«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 4ο Μέρος

20200223_181528

Σαν μπαίνει ο Αύγουστος αρχίζουν να κυλούν οι μέρες των διακοπών με αυτή την μοναδική παρέα, η οποία όταν μαζευόταν μηδενός εξαιρουμένου φαινόταν στο μάτι του τρίτου, ως ένα πράγμα ενιαίο. Είναι να τους χαίρεσαι έλεγαν. Τα γέλια τους τα μεσημέρια πριν το μπάνιο, στο καφέ της Βιβής ακούγονταν δυνατά , μάλιστα όταν ο Κώστας τους παρίστανε με τις κινήσεις του θειάδες ή μπαρμπάδες σειόταν όλο το χωριό.  Η κουβέντα άλλαζε όταν παρίσφιαν στη παρέα οι γυναίκειες σιλουέτες: η Ντίνα, η Χαρά και η Κατερίνα, η ουρά του Γρηγόρη, η ξαδέρφες του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που του πέρασε ξυστά απ το μυαλό να απαλλαγούν απ τα δεσμά του και να νοικοκυρέψει τους φίλους του με μια από αυτές.

«Δώσε το χέρι σου Χρήστο στην Ντίνα, είναι καλή κοπέλα μη την φοβάσαι….»Και παράλληλα σκουντάει τον Κώστα που κάθετε δίπλα του και γελάει.

«Τώρα θα την γνωρίσω;…Ντίνα τι γίνεται; … καλά;»

Είπε σχεδόν κόκκινος στο πρόσωπο από την

ζέστη και τον ήλιο, σίγουρα όμως και επειδή ένιωθε ντροπή μιας και όλη η παρέα τον κοίταζε στα μάτια για το πώς θα χαιρετήσει την μελαχρινή και μα την αλήθεια πολύ γλυκιά και όμορφη δύο χρόνια μεγαλύτερη φίλη του.

Ο Μπίλ το γνωστό όλα αυτά τα χρόνια γκαρσόνι στο καφέ της Βιβής πηγαινοφέρνει τους καφέδες στην παρέα που κάθεται σχεδόν πάντα στο έξω αριστερά τραπέζι για να μπορούν να ρεμβάζουν την θάλασσα.

« Δεν πάτε σιγά, σιγά, για μπάνιο να ηρεμήσω και εγώ από σας »

Τους είπε και κοίταξε το ρολόι του.

«Πες τι χρωστάμε φιλαράκι και φύγαμε…»

Μάζεψαν όλη την πραμάτεια τους, τσάντες, τσαντάκια, καπέλα και πετσέτες και όλοι μαζί κατηφόρισαν προς την παραλία του χωριού για το μεσημεριανό μπάνιο τους.

Στην παραλία μονοπωλούν τα πειράγματα τα γέλια τα παιχνίδια, συζητήσεις αφελούς περιεχομένου δίχως ίχνος σοβαρότητας. Είχε πολύ πλάκα και ακόμα το θυμούνται όλοι και γελούν το προπέρσινο καλοκαίρι που είχαν βουτήξει ο Χρήστος, ο Γρηγόρης, ο Πάνος και ο Σπύρος, το μηχανάκι του Βασίλη και με μια τριχιά το είχαν κρεμάσει ψηλά πάνω σε μια ελιά. Αυτός ο κακομοίρης έψαχνε να το βρει με τις ώρες. Όλοι οι άλλοι παρίσταναν τους αγχωμένους, κοιτούσαν δεξιά και αριστερά δήθεν πως ψάχνουν , έθεταν ερωτήσεις στον υπόλοιπο κόσμο.

«Ρε παιδιά μήπως είδατε ένα Honda, παπάκι μπλε με άσπρη σέλα;»

και άλλου είδους τέτοιες ερωτήσεις αστυνομικού χαρακτήρα σαν τον Ηλία του δεκάτου έκτου. Όταν νύχτωσε του είπαν την μπαγαποντιά τους και γελούσαν δυνατά. Ο Βασίλης αφού τους έβρισε επίμονα για κανένα πεντάλεπτο μετά ησύχασε, χαμογέλαγε και αυτός και μονολογούσε

«Δεν λες που δεν μου το έκλεψαν.»

Κάπως έτσι κυλούσαν οι ώρες της ημέρας στη θάλασσα

Τα βράδια σαν και εκείνο το παρεάκι μαζευόταν εκεί γύρω στις δέκα στο  καφέ της Βιβής για τα πρώτα ποτά. Η δυνατή μουσική ενίσχυε την επιθυμία τους να επιδείξουν στις τουρίστριες  τις χορευτικές τους ικανότητες χωρίς βέβαια κάποιος να κάνει ματ. Όσο η καλοκαιρινή ξελογιάστρα βραδιά άγγιζε στα μισά της, τα σφηνάκια έδιναν κι έπαιρναν με ή χωρίς κατάληξη, άβυσσος η αντοχή του νέου. Στις τρεις το πρωί λοιπόν ή θα πήγαιναν για ύπνο ή θα συνέχιζαν στο διπλανό χωριό για  χορό με τις μελωδίες και τα μουσικά ακούσματα μπουζουκιού – βιολιού – κλαρίνου με την σειρά με την οποία ακούστηκαν ή μάλλον διαβάστηκαν.

Ο Βασίλης, ο Κώστας, η Ντίνα, ο Χρήστος, ο Πάνος, η Κατερίνα, Σπύρος, ο Γρηγόρης κι Χαρά…ίδιες φάτσες, ίδιοι χαρακτήρες, σε άλλη ηλικία σε άλλη ψυχολογία. Τώρα δεν είναι μόνο η πλάκα, το παιχνίδι και οι βουτιές τώρα είναι και η συζήτηση. Είναι ομάδα χωρίς αρχηγούς και υπαρχηγούς, είναι ομάδα με κοινά και διαφωνίες, είναι η εποχή που ο καθένας τους χτίζει έτσι και αλλιώς την προσωπικότητα του, μ’ ότι ζει μ’ ότι καταλαβαίνει, μ’ ,ότι ασχολείται. Ο καθένας τους φτιάχνει τα πρώτα σημάδια της συνείδησης. Είναι χαρακτηριστικό μια φορά όταν πήγαν για καφέ  όλοι  μαζί το τι χαμός έγινε. Άκρη δεν βρέθηκε ο καθένας ζητούσε τα δικά του. δεν έχει σημασία το θέμα της συζήτησης  σημασία έχει όμως το πώς σκέφτεται και πράττει ο καθένας. Ο Βασίλης με τον Κώστα ήταν πιο κοντά σχεδόν ταυτίζονταν οι απόψεις τους καθώς και οι δύο κόντευαν να τελειώσουν τις σπουδές τους στο Πολυτεχνείο. Πολιτικός μηχανικός ο ένας τοπογράφος ο άλλος ,όπως στο διπλανό καφενείο που καθόντουσαν οι μεγαλύτεροι και τσακώνονταν  δείχνοντας το άγχος τους για το μέλλον της χώρας σαν μια μικρή βουλή, στα διπλανά έδρανα του σύγχρονου καφέ το μόνο που τους άγχωνε πιο πολύ ήταν η λογική του τι γίνεται στην αγορά, το πώς αύριο θα βγαίνουν λεφτά με το τσουβάλι, άμα είσαι και λίγο μάγκας και μπεις στα πράγματα μπορεί να χωθείς σε καμία καλή και μεγάλη κατασκευαστική και μετά μπορεί να έχεις και το δικό σου γραφείο και να και το τζιπ με τα δύο χιλιάδες κυβικά και να και το ωραίο γκομενάκι. Αυτό με το μοναδικό άγχος να τελειώσουν τα δυο τελευταία μαθήματα και τις πτυχιακές. Δεν είναι βέβαια παιδιά για την πάρτη τους και μόνο. Θέλουν απλά να είναι όλα εντάξει με τους φίλους τους, με τους γονείς τους με την οικογένεια τους.  Στο παρελθόν, όπως το φερε η κουβέντα πήραν θέση σχετικά με τα γεγονότα στην Γιουγκοσλαβία. «Σιγά ρε Χρήστο να μην βγω εγώ να φωνάζω στους δρόμους επειδή η Αμερική έκανε πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, οι Γιουγκοσλάβοι θα έβγαιναν αν γινόταν πόλεμος στην Ελλάδα»

Κι ο Κώστας συμπλήρωνε «Και που βγήκε τόσος κόσμος έξω τι άλλαξε, μπορείς να τα βάλεις με την υπερδύναμη.»

Στην σκέψη και στην κουβέντα του  Πάνου και του Σπύρου  κυριαρχούσε ο Ολυμπιακός, όλα τα άλλα τριγύρω απλά υπάρχουν. Από καλές οικογένειες. και οι δύο, με την έννοια των χρημάτων, γιος καραβοκύρη ο ένας γιος μεγαλοεργολάβου ο άλλος

« Ο Ολυμπιακός να σηκώνει το πρωτάθλημα και όλα τα άλλα θα τα βρούμε»

«Πες τα μεγάλε» συμπλήρωνε ο Σπύρος .

Ο Γρηγόρης ανήκει σε πιο χαμηλών εισοδημάτων οικογένεια, ανήκει στους νέους που ισχυρίζονται πως η οικογένεια μας έφαγε καλά την δεκαετία του ογδόντα αξού και το μαγαζί με τα παπούτσια στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο σήμερα δεν πάει και πολύ καλά. Και αυτός βέβαια πάντα εργατικός από τον καιρό που τέλειωσε το λύκειο στα δεκαεφτά του κατευθείαν στην δουλειά, σε ένα εργοστάσιο μικρό με οικοδομικά μηχανήματα. Βέβαια όλο αυτό το παρεάκι έδενε στις διακοπές, στις παραλίες στα μπαρ και στα καφέ του νησιού όταν θυμόντουσαν διάφορες ιστορίες και  όταν σχολίαζαν τα κορίτσια στην ηλικία τους.

Όλοι αναμένουν αυτές τις μοναδικές στιγμές που γίνονται έστω για λίγες μέρες το χρόνο. Είναι οι στιγμές που το πατρικό σπίτι στο νησί όπως και σε κάθε νησί σε κάθε χωριό αρχές Αυγούστου μαζεύει όλη την οικογένεια. Έτσι και στο σπίτι του καπετάν Κώστα  τώρα που είναι όλοι εκεί παιδιά και εγγόνια. Σήμερα το μεσημέρι έφτασε και η μεγάλη αδερφή του Χρήστου η Αθηνά με τον άντρα της τον Γιώργο . Το τραπεζομάντιλο «το καλό»   φτιαγμένο στον αργαλιό με τα χέρια της κυρά Τασούλας έχει καλύψει και τα δυο τραπέζια που είναι έτοιμα να υποδεχτούν τους δεκατέσσερις μικρούς και μεγάλους της οικογένειας. Είναι πανέμορφη αυτή η ιεροτελεστία που αιωρείται γύρω απ το  τραπέζι. Στην κεφαλή του τραπεζιού ο παππούς δεξιά και αριστερά οι γιοι του και παρακάτω οι κόρες με τους γαμπρούς και τις νύφες. Στην συνέχεια η γιαγιά για να έχει εύκολη πρόσβαση στην κουζίνα της και όταν λέμε «της» το εννοούμε διότι κανένας άλλος πριν και κατά την διάρκεια του φαγητού δεν έχει είσοδο σε αυτή. Στην συνέχεια τα εγγόνια που πάντα δίπλα στην γιαγιά θα κάτσει ο Χρήστος μετά από δική της εμμονή γιατί είναι ο μοναδικός που της μιλάει στο αυτί σχολιάζουν και χλευάζουν τους υπόλοιπους δώδεκα και κρυφογελούν.

«Ξέχασα να σου πω για ένα όνειρο που είδα»

«Πότε παιδί μου; τι είδες»

Του λέει η γιαγιά του καθώς προσθέτει και     άλλη σαλάτα στο πιάτο του.

«Την μέρα που ερχόμουν γιαγιά στο καράβι με     πήρε ο ύπνος.

« Τασούλα…ε Τασούλα…θα αφήσεις την κουβέντα να μου βάλεις κρασί να πιω με τα παιδιά μου» τους διακόπτει ο καπετάνιος.

« Σιγά χριστιανέ μου, τόσοι είμαστε εδώ, άσε με έχω κουβέντα με το παιδί».

Σε αυτό το τραπέζι όλοι παίζουν τον ρόλο τους, ο Κωστάκης, ο μικρότερος εγγονός και μάλιστα με γρήγορο βηματισμό πάει προς τον παππού του και του γεμίζει το ποτήρι μέχρι πάνω.

«Για συνέχισε»

«Ε ….εκεί το είδα γιαγιά. Είδα πρόσωπα που είναι μόνιμοι του χωριού στο καράβι…είδα το καράβι να πηγαίνει γρήγορα…είδα τα παιδιά από εδώ… και μετά τον παππού ,που του φώναζα και αυτός δεν μου μιλούσε και μετά πετάχτηκα.»

«Μμμ… λαχτάρα παιδί μου. όχι κακή. λαχτάρα να φτάσεις στους αγαπημένους σου.»

«Και γιατί δεν μου μιλούσαν;»

«Γιατί δεν αγαπάς μόνο αυτούς, δεν έχεις μόνο    αυτούς ανάγκη, έχεις μεγαλώσει πια…»

«Τέλος πάντων γιαγιά, άσε με μπέρδεψες περισσότερο, το φαί σου πάντως ήταν απίστευτο.»

Στην ψαρόσουπα την κυρά Τασούλα δεν την έπιανε κανείς.

Μέρα ιδιαίτερα ζεστή. Όλα στο κέντρο του χωριού ξεχωριστά. Η πλατεία φορτωμένη με μικροπωλητές που έχουν φέρει την πραμάτεια τους: παιχνίδια, ρούχα, κολιεδάκια, εργαλεία, τα πάντα όλα. Στο βάθος της πλατείας, κάτω από τα πεύκα εργάτες στήνουν το πάλκο, άλλοι πιο μπροστά ανοίγουν και τοποθετούν τραπέζια και καρέκλες. Κυρίες πιο μπροστά τοιχοκολλούν τις τελευταίες αφίσες που περίσσεψαν: «3 Αυγούστου πανήγυρης», από κάτω η φωτογραφία ενός κυρίου με μουστάκι που κρατά στο χέρι του το κλαρίνο και από κάτω με μαρκαδόρο να γράφει τις λεπτομέρειες για το γλέντι της κοινότητας που γίνεται απόψε το βράδυ στην πλατεία στο χωριό.

Σπουδαίο γεγονός για όλους, μικροί και μεγάλοι το βράδυ γύρω στις δέκα θα βρίσκονται εκεί. Οι κυρίες θα φορέσουν το φόρεμα που ψώνισαν μόνο και μόνο για το πανηγύρι, οι κύριοι θα προετοιμαστούν από πριν με κάνα δυο ποτηράκια, ώστε μόλις φτάσουν να συμπληρώσουν το απαραίτητο ποτό για να είναι έτοιμοι να ρίξουν λεφτά στην ορχήστρα και να κάνει ο καθένας τους τις μοναδικές φιγούρες στο χορό. Ο Βασίλης με τον Πάνο πέρασαν από το σπίτι για να πάρουν τον Χρήστο.

«Γειά σου θεία»

«Καλώς τα παιδιά»

«Ο Χρήστος που είναι»

«Ετοιμάζεται, καθίστε να σας κεράσω κάτι.»            «Όχι θα φύγουμε…άντε ρε δε σε πάμε για   γαμπρό.»

Καθώς, προχωρούν προς την πλατεία χαιρετούν τις θείες και τους θείους με ιδιαίτερο καθωσπρεπισμό  και με φωνή καλοσύνης λες και είναι παιδιά του κατηχητικού. Όλη η υπόθεση του πανηγυριού έχει συγκεκριμένη ακολουθία που μπορεί μικροί και μεγάλοι να βρίσκονται στον ίδιο χώρο  όμως υπάρχει ο σεβασμός προς τους μεγαλύτερους, όπως και τα αντίστοιχα πειράγματα από τους μεγαλύτερους προς τα παιδιά. Η πλατεία πλημμυρισμένη φως λες και είναι μεσημέρι. Έχουν μαζευτεί χιλιάδες αρώματα ανδρικά και γυναικεία, βαρεία και ελαφριά κα όλα μαζί έχουν φτιάξει μια δική τους ατμόσφαιρα. Οι πάντες καλοντυμένοι όχι με την έννοια του ακριβού αλλά με την έννοια του ιερού απέναντι στον τόπο τους, την καταγωγή τους, το έθιμο τους. Στο τραπέζι ήδη έχουν κάτσει ο Γρηγόρης και ο Σπύρος

«Καλώς τους ομορφάντρες» λέει ο Σπύρος.

«Κοίτα πουκαμισιά ο Βασίλης» συνεχίζει ο Γρηγόρης.

«Άντε να σου βρούμε και καμιά γυναίκα να σε    παντρέψουμε.»

Ο Κώστας έρχεται αργοπορημένος.

« Καθυστέρησα γιατί μέχρι να πάρω θέση στο μπάνιο καταλαβαίνεται είχαμε ούρα. Μάνα, πατέρας, αδερφή με το μωρό, ο γαμπρός μου….»

Έπρεπε να απολογηθεί για την καθυστέρηση του δηλώνοντας και αυτός την αξία  στο μεγάλο γεγονός του νησιού.

«Εγώ» λέει ο Γρηγόρης σαν γνήσιος απόγονος τν παιδιών της αλλαγής, «λέω να πιούμε ουίσκι για να τονίσουμε το διαφορετικό της ημέρας» . θέλοντας οι υπόλοιποι να μην του χαλάσουν χατίρι αλλά και να τιμήσουν την ημέρα ξεκίνησαν να βάζουν πάγο στα πλαστικά ποτήρια και να αρχίζουν να ρουφούν το νερό της φωτιάς όπως το αναφέρουν κάποιοι.

Η πλατεία ξεχειλίζει. Από όλα τα τραπέζια και τους όρθιους επισκέπτες διακρίνει κανείς την ποικιλία της συζήτησης από το «Πόσες μέρες έχεις άδεια» και  «τι γίνεται με το Σημίτη, που το πάει» το χρηματιστήριο και οι μετοχές του καθενός μέχρι το ελληνικό πρωτάθλημα σε μπάσκετ και ποδόσφαιρο αλλά και το ντεκολτέ της τραγουδίστριας που είναι τουλάχιστον τολμηρό. Τον λόγο έχει ο πρόεδρος ο κύριος Λεωνίδας, όπου θα αλλάξει ελαφρά τον τόνο  της φωνής του και θα πει αυτά που είπε και πέρση αλλάζοντας την ημερομηνία.  Θα τονίσει την ανάγκη να «σταθούμε στο πλάι του νησιού», «να θυμηθούμε τις ομορφιές του», «να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στους ντόπιους κατοίκους». Ανήκει στους πολιτικούς άρχοντες που αυτοαποκαλούνται «της προόδου» στα λόγια έχουν μια πολύ καλή επαφή με την ποίηση σε βαθμό που σε ανατριχιάζει! «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» ή «ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη», στα λόγια όμως επιμένουν στην αγάπη! «όλοι μαζί μπορούμε» εννοώντας ότι Όλοι μαζί μπορούμε να διαφωνούμε και να φωνάζουμε ενάντια σε όλα αυτά που κατά βάθος στηρίζουμε και ψηφίζουμε. Ο κύριος Λεωνίδας ανήκει σε αυτούς που συμφωνούν με τον αντίπαλο τους στα βασικά και η διαφωνια του στις λεπτομέρειες και μόνο, είναι σπουδαίος θυσαυρός προς αξιοποίηση. Έτσι τους κέρδισε και το κυβερνητικό  κόμμα του έδωσε το δαχτυλίδι για να είναι ξανά πρόεδρος στο χωριό. Είναι από αυτή την πάστα ανθρώπων που έχουν όλες τις δυνατότητες να ξεγελάσουν τον κοσμάκι, όπως έκαναν και άλλοι με ή χωρίς ζιβάγκο. Αφού θα ακούσουνε όλα αυτά και αφού θα ακουστεί το παρατεταμένο χειροκρότημα από τον κόσμο θα πάρει τον λόγο ξανά και με την κανονική χροιά της φωνής του αυτή τη φορά θα ακουστεί μέσα από τα παλιά ηχεία

« Και τώρα, ώρα, ρα, α, γλέντι, λεντι, εντι και χορός, ρος, ος»

Τα κλαρίνα τη δουλειά τους, η τραγουδίστρια τη δικιά της και οι ακροατές τη δικιά τους: τσουγκρίσματα, ευχές, κομμάτι από κατσίκι στο χέρι του καθενός και όλοι ετοιμάζονται για τη σειρά τους στο χορό.

Πάντα στο πανηγύρι το συγκεκριμένο, όπως και σε άλλα, όλη η υπόθεση είναι το ποιος θα σηκωθεί πρώτος να χορέψει. Αυτός είναι που θα σχολιαστεί…όπως επίσης όταν θα περάσει η ώρα και εκεί αργά λίγο πριν τελειώσει το γλέντι θα σηκωθούν οι πιο γνωστοί, ο πιο μάγκες, οι πιο κλασικοί του δημοτικού τραγουδιού.

Ο Χρήστος συνεχίζει να πίνει μαζί με τους άλλους και τσιμπολογάει ότι βρει.

« άντε δεν πάμε να χορέψουμε;»

« κάτσε μωρέ σε λίγο»

Του λέει ο Σπύρος, έτσι συνεχίζεται το πιόμα και από τους έξι, όπως συνεχίζεται η πλάκα τα κουτσομπολιά, τα σχόλια αρνητικού και θετικού περιεχομένου.

Αν κάτσεις από μακριά και δεις το χωρίο είναι λες και βλέπεις ένα και μοναδικό σπίτι μες στη μέση με αναμμένα όλα τα φώτα και την πολυάριθμη οικογένεια με τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τους θείους και τα εγγόνια να τρώνε να πίνουνε και να διασκεδάζουν και όλα τα άλλα τα σπίτια σαν κουφάρια μόνα και έρημα. Η ώρα προχωράει τα τραπέζια μισογεμάτα μιας και ο κόσμος έχει μεταφερθεί στην πίστα και δως του κραυγές χαράς και δως του φιγούρες και παραγγελιές στην ορχήστρα, η οποία είχε βάλει τον κιθαρίστα να μαζεύει τα λεφτά σε μια σακούλα που πατάει με το πόδι του ανάλογα με τον ρυθμό του τραγουδιού. Ο Κώστας, ο Σπύρος και ο Πάνος, σηκώνονται με ύφος χορευτών από παλιά ελληνική ταινία για να χορέψουν. Οι υπόλοιποι τους παροτρύνουν με φωνές.

«έλα ρε μάγκες! Ζήτω το νησί μας!»

Η φωνή ενός πιτσιρικά έκανε τον Χρήστο να κοιτάξει προς τα πίσω. Στο βάθος βλέπει μια κοπέλα να έρχεται με γρήγορα βήματα προς τα τραπέζια.

« πω! Τι άγγελος είναι αυτός!»

Σχολίασε από μέσα του.

« Ρε Βασίλη ποια είναι αυτή την ξέρεις;»

« ποια ρε?»

« αυτή που έρχεται με το φορεματάκι το άσπρο.»

«α η Βάλια ρε η ξαδέρφη μου, η κόρη του θείου Νίκου δεν την θυμάσαι;»

«όχι. Έρχεται στο νησί;»

«έχει να έρθει δυο – τρια χρόνια, εγώ την βλέπω αραιά και που στην Αθήνα, δεν κάνουμε και πολύ παρέα.»

«πόσο χρονών είναι;…τι κάνει;»

« πρέπει να είναι δεκαεννέα – είκοσι, νομίζω ένα χρόνο μικρότερη από εσένα ή στην ηλικία σου. Είναι στο δεύτερο έτος της ιατρικής, θα γίνει και αυτή σαν τον πατέρα της.»

Ο Χρήστος δεν σταματάει να την κοιτάει. Αυτή με ένα απίστευτο αέρα φτάνει στην παρέα με τις φίλες και τις ξαδέρφες τις.

«τι έπαθες ρε τσίμπησες; Έ; Λέγε ρε…»

Ο Χρήστος πίνει μονορούφι το ποτό του και τρίβει το κεφάλι του.

«πως την είπαμε;»

«Βάλια».

«έχουμε θέμα Βασίλη, έχουμε θέμα… Α ρε γιαγιά με τις εξηγήσεις στα όνειρα, λαχτάρες και λαχτάρες να τα τώρα τι μας βρήκε.

Ο Σπύρος έρχεται στο τραπέζι κατακόκκινος και ιδρωμένος.

« σηκωθείτε ρε, Χρήστο, Βασίλη.»

« μετά ρε αργότερα. Άντε τώρα να χορέψεις» σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Το πρόσωπο της τον είχε τρελάνει μα και στην πραγματικότητα ήταν μια θεά. Καστανό μαλλί ελαφρά σγουρό μέχρι τους ώμους. Μελαχρινή με σχιστά μάτια, το χρώμα τους μελί και τα χειλάκια της κατακόκκινα από φυσικού τους και το σύνολο αυτό συμπληρωνόταν από ένα απίστευτο νάζι που θυμίζει κάτι από μικρό παιδί που πρέπει να το αγκαλιάσεις και για να νοιώσεις σιγουριά και ασφάλεια.

«μμμ πρέπει να την γνωρίσω…ο Βασίλης, αυτός μπορεί».

Αφού πέρασε μια ώρα περίπου και ενώ η υπόλοιπη παρέα χορεύει και διασκεδάζει, ο μικρός κατάσκοπος κοιτάει ανά δευτερόλεπτο την πανέμορφη παρουσία του και παρατηρεί ότι αυτή σηκώνεται χαιρετά, παίρνει το τσαντάκι από το τραπέζι και χάνεται μέσα στο σκοτάδι του υπόλοιπου χωριού.

Ο κόσμος χορεύει το κέφι φουντώνει όλο και πιο πολύ και ο τραγουδιστής φωνάζει«πάμε μέχρι το πρωί». Για τον Χρήστο το γλέντι τελείωσε εδώ. Τώρα πρέπει να μπει σχέδιο γνωριμίας με την Βάλια να δει τη κάνει εσωτερικά, γιατί εξωτερικά τον έχει χτυπήσει με το βέλος της.

Το πρωί τους βρήκε στο τραπέζι μαζί με άλλες τρεις παρέες που κάθονταν σκόρπιες εδώ και εκεί. Ο Γρηγόρης ψιλοτραγουδάει κάτι περίεργο που δεν καταλαβαίνεις τα λόγια. Ο Κώστας με τον Σπύρο τρώνε κρύο κατσίκι και παράλληλα πίνουνε ουίσκι και σχολιάζουν σαν επιστήμονες διατροφολόγοι.

«το ουίσκι κάνει την καλύτερη χώνεψη στο ψητό κρέας.»

«ναι ναι»

Συμφωνεί και ο Κώστας λες και το πρόβλημα είναι το κρέας και όχι το πότο που έχουν πιει και οι έξι μαζί κοντά στα τρια μπουκάλια. Ο Πάνος κάθεται δίπλα και γελάει με τον Χρήστο που κάθεται σοβαρός και χαζεύει ενώ παράλληλα διώχνει τις πρώτες σφίγγες που γυρνάνε πάνω από τα μισοάδεια ποτήρια. Μόλις ακούγονται και τα πρώτα τζιτζίκια.

«μάγκες σηκωθείτε θα τα πούμε το μεσημέρι» είπε ο Βασίλης και έτσι η παρέα με βήματα βαριά και αργά σαν κάτι γερόντους χάνεται προς τα σπίτια τους.

Μπορεί η ώρα να είναι μόνο δώδεκα και το «μόνο» σε σχέση πάντα με το χθεσινό ξενύχτι του Χρήστου όμως τα μάτια έχουν ανοίξει παρόλο που είναι κατακόκκινα και μαύρα από κάτω. Σηκώνεται από το παλιό σιδερένιο κρεβάτι, πλένεται αργά και σκέφτεται:

«τι ήταν αυτό και πάλι χθες… πως θα την γνωρίσω;…, τι θα της πω;…, τι να έχει στο κεφάλι της;… δεν μπορεί θα με είδε και αυτή.»

Κατεβαίνει τις σκάλες του σπιτιού του, βουτάει ένα ροδάκινο από την κουζίνα και στέκεται στην εξώπορτα μπροστά στην αυλή «να φτιάξω και μια πορτοκαλάδα», του λέει η γιαγιά του, «όχι θα πάω στην αγορά για καφέ», της είπε μπουκωμένος και άρχισε να προχωρά προς την αγορά του χωριού του. η πλατεία του χωριού πεντακάθαρη λες και δεν συνέβη τίποτα την προηγούμενη νύχτα. Μόνο μυρωδιές από ψητό και αλκοόλ προδίδουν τα χθεσινοβραδυνα κέφια των επισκεπτών στο πανηγύρι. Το καφέ της Βιβής ανοιχτό με μοναδικό πελάτη τον Κώτσο, ένα μπάρμπα γύρω στα εξήντα με μοναδική του ασχολία το ούζο. Χρόνια αλκοολικός όμως δεν είναι επικίνδυνος άσε που πολλές φορές πάνω στην σούρα του αρχίζει και τις  δικές του φιλοσοφίες τραγουδάει στίχους από διάφορα τραγούδια που θυμάται όπως επίσης και δικούς του που ετοιμάζει στην στιγμή. Το μαγαζι ορισμένα πρωινά όπως σήμερα το κρατάει ο Μπίλ. Κάτι τέτοιες ώρες που δουλεύει μόνος του νοιώθει άρχοντας, κουμανταδώρος κάτι τέτοιες ώρες είναι  που βάζει το σχέδιο του σε εφαρμογή: Ξέρει να σου παίρνει όλα τα μυστικά, χωρίς καμία πίεση και κόπο και αυτός βέβαια να στέκεται απόλυτα εχέμυθος, δίνοντας παράλληλα και τις δικές του συμβουλές.

«Μπιλ καλημέρα, τι γίνεται πως πάει;»

«Καλώς το παιδί της νύχτας. Το ξενυχτήσαμε έ;»

«Ε… σαν παιδιά και εμείς την κάναμε την βόλτα   μας. Θα μου φτιάξεις ένα φραπεδάκι γλυκό… βάλε και λίγο γάλα.»

«Χρήστο κάτσατε μέχρι αργά εχθές;»

«Ξημέρωσε Μπιλ…οχ ξημέρωσε και μας βγήκαν τα μάτια

«Γάλα είπες;»

«Ναι»

«Τα μάτια αγόρι μου κουράζονται από τον ήλιο το πρωί»

«Να ήταν μόνο ο ήλιος!»

«Όπα τι έγινε δηλαδή;»

Εδώ ξεκινά η πρώτη απόπειρα του Μπιλ να πάρει τις πληροφορίες του.

«ε….ε να μωρέ κόσμος πήγαινε ερχότανε»

«καλά θα μου πεις τώρα πως κουράστηκαν τα μάτια σου επειδή κοιτούσες τον κόσμο;»

Εδώ από ότι φαίνεται αρχίζει και πιέζει τον συνομιλητή του για να μπορέσει να μαζέψει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί.

«άστο μωρέ θα το κουβεντιάσουμε άλλη φορά.»

Ο Χρήστος αρχίζει και ρουφά τον καφέ μόνος του αγναντεύοντας την θάλασσα το βλέμμα του αρχίζει και χαζεύει. Ονειρευεται πως μπροστά εκεί στον μώλο θα περάσει η Βάλια, θα την πιάσει από το χέρι και θα βολτάρουν σαν τα κλασικά ζευγάράκια κουβεντιάζοντας και γελώντας.

«μα τι διάολο σκέφτομαι, εγώ δεν της έχω ακόμα μιλήσει», μονολογεί και ανάβει το δεύτερο τσιγάρο του «πρέπει να την γνωρίσω…. Τι θα της πώ; Πως θα την κοιτάξω; Θα κοκκινίσω, πάλι ρεζίλι θα γίνω».

Ο Μπιλ στέκεται στο μπαρ και παρακολουθεί τους δύο πελάτες του και κρυφογελάει Από την μια ο εξηντάρης άντρας να πίνει το ουζάκι του και να σιγοσφυράει και από την άλλη ο εικοσάχρονος νεαρός να πίνει τον καφέ του και να νοιώθει πως θα ανοίξει η γη και θα τον καταπιεί επειδή απλά και μόνο ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα το προηγούμενο βράδυ.

«Κώτσο τι λές; Πως τα βλέπεις τα πράγματα;» λέει ο Μπίλ. Ο Κώτσος ρίχνει ένα βλέμμα στον Χρήστο τρώει δυο στραγάλια και τραυλίζοντας του απαντάει

«Η ζωή του καθενός τεράστιος ωκεανός»

Τον Χρήστο δεν τον χωράει ο τόπος αργούν και οι άλλοι να ξυπνήσουν να πει τον καημό και τον προβληματισμό του.

« Μπίλ τι χρωστάω να φύγω;»

«Κιόλας, τι έπαθες ρε;»

« τίποτα πάω σπίτι για λίγο μέχρι να ξυπνήσουν και οι υπόλοιποι.»

«φύγε, κερασμένος»

«ευχαριστώ θα τα πούμε….»

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 3ο Μέρος

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.