παρέα.
Το άγχος τον είχε κυριεύσει, άρχισε να τρώει τα νύχια του. κάπως πρέπει να κάτσουμε στο μαγαζί ώστε να την έχω δίπλα μου. και αν αυτή δε μου μιλήσει. Σκέψεις, συνέχεια σκέψεις. Ο Γρηγόρης του φωνάζει:
«Έλα πάμε μέσα να καθίσουμε».
Ο Χρήστος προχώρησε προς το μαγαζί λες και θα πήγαινε σε εκτέλεση. Έτσι ο Βασίλης, ο Γρηγόρης, ο Πάνος και ο Χρήστος στάθηκαν μπροστά στο μπάρ και κοιτούσαν δεξιά και αριστερά μπας και δουν κανένα γνωστό. Αν τους κοιτούσες νόμιζες ότι θα έκαναν φασαρία.
«Βασίλη την βλέπεις πουθενά;»
«Όχι. Αυτή θα έρθει μαζί με την Κατερίνα, δεν ξέρεις τώρα πως βγαίνουν τα κορίτσια;»
«Ότι πάρεις εσύ πάρε και για μένα.»
«Μπίλ βάλε μας δύο μπύρες…Χρήστο ψύχραιμα μην κάνεις έτσι.»
Στο μαγαζί στο αριστερό στάντ κάθεται η Ντίνα με την Χαρά και συζητάνε από ότι φαίνεται από τις κινήσεις τους για ρούχα, για παπούτσια πιο συγκεκριμένα. Έτσι και οι δύο προβάλλουν άθελα τους τις γάμπες τους σε κοινή θέα σαν σε φωτογράφηση μοντέλων. Ο Χρήστος όμως την δουλειά του, το άγχος του έχει δεθεί στο μπαρ για να μην τον παρασύρουν οι σειρήνες. Η δεύτερη μπυρα πιο παγωμένη όπως και η ατμόσφαιρα για τον ερωτευμένο νέο γιατί λείπει ένα πρόσωπο που θα τα ζεστάνει όλα
«Άντε που είναι ρε γαμώτο…ας κάτσει και αλλού να έρθει όμως».
Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του μαγαζιού και μπαίνει η Κατερίνα. Τα γόνατα του Χρήστου κόβονται. Ρίχνει το βλέμμα του στον μπάρμαν και κάνει ότι δεν βλέπει.
«Καλησπέρα παιδιά.»
«Γειά σου Κατερίνα.»
Λέει ο Πάνος ενώ ο Βασίλης κοιτάει ακόμα την πόρτα.
«Μόνη σου, η Βάλια που είναι;»
«Η Βάλια ήταν κουρασμένη, πήγε για φαγητό με τους δικούς της και πριν από λίγο πήγε για ύπνο.»
Ο Χρήστος χτυπά με δύναμη την γροθιά του στο μπαρ «που σου ρε γαμώτο, τι κάνουμε τώρα;» μονολογεί και ξεφυσάει.
«Βασίλη πάω να κάτσω με τον Νίκο.»
«Εντάξει θα έρθω και εγώ αργότερα.»
Ο Νίκος είναι φίλος τους, ντόπιος κάτοικος του νησιού. Η ασχολία του χειμώνα καλοκαίρι είναι το ψάρεμα, διχτάκι, παραγάδι. Στις καλές του ψαριές τροφοδοτεί τα ταβερνάκια του νησιού με φρέσκο ψαράκι κι αυτό με το απαραίτητο αντίτιμο, που όπως και να το κάνεις είναι ακριβό. Στο ίδιο τραπέζι λοιπόν οι ντόπιοι και τα παιδιά της πόλης
«Πως πάει παιδιά, πως τα περνάτε εδώ;» Ρώτησε ο Χρήστος παρόλο που το μυαλό του ήταν ακόμα πίσω ‘’στο γιατί δεν ήρθε’’. Ο Νίκος ψιλός, γεροδεμένος, αξύριστος παλίκαρος όπως τον φώναζαν οι μπαρμπάδες στο νησί, κοιτάζει τον Χρήστο και του λέει
«Εδώ φίλε τα ξέρεις τα δικά μας…εσείς είστε τυχεροί στην Αθήνα, εδώ τα ίδια και τα ίδια ψάρεμα, καμια βόλτα και τα συναφή, συνέχεια βλέπεις όλο τους ίδιους και τους ίδιους».
Ο Χρήστος τον ρώτησε αν ασχολείται με κάτι άλλο, αυτή την φορά όμως έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για το πώς είναι η ζωή ενός συνομήλικου του στην επαρχία
« Τι άλλες ασχολίες με κοροϊδεύεις; Δεν έχει να κάνεις τίποτα. Ούτε να αθληθείς, ούτε να κάνεις κάτι το διαφορετικό. Το χειμώνα να δεις ούτε κόσμο έχει και όλα γίνονται μαύρα. Μην κοιτάς τώρα που είναι καλοκαίρι. Τον θυμάσαι τον Ανέστη που κάναμε παρέα; πάει αυτός, έμπλεξε με τα χασίσια και τις πρέζες. Ευτυχώς τον πήρανε χαμπάρι οι δικοί του και τον στείλανε στην Αθήνα για αποτοξίνωση. Αυτή είναι η κατάσταση εδώ Χρηστάκο»
«Άντε ρε αλήθεια, που τον έχουν;»
«Σε ένα ίδρυμα δεν το θυμάμαι, του δίνουν τώρα μεθοδόνη. Του δίνουν δηλαδή ναρκωτικά. Απλά τώρα του τα δίνουν για να γίνει καλά. Εκεί στην Αθήνα δεν πάτε καλά μου φαίνεται έχετε τρελαθεί! Τέλος πάντων εγώ θα φύγω να ξεκουραστώ λίγο γιατί στις τεσσεράμισι θα βγω για παραγάδι».
«Που θα πας Νίκο;»
του είπε ο πρωτευουσιάνος φίλος του με ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
«Ε φίλε αυτά δεν λέγονται. Εσένα ο παππούς σου έλεγε τα σημάδια του;»
«Δηλαδή το ψάρεμα είναι μυστικό;»
«Όχι απλά δε τα λέμε. Ο καθένας έχει τα δικά του και γι’ αυτά τα σημάδια μπορεί να γίνει και φασαρία. Έτσι είναι δυστυχώς, μπορεί να σκοτωθούμε δέκα άνθρωποι που είμαστε όλοι κι όλοι για ψήλου πήδημα.»
« Εγώ μπορώ να έρθω να δω πως είναι;»
«Βέβαια αρκεί να πας να ξεκουραστείς τρεις τέσσερις ώρες και θα περάσω να σε πάρω.»
Έτσι κι έγινε. Σηκώθηκε χαμογελαστός κι ελαφρά περήφανος πως θα κάνει κάτι το ξεχωριστό, κάτι που το κάνουν οι μεγάλοι, οι ντόπιοι, κάτι τέλος πάντων που δε το ‘χει ξανακάνει.
Το ρολόι δείχνει τέσσερις και τέταρτο. Φοράει το μαγιό του, μια φανέλα που βρήκε πεταμένη δίπλα στο κρεβάτι και κατεβαίνει τις σκάλες. Ο Νίκος είναι ήδη έξω απ’ το σπίτι του.
«Δε σε καθυστέρησα» λέει ο καινούριος ψαράς.
«Όχι αλλά μάλλον δεν κατάλαβες που πάμε» του απαντάει ο Νίκος ψιθυριστά για να μην ξυπνήσει τη γειτονιά.
«Γιατί τι έκανα;»
«Τι έκανες;…. Νομίζεις πως πάμε για μπάνιο;… Πήγαινε πάρε μαζί σου καμία μπλούζα ή κανένα αδιάβροχο. Εκεί που θα ανοιχτούμε έχει υγρασία μέχρι να ξημερώσει. Το κρύο θα σε πιρουνιάσει.»
του είπε σαν πιο έμπειρος και τον χτύπησε συντροφικά στην πλάτη.
Στο λιμάνι υπάρχει ησυχία. Όλα είναι έτοιμα. Τρεις λεκάνες παραγάδια, τα δύο δολωμένα, το ένα αδόλωτο. Ο Νίκος μπαίνει στη βάρκα. Ο Χρήστος περιμένει απ’ έξω τις οδηγίες του ανωτέρου του.
«Δώσε τα παραγάδια και μια σακούλα που έχω μέσα τη φρύσα για το άλλο. Λύσε και μπες προσεχτικά.» του λέει ενώ παράλληλα βγάζει το καπάκι της μηχανής και την ελέγχει.
«Τώρα χαιρετίσματα» σκέφτεται ο Χρήστος. Μόνο τα παραγάδια κατάλαβε. Τα άλλα τι είναι ούτε που έχει στο μυαλό του.
« Νίκο…. Πάρε τα παραγάδια. Τι άλλο μου είπες, δεν κατάλαβα;»
«Καλά ρε Χρήστο από πού είσαι, από βουνό;… Τη φρύσα δεν την ξέρεις;… Είναι το ψαράκι μέσα στη σακούλα, είναι σα τη γόπα, μόνο που έχει πολλά κόκαλα και δεν το τρώμε. Να ξέρεις όμως ότι είναι ο καλύτερος δόλος για το παραγάδι».
Αφού μάζεψε τις πληροφορίες του, φόρτωσε , έλυσε και μπήκε κι ο ίδιος στη βάρκα. Ο Νίκος τραβάει και λύνει το σκηνή απ’ το σίδερο, αφήνει τη σημαδούρα στο νερό, βάζει μπροστά τη μηχανή, κι η αποστολή ξεκινάει. Ο θόρυβος της μηχανής είναι δυνατός. Ακούγεται ο αντίλαλος απέναντι στο ύψωμα του χωριού. Παρόλο που είναι νύχτα, υπάρχει ένας φωτισμός απ’ τον ουρανό: ένα σκούρο βαθύ μπλε και τ’ αστέρια είναι ήδη αρκετά για την ορατότητα που χρειάζεται. Το μοναδικό κανονικό φως είναι δυο λαμπάκια δεξιά κι αριστερά απ’ το κουτί της μηχανής. Η θάλασσα απόλυτα ήσυχη φιλοξενεί τους καλεσμένους της. Έτσι αργά αργά βγήκαν οι δύο φίλοι απ’ το λιμανάκι και κατευθύνονται νοτιοανατολικά του νησιού.
«Ξέρεις να την οδηγείς;»
ρωτά ο Νίκος τον Χρήστο ο οποίος κοιτάει τα πάντα γύρω του σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά.
«Λέγε ρε, ξέρεις να την πας;»
«Ναι, ναι , είχα πάρει και του παππού πιο παλιά, δεν είναι και ιδιαίτερα δύσκολο… Γιατί εσύ τι θα κάνεις;»
«Θα κάτσω μπροστά να δολώσω και το άλλο και μέχρι να τελειώσω θα έχουμε φτάσει.»
Έτσι λοιπόν το βαρκάκι διέσχισε τη θάλασσα. Στην πρύμνη του ο Χρήστος να κρατάει το τιμόνι και μπροστά στη μηχανή στην πλώρη με το βλέμμα στραμμένο μπροστά, ο Νίκος να δολώνει με μια ιδιαίτερη μαεστρία το παραγάδι. Ο μικρός καπετάνιος άναψε ένα τσιγάρο κι άρχισε να χαζεύει την απίστευτη ομορφιά της θάλασσας τη νύχτα. Η στεριά πλέον έχει χαθεί. Τριγύρω τώρα βλέπεις μόνο θάλασσα και ουρανό. Άμα αφεθείς στην ομορφιά του τοπίου όλα τα άλλα χάνονται. Ούτε το θόρυβο της μηχανής δεν ακούει τώρα πια ο Χρήστος. Το σώμα του στη θάλασσα, η σκέψη του όμως αλλού. Τη ζωγραφίζει το μυαλό του πάνω στο νερό και της μιλάει. Αυτή τον κοιτάει με ένα χαμόγελο μοναδικό. Σκέφτεται την μοναδική κουβέντα που έκαναν το προηγούμενο μεσημέρι μαζί στη θάλασσα. Σκέφτεται το πρόσωπο, τα μαλλιά, τα χείλη και τα μάτια της.
«Ερωτεύτηκα…. Γιατί ερωτεύτηκα;» Τι απάντηση να δώσεις στο γιατί; Δεν υπάρχει απάντηση. Υπάρχει μόνο δράση για να υπάρχει κι αποτέλεσμα. Πετάει το τσιγάρο στο νερό και σβήνεται κι η ζωγραφιά του.
«Χρήστοοοο, ε Χρήστοοοο, αριστερά, όλο αριστερά, βάλε σημάδι εκείνο το φως που φαίνεται στο βάθος.»
Απ’ ότι φαίνεται κι αυτός αφέθηκε. Παρ΄ όλο που τη διαδρομή την κάνει κάθε μέρα ή μάλλον κάθε νύχτα σαν νέος κι αυτός θα έχει τα δικά του, τα προσωπικά του.
«Μάλιστα καπετάνιο!» του λέει ο Χρήστος χαμογελαστός κι ακολουθεί σαν πιστός ναύτης τις οδηγίες του Νίκου αφήνοντας τις σκέψεις του στην άκρη.
Αφού έφτασαν κοντά σε μια ξέρα, ο Χρήστος άρχισε να παρακολουθεί με προσοχή όλη τη διαδικασία του ψαρέματος. Το πώς άπλωνε κι έριχνε το παραγάδι ο Νίκος ενώ παράλληλα κουμάνταρε και το τιμόνι της βάρκας με τις κινήσεις του σώματός του, των είχαν αφήσει έκπληκτο. Πλέον αρχίζει και ξημερώνει. Η ώρα είναι ήδη εφτά. Είναι η στιγμή που ξεκινάει η διαδικασία του μαζέματος. Η βάρκα πλησιάζει τις καλαδούρες. Με τη μηχανή στο ρελαντί ο Νίκος αρχίζει και σηκώνει την πετονιά του παραγαδιού. Τίποτα. Κάθε λίγο η ίδια κουβέντα ακουγόταν απ’ το στόμα του. «Τίποτα, τίποτα» Αφού βλαστήμησε και ξαναβλαστίμησε τη θάλασσα, τα ψάρια κι όλα τα σχετικά, έφτασε στο τελευταίο. Αυτά τα τριάντα τέσσερα αγκίστρια του χάρισαν μια σιρίτα ενάμιση κιλό και δυο φαγκριά του κιλού.
«Ευτυχώς να λες γιατί αλλιώς θα σ’ έλεγα γκαντέμη.»
Είπε στο Χρήστο. Έβαλε όπως να ‘ναι τις πετονιές μέσα στις λεκάνες, αύξησε ταχύτητα και ξεκίνησαν για το νησί. Η κούραση ήταν μεγάλη. Τα μάτια τα νιώθει βαριά. Το δροσερό αεράκι εκείνου του πρωινού στη βάρκα, αραιά και που του τα κλείνει. Δεν πρέπει όμως να κοιμηθεί. Θα αντέξει. Ούτως ή άλλως βρίσκεται σε υπερένταση. Σε λίγες ώρες κι οι υπόλοιποι θα είναι στην παραλία. Θέλει να τους διηγηθεί την πρωτόγνωρη εμπειρία του.
Στο λιμάνι ο Νίκος δένει τη βάρκα, χαιρετά το Χρήστο και του λέει
«Αυτά γίνονται εδώ όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά και το χειμώνα, με κρύο, με βροχή και τώρα κάτι βγάλαμε. Σκέψου ότι είναι και μέρες που δε βγάζουμε τίποτα.»
Ο Χρήστος με όλο το σεβασμό τον χαιρετά και του ζητά όποτε μπορεί να τον ξαναπάρει μαζί του.
Ένιωσε πολύ περήφανος όταν έδειξε στη γιαγιά του το μερίδιό του.
«Κοίτα τι έβγαλα!»
«Μπράβο αγόρι μου, στον παππού σου να το πεις να χαρεί κι αυτός.»
Λες κι έγινε κάποιο σπουδαίο γεγονός για το σπίτι. Η κυρά Τασούλα γυρίζει και το λέει σ’ όλο το σόι.
«Ο Χρήστος πήγε για ψάρεμα και μας έφερε ένα φαγκρί γύρω στο κιλό και παραπάνω… Αχ μωρέ μεγάλωσε, έγινε άντρας πια.»
Έτσι νιώθουν οι μεγαλύτεροι-όχι άδικα-ότι μεγάλωσε το παιδί επειδή έκανε μια γνωστή δουλειά του νησιού, επειδή απλά πήγε για ψάρεμα.
Έχει πλησιάσει το μεσημέρι, η ζέστη-όπως γίνεται κάθε Αύγουστο- είναι πολύ δυνατή. Παρ’ όλο που είναι άυπνος γεμάτος περηφάνια και ύφος ψαρά παλιακού κατέβηκε στην παραλία, παρήγγειλε ένα φραπεδάκι μέτριο αυτή τη φορά και παρακολουθούσε τον κόσμο που πηγαινοερχόταν. Νιώθει διαφορετικά που δεν έκανε ότι έκαναν οι άλλοι το προηγούμενο βράδυ. Επειδή δούλεψε-και μεταξύ μας είναι η βαριά δουλειά το παραγάδι-ε πώς να το κάνουμε νιώθει άντρας άξιος στην κοινωνία. Το παρεάκι το υπόλοιπο σιγά σιγά μαζεύεται. Έρχεται ο ένας δίπλα στον άλλο σαν το κοπάδι της μαρίδας. Τα γέλια τους ακούγονται ως το «Γλάρο».
«Α παιδιά είναι κι ο ψαράς εδώ» λέει ο Γρηγόρης.
«Καπετάν Χρήστο τι έγινε ρε, πως πήγε;»
συνεχίζει το δούλεμα ο Πάνος. Ο Χρήστος τους κοιτάει και μόλις πάει να τους απαντήσει αλλάζει κατ’ ευθείαν το πρόσωπό του μόλις διαπιστώνει ότι στην παρέα είναι κι η Βάλια. Χαμογελάει και σκέφτεται:
«Α ρε μάγκες την καλύτερη διαφήμιση μου κάνατε.»
Η Βάλια παρ΄ όλο που μεγάλωσε στην πόλη, όπως κι οι υπόλοιπη της παρέας, ήθελε να μάθει λεπτομέρειες για τη διαδικασία του ψαρέματος για το πώς γίνεται αυτό και πως γίνεται το άλλο…. Ο Χρήστος με ύφος ψαρά τύπου κάπτεν Igloο της απαντάει σε όλες τις ερωτήσεις με στυλ κι υπερβολή για να την εντυπωσιάσει. Αυτή ανοίγει τα μάτια της κάθε φορά που ο συνομιλητής της, της περιγράφει τη διαδικασία με όλες της λεπτομέρειες.
« Είναι κουραστικό ε;»
«Εντάξει όλα συνηθίζονται. Μπορεί να το ξανακάνω.»
Στο διπλανό τραπέζι κάθεται ο Νίκος μαζί με φίλους του και γελάνε.
«Την κατάφερε ο μάγκας, παπάντζα από εδώ, παπάντζα από εκεί, τον κοιτάει μες στα μάτια;»
Κάποια στιγμή το πρωινό πλήρωμα κοιτάχτηκε . Ο καπετάνιος κλείνει το μάτι στο ναύτη, του κάνει νεύμα και φωνάζει υποτίθεται στην παρέα του. «Όλα πρίμα» ενώ ο ναύτης κατεβάζει το πρόσωπό του στο δάπεδο κατακόκκινος. Ο Σπύρος κι ο Βασίλης κάθονται στην παραλία και κοιτούν το φίλο τους, ο οποίος προσπαθεί να κρατήσει τη Βάλια δίπλα του. Τι της λέει δεν ακούγεται. Της μιλάει πάντως. Αυτό για το Χρήστο είναι σημαντικό. Κάθονται στη σκιά του μαγαζιού, οι κινήσεις των χεριών του φαίνεται ότι της χτίζουν παλάτια. Τα λόγια του επίσης φαίνεται ότι της αφήνουν υποσχέσεις για την συνέχεια. Στο πρόσωπό του ξεκαθαρίζει εξ’ αρχής ότι ο συνομιλητής του δεν είναι κάτι το απλό, το φιλικό. Εδώ υπάρχει έρωτας.
«Ήθελα να ‘ξερα τι της λες τόση ώρα.» ρώτησε ο Βασίλης το φίλο του μόλις κατέβηκε μετά από μισή ώρα στη θάλασσα.
«Ε τίποτα…. Διάφορα…. Για το ψάρεμα, για το νησί, τέτοια»
«Αφού της είπες για το ψάρεμα σε γουστάρει»
«Έλα ρε μην κοροϊδεύεις. Τώρα τι κάνουμε από εδώ και πέρα;»
« Τώρα μεγάλε τι να σου πω, έχεις κάνει την αρχή, εσύ ξέρεις.»
Το γεγονός ότι έχουν μιλήσει αυτές τις λίγες φορές τον δυσκολεύει. Απ’ τη μία είναι ευχάριστο, έπρεπε να γίνει, είναι σημαντικό βήμα. Την ίδια στιγμή όμως τον αγχώνει πιο πολύ. Του δημιουργεί την αίσθηση του φόβου, μήπως το χαλάσει, μήπως το έχει στο μυαλό της διαφορετικά. Το θέμα είναι να της εξηγήσει και να δράσει πάνω απ’ όλα με τη λογική του, ολοκληρωμένα. Δε θέλει μόνο να της μιλάει, δε θέλει μόνο να τη γνωρίσει. Επομένως πρέπει να βάλει όλο το σκεπτικό του σε δράση, αλλιώς θα τσαλαβουτάει. Στη χειρότερη μπορεί να γίνει κάτι άλλο που ούτε ο ίδιος το επιθυμεί. Για να το πούμε διαφορετικά: της μιλάει δε της μιλάει και μόνο δε λέει τίποτα για το αν ο Χρήστος με τη Βάλια θα είναι μαζί. Οι συνθήκες τώρα που βρισκόμαστε δείχνουν ότι μπορεί να γίνει. Αν όμως δεν εκφραστεί κι ο παράγοντας Χρήστος με όλο το σκεπτικό του, αποτέλεσμα δεν έρχεται.
Ο τρίωρος ύπνος το απόγευμα στο σπίτι του με τον ανεμιστήρα στα φουλ τον ξεκούρασε. Όταν ξύπνησε ένιωθε τα χέρια του βαριά, το πρόσωπό του πρησμένο. Το είχε ανάγκη, δυο μέρες τώρα είχε κοιμηθεί πολύ λίγο. Οι διακοπές τελικά μπορεί να σε ξεκουράζουν ψυχικά, μπορεί να σε απομακρύνουν απ’ το χάλι της καθημερινότητας, της πόλης και ν’ αδιάζεις. Σωματικά όμως μπορεί να κουράζεσαι πιο πολύ. Δεν έχει όμως σημασία. Αν αυτό είναι ενδιαφέρον κι αξίζει να κουραστείς για να πετύχει. Ούτως η άλλως το νεαρό της ηλικίας είναι σημαντικός παράγοντας που βοηθάει τις δραστηριότητες του Χρήστου.
« Να ετοιμάσω κάτι να φας;» του είπε η μητέρα του μόλις τον είδε να κατεβαίνει τις σκάλες.
«Όχι δε θέλω τίποτα.»
«Μα τι θα γίνει, έχεις δυο μέρες μόνο τσιμπολογάς…. Έχεις τίποτα;… Έγινε κάτι;» του λέει με ιδιαίτερη φροντίδα και τον χαϊδεύει στην πλάτη.
«Παράτα με ρε μάνα, δεν έχω τίποτα.»
«Ας τον να κάνει ότι θέλει, μην τον απασχολείς. Παιδί είναι.» είπε ο Αντρέας θέλοντας να τον κερδίσει μπας και μιλήσει σ’ αυτόν. Ο Χρήστος όμως βράχος, αλύγιστος. Στέκεται για λίγο και διαβάζει στα πεταχτά μια εφημερίδα που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι της κουζίνας
«ΠΙΘΑΝΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΚΛΙΝΤΟΝ στην ΑΘΗΝΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ»
«Ε ρε καλωσόρισμα που θα έχει…! » σχολίασε ειρωνικά από μέσα του και ανέβηκε ξανά επάνω, ετοιμάστηκε και προχώρησε για την καθιερωμένη βόλτα του.
«Φωτεινή, τον βλέπεις τον γιο μας. Είναι ερωτευμένος, δε μου το βγάζεις απ’ το μυαλό.»
«Ε… Εντάξει ρε Αντρέα, αλλά να τρώει. Θα πάθει τίποτα. Ξενύχτι, ποτό, χωρίς να τρώει θα πάθει τίποτα.»
«Ας τον. Ξέρει αυτός, νοιώθει. Άμα καταλάβει ότι πεινάει θα φάει.»
Η ώρα πλησιάζει εννιά. Σιγά σιγά έρχεται το σκοτάδι. Ο Σπύρος βρίσκεται ήδη στην πλατεία μαζί με τους γονείς του, οι οποίοι γυρνούν απ’ το βραδινό τους φαγητό. Οι κύριοι που ανήκουν σε ανώτερη τάξη προσέχουν υποτίθεται το φαγητό τους και τρώνε σχετικά νωρίς για να προλάβουν να χωνέψουν πριν κοιμηθούν.
«Σπύρο, πάμε να καθίσουμε μέχρι να έρθουν κι οι άλλοι;»
«Πάμε. Ξεκίνα εσύ κι έρχομαι, να συνεννοηθώ λίγο με τους δικούς μου.»
Όπως και τα προηγούμενα βράδια, έτσι κι απόψε το παρεάκι μαζεύεται στο ίδιο κλασικό μαγαζί. Γι’ αυτούς δεν είναι βαρετό. Δεν παίζει ρόλο το μέρος αν είναι συνέχεια το ίδιο, αλλά το περιεχόμενο. Η κουβέντα, η γνωριμία, οι πλάκες και τα γέλια, οι έρωτες που γεννιούνται και σταματούν σε ένα οποιοδήποτε κλασικό μπαρ της επαρχίας και πόσο μάλλον τώρα που είναι καλοκαίρι.

Συνεχίζεται…

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 3ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 4ο Μέρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.