«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 3ο Μέρος

20200223_181528

Αυτό το ταξίδι το περιμένει καιρό. Από την αρχή στήνεται το ίδιο σκηνικό  εδώ και είκοσι χρόνια. Έτσι και τώρα, οι ίδιες κουβέντες μέσα στο αυτοκίνητο στον δρόμο για το λιμάνι «  προσοχή με τα ποτά τα βράδια, δε χρειάζεται κάθε βράδυ ξενύχτι, μη βουτάς στη θάλασσα μετά το μεσημεριανό φαγητό» και η στιχομυθία αυτή γίνονταν εναλλάξ πότε η μάνα πότε ο πατέρας του Χρήστου. Η ίδια κασέτα όχι μόνο για τον Χρήστο αλλά για όλα τα παιδιά από τους γονείς, που πραγματικά εύχεσαι να χαλάσει, αλλά οι γονείς θα την βρουν την λύση μπορεί να μην είναι κασέτα θα είναι cd. Η κάθε εποχή μπορεί να έχει διαφορετικό εξάρτημα αλλά η ψαλμωδία δεν χάνεται.

Στην περίπτωση του Χρήστου το κύριε ελέησον είχε και μουσική υπόκρουση από παραδοσιακά τραγούδια με τη φωνή της Βιτάλη να τους θυμίζει τις ρίζες και το παρελθόν του τόπου τους.

Πάντως αυτή η μέρα, η μέρα του ταξιδιού, χρόνια τώρα για τον Χρήστο είναι η ίδια και με τα καλά της και με  τα κακά της. Αυτή η μέρα έχει την ίδια απίστευτη όμορφη μυρωδιά. Μυρωδιά της αναμονής; Του ταξιδιού; Μυρωδιά της βαλίτσας; Δεν έχει εξακριβωθεί. Δεν υπάρχει όμως ταξίδι χωρίς τα παρελκόμενα του, όπως οι φωνές του Ανδρέα στον Χρήστο και στην Φωτεινή γιατί καθυστερούν να ετοιμαστούν. Γκρίνια διότι σίγουρα μετά από δύο χιλιόμετρα θα γυρίσουν τον Ανδρέα πίσω σπίτι για να πάρει η Φωτεινή την τσάντα που ξέχασε κ.ο.κ. Μπορεί οι στιχομυθίες, η μουσική να μην άλλαξαν χρόνο με τον χρόνο ούτε τα πρόσωπα αυτό όμως δεν τα κάνει βαρετά και κοινότυπα αντιθέτως είναι αυτά που σου δίνουν το σήμα κατατεθέν ότι εδώ είμαστε, φεύγουμε πάμε στο νησί. Είναι η μοναδική φορά που η έκφραση  «τα ίδια και τα ίδια» δεν δηλώνουν κάτι το βαρετό.

«Πατέρα θα τα πούμε σε λίγες μέρες» λέει ο Χρήστος στον Ανδρέα και μετά παρατηρεί τον πατέρα του που αγκαλιάζει τη μάνα του και τη φιλά στο στόμα. Αυτόματα ο Χρήστος κατακόκκινος αλλάζει βλέμμα προς το λιμάνι. Ο κόσμος των παιδιών είναι ανεξιχνίαστος, δύσκολα καταλαβαίνεις τις αντιδράσεις τους.  Οι γονείς γι’ αυτά είναι κάτι το ιερό, «οι γονείς μου είναι ερωτευμένοι», μπορεί να λένε την μια στιγμή αλλά όταν τους βλέπουν να φιλιούνται ντρέπονται, ίσως  δεν  μπορεί να δεχτούν να κάνουν τα ίδια πράγματα όπως κάνουν τα παιδιά στην ηλικία τους. Λένε ναι στην σκέψη όχι στην εικόνα.

Ο Χρήστος αφού έχει φορτωθεί τα πάντα επάνω του σαν γάιδαρος, ξεκινά με γρήγορα βήματα προς το καράβι, το οποίο είναι το ίδιο από τότε που θυμάται τον εαυτό του, δεκαπέντε χρόνια τώρα. Λευκό με δύο κόκκινες ρίγες ψηλά και δύο γαλάζιες χαμηλότερα και στην πλώρη του αριστερά γράφει: «ΧΡΙΣΤΙΝΑ Κ».

«Μάνα πάω μπροστά να πιάσω θέση, εσύ πήγαινε γρήγορα να πάρεις από απέναντι τα εισιτήρια.»

Ο Χρήστος γυρνάει πίσω και βλέπει τον πατέρα του έξω από το αυτοκίνητο να τον χαιρετάει κουνώντας το χέρι του σαν τον συνονόματο του το ΄81. Καθώς ανεβαίνει τις σκάλες του πλοίου τα μαλλιά του αν και σχετικά κοντά υπακούν στις ορέξεις του ανέμου, σαν μύλος, πότε δεξιά πότε αριστερά.

Το μάτι του σαν λαγωνικό ψάχνει τον χώρο. Δίπλα του και οι υπόλοιποι να αδημονούν για μια κενή θέση στο κατάστρωμα. Θα δοθεί μάχη όπως φαίνεται γιατί ο κόσμος είναι πολύς και το κατάστρωμα θυμίζει όνειρο δροσιάς αυτές τις ζεστές μέρες του Ιούλη και το καλύτερο μέρος για αγνάντι. Ξαφνικά με ένα γρήγορο σάλτο γραπώνει την θέση,

«Εγώ θα κάτσω εδώ εσύ άμα θες πήγαινε μέσα ίσως βρεις και κανα γνωστό», λέει στην μάνα του και σαν μικρός πραματευτής βγάζει την πραμάτεια του, όπως βιβλία, σταυρόλεξα, walkman, την οποία θα την χαρακτήριζες ότι πρέπει για να σκοτώσεις την ώρα σου, μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου. Για τον Χρήστο ως φαίνεται όχι. Πάντα έτσι γίνεται όταν περιμένεις κάτι με λαχτάρα να έρθει παρόλο που στον πραγματικό χρόνο είναι συγκεκριμένο σου φαίνεται διπλάσιο, τριπλάσιο, δε φτάνεις ποτέ.

«Κάτι πρέπει να κάνω για να περάσει η ώρα»,  μονολόγησε και άκουσε να σφυρίζει τρείς φορές το καράβι δηλώνοντας τη πρόθεση του να κάνει το χατίρι στον Χρήστο.

Έλυσε δυο – τρεις γρίφους διάβασε πέντε – έξι σελίδες από το βιβλίο του ενώ ταυτόχρονα του κρατούσε συντροφιά το αγαπημένο του συγκρότημα. Η ασχολία του αυτή δεν κράτησε πάνω από μια ώρα και εφόσον την βαρέθηκε, την έβαλε στην άκρη και καταπιάστηκε με βόλτες στο κατάστρωμα σαν τζόβενο σε άλλου είδους καράβι. Και οι βόλτες αυτές χωρίς περιεχόμενο και ουσία, γίνονταν για να γίνουν. ‘Άσκοπα….και να ήτανε ο μόνος…αυτό το πέρα δώθε έχει υιοθετηθεί εδώ και χρόνια από πολλούς ανθρώπους, σε στιγμές πανικού, αμηχανίας, χαράς, ανυπομονησίας, γιατί είναι τόση μεγάλη η υπερένταση που τους διακατέχει και με κάποιον τρόπο πρέπει να την αποβάλουν. «Photos, please, μην τρέχετε στο κατάστρωμα θα πέσετε, το σκυλί κυρία μου άρπαξε τα παπούτσια»….μουσικές και τάβλι από νεανικές παρέες και όλα αυτά να  κουράζουν τον ξενυχτισμένο Χρήστο, που και τα δυο του μάτια θυμίζουν κάτι από πειρατή.

« Πως θα περάσουν τόσες ώρες τι να κάνω;». Ο μόνος συνομιλητής που μπορούσε να αποκριθεί και να ήταν ανεκτικός στα ερωτήματα του, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος παρά μόνο ο ίδιος του ο εαυτός.  Πολλές φορές όμως, όταν είσαι μόνος σου και μονολογείς ξεχνιέσαι, δεν ξέρεις αν ακούγεται δυνατά η φωνή σου στους γύρω σου. Βρίσκοντας έτσι τον «συνομιλητή» του, αποτραβιέται στην πίσω και αριστερή μεριά του καταστρώματος, στο μονό σημείο που δεν θα «τους» ακούει κανείς και που οι ενοχλητικοί ήχοι του πληρώματος, μαζί με τις μυρωδιές από τα αντηλιακά και τα καφεδάκια αρχίζουν να  ξεθυμάνουν.

Και βόλτες  πάνω κάτω στο κατάστρωμα, και δως του να χαζεύει τη θάλασσα και το μικρό κυματάκι που σκάει πάνω στο πλοίο το οποίο ‘’πάει τόσο αργά λες και είναι σταματημένο’’, σχολίασε ο ταξιδιώτης και συνέχισε το γύρο του καραβιού λες και αυτή ήταν η δουλειά του μέχρι να φτάσει στο νησί.

Το χθεσινό ξενύχτι δε του δίνει πολλά περιθώρια για να γυρίσει πολλές βόλτες ακόμα. Σταματάει στον καναπέ έξω στο πίσω μέρος στο κατάστρωμα και ξαπλώνει κοιτάζοντας ψηλά την άσπρη τέντα που του παρέχει την απαραίτητη σκιά και λίγο η άκρη του ματιού του πίνει το γαλάζιο του ουρανού…

Ξαφνικά ο Χρήστος βρίσκεται στην πρύμνη. Το καράβι αυξάνει αρκετή ταχύτητα. Αρχίζει έτσι να κατευθύνεται μπροστά στο σαλόνι και βλέπει κόσμο γνωστό: η θεία του η Άννα με τη Δήμητρα αριστερά, ο θείος του ο Γιώργος και ο Λευτέρης παρακάτω « Μα τι γίνεται αυτοί είναι μόνιμοι στο νησί πως ήρθαν στην Αθήνα;… μάλλον για δουλειές.» Μα και παρακάτω λίγο πριν βγει στο μπροστινό κατάστρωμα και οι φίλοι του: Ο Βασίλης, ο Γρηγόρης, ο Πάνος, ο Κώστας.

«Όλοι εδώ;»

Αυτοί είναι οι κολλητοί του από το νησί.

«Ώχ και ο Σπύρος όλοι εδώ, που είστε ρε;»

Δε του μιλάει κανείς όλοι γελούν με ένα ιδιαίτερο γέλιο λες και παίζουν κάποιο περίεργο παιχνίδι. Συνεχίζει μπροστά και βλέπει στην πλώρη έναν μεγάλο άνδρα μετρίου αναστήματος με γυρισμένη την πλάτη στο πλοίο και να χαζεύει μπροστά. Από πίσω δείχνει γνωστός.

«Έχει γούστο… μπά δε μπορεί»

Προχωράει και προχωράει αλλά δε φτάνει ατέλειωτο το κατάστρωμα…

«Παππού!…Παππού τι κάνεις εδώ;»

Ο μυστηριώδης άνδρας δεν γυρνάει το καράβι πάει πιο γρήγορα.

΄«Μήπως κάνω λάθος;…όχι…Παππού!»

Τρέχει και μόλις φτάνει κοντά ξαφνικά χάνει την εικόνα.

«Μη, μη το κάνεις αυτό, μη βάζεις το δάχτυλο σου μέσα στο στόμα του παιδιού.»

Ο Χρήστος πετάγεται από το βαθύ ύπνο του και το περίεργο όνειρο που πρόλαβε και είδε  σε δυόμιση ώρες και βλέπει απάνω του ένα πιτσιρικά τριών χρονών να παίζει με τα μαλλιά και τα μούσια του.

« που είμαστε;»

Ρωτάει τη μητέρα του μικρού που τον ξύπνησε.

«Τώρα σε καμιά ώρα φτάνουμε.»

Με νεύμα καθησύχασης ο Χρήστος κάνει νόημα στην κυρία να αφήσει τον μικρό στα χέρια του. ήθελε να δείξει τι σπουδάζει. Τον χάιδευε και του μιλούσε για αρκετή ώρα. Μπορεί να νομίσει κανείς πως είναι έτοιμος για παιδί και ας είναι είκοσι χρονών.

«Μικρέ μου χάρηκα που σε γνώρισα…ελπίζω να τα πούμε και στο νησί»

Τον αγκάλιασε και σηκώθηκε να περιμένει αυτό το μισάωρο να περάσει ώστε να φτάσει στον πολυπόθητο προορισμό του. δίπλα του βλέπει τον Κριγιό ένα μικρό νησάκι δίπλα στο νησί του. ένα νησί με πέντε σπίτια που μένουν τρείς οικογένειες μόνο και μόνο με τα πρόβατα, τη φτώχεια και την αξιοπρέπεια τους. Ίσα που φαίνονται και δυο βαρκάκια στο μικρό λιμανάκι και τέσσερα δεντράκια στο βάθος ….

Μόλις πατάει το πόδι του στο νησί είναι όλα διαφορετικά τα χρώματα που διακρίνονται είναι πιο αληθινά, πιο γνήσια. Πάνω από τα σπίτια του χωριού – που είναι φτιαγμένα όλα στην ίδια δομή, λες και είναι αδέρφια , βαριά ξαδέρφια – απλώνεται ένα πανέμορφο πράσινο χρώμα, σπάνιο για τα νησιά μας, από μυρτιές, πεύκα και ελιές που χρόνια τώρα κάθονται σκαρφαλωμένα στην πλαγιά. Πιο πάνω ο μύλος ο παλιός που σταμάτησε να δουλεύει την δεκαετία του εξήντα και λίγο παρακάτω ίσα που ξεχωρίζουν οι στάνες από τους λίγους γιδοβοσκούς. Υα χρώματα συνεχίζουν να εναλλάσσονται μπροστά στην αγορά του χωριού, που μόλις με τα πρώτα δύο βήματα και τις πρώτες ματιές ανοίγονται μπροστά σου. Όλα είναι πολύ ζωντανά, καμία σχέση με την πόλη όπως και οι άνθρωποι που συναντάς μπροστά σου. Δεξιά το καφενεδάκι που πάει ο παππούς του Χρήστου, δίπλα η ταβέρνα της θεία Γιωργίας εξίσου όμορφα και τα δύο, λες και είναι από την ίδια μάνα . με τις ίδιες βουκαμβύλιες, τις γλάστρες με τους βασιλικούς και τα απίστευτα μοβ λουλουδάκια που αν δεν κάνω λάθος ονομάζονται διμορφοθήκες. Το μόνο που τα χωρίζει, χρόνια τώρα είναι μια λιθιά και πίσω της ένα πεύκο, που την ηλικία του κανείς δεν την ξέρει. Τα υπόλοιπα σπίτια είναι το ένα δίπλα στο άλλο  ίδια και αυτά στα χρώματα στους τοίχους και στα πεζούλια. Στο ίδιο χρώμα και τα παράθυρα τους. Ασβεστωμένα όλα παρά τα αρκετά χρόνια στην πλάτη τους δείχνουν καινούργια για να υποδεχτούν με όλες τις τιμές τα παιδιά τους που έχουν να τα δουν κοντά ένα χρόνο. Δεξιά και αριστερά στην κάθε εξώπορτα αφημένες δυο – τρεις γλάστρες φουντωμένες με ότι είχε η κάθε νοικοκυρά για να τονώσει και άλλο τη φιλοξενία και την ανοιχτή καρδιά στους καλεσμένους της. Το λιμάνι που απλώνει πέρα πέρα προς τα αριστερά τώρα που είναι μεσημέρι είναι ήσυχο με τις βάρκες και τα καΐκια δεμένες και αυτές η μια δίπλα στην άλλη καθώς κάθονται να ξεκουραστούν μιας και την προηγούμενη νύχτα έδιναν μάχη μαζί με τον κύρη τους για το ποια θα σηκώσει τα περισσότερα ψάρια είτε με το δίχτυ είτε με το παραγάδι. Παραπίσω και η πλατεία πλακόστρωτη με τον απαραίτητο πράσινο εξοπλισμό με κύριο χαρακτηριστικό την πικροδάφνη και ανάμεσα τους με παγκάκια σημαδεμένα που κρύβουν τον έρωτα του καθενός που κάθισε πάνω τους. Είναι η πλατεία που χόρτασε τον Χρήστο και τους φίλους του για πολλά χρόνια τουλάχιστον δεκαπέντε, εκεί πρωτοέπαιξε εκεί πρωτογέλασε εκεί έφαγε τα πρώτα του παγωτά  εκεί πήρε και τα πρώτα του ράμματα στο γόνατο – εφτά στον αριθμό – όταν έφυγε με δύναμη από την κούνια. Ακόμα οι μεγαλύτεροι θυμούνται το κλάμα του και τον κοροϊδεύουν. Τα σπίτια συνεχίζουν, όπως η μάνα και ο γιος φορτωμένοι και ιδρωμένοι, το ένα δίπλα στο άλλο σαν βαγόνια από παλιό τρένο και εκεί στο τελευταίο σπίτι ο καπετάν Κώστας και η κυρα Τασούλα περιμένουν τους καλεσμένους τους. Με δάκρυα χαράς αγκαλιάζουν τον εγγονό τους. Η κόρη τους η Φωτεινή σε κάτι τέτοιες στιγμές είναι σαν να μην υπάρχει. Η κυρά Τασούλα  με τρεμάμενη φωνή τον σφίγγει στα χέρια της

« καλωσόρισες αγόρι μου , σε περιμέναμε» και η αγκαλιά σφίγγει πιο πολύ

« και άλλο ψήλωσες δε σε φτάνω πια» λέει με περηφάνια λες και το καμάρι της είναι μπασκετμπολίστας.

Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε τις διακοπές σε ηλικία είκοσι χρονών. Η πρώτη μέρα πάντα μένει αξέχαστη – δυστυχώς όπως και η τελευταία – . Επειδή δεν έχεις πάρει χαμπάρι, ότι από τώρα ξεκίνησε η ώρα, η μέρα της ξεκούρασης, του αδειάσματος, των όποιων ευθυνών έχει ένας νέος είκοσι χρονών. Τα κάνεις όλα γρήγορα, τις πρώτες ώρες θα τρέξεις να τα προλάβεις όλα πανικόβλητος μη τυχόν και σου ξεφύγει κάτι μη τυχόν και δεν μπει κάτι στον προγραμματισμό σου. Έτσι και ο Χρήστος ανέβηκε στο πάνω μέρος του σπιτιού, τοποθέτησε γρήγορα τη βαλίτσα του και την σχολική του τσάντα στο δωμάτιο. Ίσα που κρέμασε γρήγορα δύο πουκάμισα στις κρεμάστρες τις ντουλάπας για να μην του φωνάζει η μάνα του. αμέσως μετά γρήγορα να κατέβει στην κουζίνα να φάει με τους παππούδες του.

« σιγά παιδί μου δεν στο παίρνει κανείς» του είπε η γιαγιά του,

«τώρα ποιος τον πιάνει» συμπλήρωσε η μάνα του. και αυτός μπουκωμένος για να κάνει το χατίρι και στο στομάχι αλλά και στην περιέργεια του τους ρώτησε:

«Γιαγιά, Παππού πείτε μου τώρα πως τα        περνάτε εδώ στο νησί τι γίνεται»

«Ε…καλά παιδί μου εδώ με την γιαγιά σου εσύ α δικά σου πες μας»

Οι μεγάλοι άνθρωποι πολλές φορές απαντούν σε τέτοιου είδους ερωτήσεις λες και έχουν να δουν τον συνομιλητή τους μια δύο μέρες ενώ έχουν να τον δουν τουλάχιστον ένα χρόνο. Νοιώθουν πολλές φορές όπως τώρα ότι δεν έχουν να πουν τίποτα, γιατί απλά από τώρα ξεκινά η ζωή τους από τώρα θα έχουν να λένε ως τώρα ήταν στη συντήρηση.

Ο Χρήστος ίσα που μπουκώνει το φαγητό του με γρήγορες και λαίμαργες κινήσεις και όλα αυτά για να φύγει γρήγορα, να βρει τους φίλους του να ανοίξει επιτέλους ο πολυπόθητος φάκελος των διακοπών.

«Κάτσε παιδί μου να σου πιαστεί.»

« Μια χαρά είμαι γιαγιά θα τα πούμε το βράδυ σας φιλώ.»

Πήρε την  τσάντα του το καπέλο του και έφυγε και ξεκίνησε για την παραλία. Είναι περίεργη αυτή η ησυχία στους μικρούς δρόμους του χωριού ακούς φωνές μόνο μέσα από τα σπίτια. «τώρα που είναι οι άλλοι;» σκέφτηκε και προχώρησε έξω από το σπίτι του Βασίλη.

«Χρήστο   Χρήστο, έ.. εδώ ρε..»

Ο Χρήστος γυρνάει από την άλλη και βλέπει τον Γρηγόρη με τον Κώστα

«Έ… που είστε ρε»

« Καλώς μας ήρθες»

« Καλώς σας βρήκα, έχετε έρθει μέρες;»

«εγώ χθες, ο Γρηγόρης έχει τρεις μέρες»

« ο Βασίλης είναι εδώ;»

« Όχι θα έρθει αύριο και την Δευτέρα ο Σπύρος.»

«Τώρα τι κάνουμε, ο Πάνος ήρθε;»

« Τώρα πάμε να αράξουμε στην παραλία. Για τον Πάνο μην αγχώνεσαι ήδη βρίσκεται εκεί»

« Ε… το πουλάκι μου όλη του η ζωή η παραλία»

Έτσι χαμογελαστοί και οι τρεις χωρίς να μάθει ο ένας λεπτομέρειες για τον άλλον ξεκινούν για να ανταμώσουν την δροσιά της θάλασσας. Τους αρκεί αυτό:  ότι είναι μαζί, ότι είναι στο νησί, τα άλλα θα τα πούνε στην πορεία, τώρα πια τέρμα οι βιασύνες, αρχίζει να δουλεύει το άλλο ρολόι, το ρολόι των διακοπών. Που δεν ξέρει ούτε τη ώρα είναι ούτε τη μέρα είναι. Οι μόνες επαφές με τον χρόνο  από δω και πέρα είναι οι εκφράσεις: «Πάμε ξημέρωσε», «που θες να πάμε μεσημεριάτικα?» «από τώρα θα βγεις ακόμα δεν νύχτωσε», όπως και η γκρίνια της κάθε μάνας «έτσι παιδί μου να έρχεσαι πρωί για να βλέπεις μη χάσεις τον δρόμο, Παναγιά μου θα με σκάσεις». Αφού έφτασαν στη θάλασσα, πριν προλάβουν να κοιταχτούν μεταξύ τους στα γρήγορα έκαναν την πρώτη βουτιά της ανακούφισης ,«αχ επιτελούς…» είπε ο Χρήστος και σκέφτηκε πως αδειάζει το μυαλό του μέσα στη θάλασσα. Το πρωί στην Αθήνα και τώρα εδώ. Του φαίνεται ήδη παλιό το γεγονός, ότι περίπου πριν εφτά ώρες χαιρετούσε τον πατέρα του και το βραστό καζάνι της πόλης.

«Στο «Γλάρο»…(στο μοναδικό μπαρ της παραλίας) κάθεται κόσμος κάτι έχει μαζευτεί,» Σχολίασε ο Χρήστος καθώς σκουπιζόταν με την ριγέ κόκκινη πετσέτα του.

« Έχει ξεκινήσει να έρχεται κόσμος μη ξεχνάς ότι σε δέκα μέρες μπαίνει ο Αύγουστος…»

Συνεχίζεται….

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.