«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 2ο Μέρος

20200223_181528

(Απολαύστε σήμερα το 2ο μέρος του μυθιστορήματος μας που θα ολοκληρωθεί σε 9 μέρη.)

«Το ρολόι δείχνει δώδεκα το μεσημέρι και ο Χρήστος μόλις ξύπνησε. Ο υδράργυρος έχει φτάσει στα ύψη, είναι αρχές Ιούλη και η Αθήνα ετοιμάζεται να κουνήσει το μαντήλι στα παιδιά της και με τη σειρά τους να τα υποδεχτεί ένα από τα όμορφα νησιά. Πριν τις καλοκαιρινές διακοπές, η πόλη βρίσκεται σε νυχτερινά αποχαιρετιστήρια ξεφαντώματα, ερωτικά ραντεβουδάκια με υποσχέσεις και φιλία για το φθινόπωρο. Ο φοιτητόκοσμος είναι αυτός που κρατά ακόμα σε εγρήγορση την νωχελική από την ζέστη Αθήνα, η οποία βράζει όπως και το αίμα της νεολαίας.

Στο δωμάτιο του Χρήστου τα σεντόνια ιδρωμένα, δίπλα του πεταμένα βιβλία, εφημερίδες, πουκάμισα, σώβρακα μια κατάσταση λες και έγινε πόλεμος. Τέσσερεις τοίχοι περιτοιχίζουνε αυτό το δωμάτιο και ο καθένας τους έχει κάτι να μας πει. Σ’ έναν από αυτούς, ορθώνεται η βιβλιοθήκη, γεμάτη με βιβλία της σχολής, τα ράφια γερμένα από το βάρος νομίζοντας ότι με την παραμικρή κίνηση θα πέσουν όλα πάνω σου. Στον άλλο, φωτογραφίες με τους φίλους του και τους γνωστούς του, εγκλωβίζοντας μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο τους στιγμές, από το παρελθόν αλλά και από το παρόν, για να μην υπάρξει η παραμικρή πιθανότητα να σβηστούν τα πρόσωπα και οι στιγμές από την μνήμη, με την πάροδο του χρόνου. Και άλλες φωτογραφίες, οι οποίες, όταν το βλέμμα πέφτει πάνω τους, σε βοηθούν να δραπετεύσεις από την τσιμεντούπολη και να σου θυμίσουν ότι υπάρχει ζωή και έξω από την Αθήνα, με ομορφιές και αρώματα που αναβλύζουν από τη φύση με το πράσινο της χρώμα, από τη θάλασσα και τις ακρογιαλιές της, από τα βουνά και τις πεδιάδες. Ένα δωμάτιο δύο επί δύο άλλα παράλληλα τόσο φορτωμένο που δε δίνει περιθώρια στο βλέμμα σου να ξεφύγει, να χαθεί. Σε ταξιδεύει όπου ο Χρήστος θέλει, είναι ο δικός του χώρος, με τα μυστικά του, που κανείς δε θα μάθει.

Απέναντι από το γραφείο του, ο τοίχος που στέκει ορθός μπροστά δε στολίζεται με εικόνες, έχει όμως και αυτός κάτι να μας ψιθυρίσει, «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει», γραμμένο με κόκκινα γράμματα.

Δευτεροετής φοιτητής στο τμήμα Νηπιαγωγών   του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Είναι, δεν είναι είκοσι χρονών. Καστανόξανθος με δασύ κοντό μαλλί, επιμελώς ατημέλητο, ήταν της μοδώς, πότε έτσι, πότε καρφάκια, αναλόγως την περίσταση. Όλα τα κεφάλια το ίδιο κούρεμα, το ίδιο χτένισμα, λες και βγήκαν ταυτόχρονα όλοι από τον ίδιο κουρέα, άλλο πάλι και τούτο… Το χρώμα των ματιών του δύσκολα να το διακρίνει κανείς, ήταν σχεδόν πάντα μισάνοιχτα, λες και την ημέρα τα εμπόδιζε ο ήλιος να τα ανοίξει, μα και την νύχτα έμοιαζαν με νυσταγμένα. Είχε την κοψιά του πατέρα του, παλικάρι, αλλά αν δεν άφηνε μούσι, όλοι θα λέγαν πως είναι καρμπόν η μάνα του, η Φωτεινή. Ο παππούς του χαριτολογώντας, έμπαιζε τον πατέρα του, λέγοντας του:

«  Ανδρέα, στον ύπνο σε έπιασε η Φωτεινή.»

Και να σου, από τη μια στιγμή στην άλλη το πρόσωπο της Φωτεινής έλαμπε. Τι σου είναι αυτοί οι γονείς…καμαρώνουν για τα παιδιά τους σαν γύφτικα σκεπάρνια.

«  Τι είναι αυτά που λες τώρα πατέρα, φτυστός ο Ανδρέας είναι ο Χρήστος μας, αφού εγώ, που τον γέννησα, πολλές φορές τον μπερδεύω. Και όπως και να χει, παιδί μας είναι, και από τους δύο έχει πάρει».

Διέκοπτε πάντα τοιουτοτρόπως η Φωτεινή, όπως κάθε Φωτεινή, η οποία σέβεται και αγαπά τον άνδρα της.  Παρόλο που το «δίκιο» είναι με το μέρος της, δεν επιθυμεί και ούτε θέλει να κοκορεύεται μοναχή της για το κανακάρη τους.

Την πόλη την παίζει στα δάχτυλα, παρόλο το νεαρό της ηλικίας του. Η Αθήνα δε χρειάζεται χάρτες για να τη μάθεις, όλοι μικροί και μεγάλοι οδηγούνται από τις μυρωδιές της, πότε άσχημες πότε όμορφες. Από τη μια γωνιά το καυσαέριο και η υγρασία, βαραίνουν το κλίμα, απ την άλλη μες τα σκοτάδια και τα φώτα των αυτοκινήτων, τη νύχτα, διακρίνεις χρήστες ναρκωτικών και πόρνες που νομίζουν πως προσφέρουν κοινωνικό αγαθό πουλώντας φθηνά το κορμί τους. Παρακάτω ξεχωρίζουν οι αλλοδαποί εργάτες που στην προσπάθεια να εγκλιματιστούν  άδικα φορτώνονται όλο το χάλι του συστήματος και των νταβατζήδων του. Έτσι συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια και θέλεις να τρέξεις, να αναπνεύσεις λίγο καθαρό αέρα, όσος έχει απομείνει. Ακολουθώντας τον ίδιο ταξιδιωτικό οδηγό, την όσφρηση σου, παίρνεις το δρόμο  πού οδηγεί στον Πειραιά, για να καταλήξεις κάπου εκεί στα βράχια της Πειραϊκής, στα στέκια των ναυτικών, των πρόσφατα ανέργων και όλων των παιδιών της θάλασσας. Εκεί είναι που θα πιεις καλό τσίπουρο θα φας καλό  μεζέ και θα   ανοίξει λιγάκι το βλέμμα σου αντικρίζοντας τη θάλασσα.

Αν όμως, υποθέσουμε ότι η όσφρηση σου σε απατά, πάλι δε χάνεσαι, η ακοή αποτελεί και αυτή με τη σειρά της μια πυξίδα. Κορναρίσματα, φωνές υποδηλώνουν και αυτές την τοποθεσία: Μοναστηράκι, Θησείο, τα οποία είναι τοποθετημένα στην καρδία του μαρουλιού. Όλοι στην αρχή θέλουν να το γευτούν, πέφτοντας απάνω του σαν τα κοράκια, προκαλώντας ηχορύπανση, η οποία χάνεται όσο προχωράς προς τα πάνω και συναντάς την Πλάκα. με  την Ακρόπολη από πάνω της να φαντάζει αγέρωχος φρουρός της. Γέρικη αλλά συνάμα επιβλητική.  Τι περίεργη πόλη! Γεμάτη αντιθέσεις η μια δίπλα στην άλλη.

Ο Χρήστος εδώ και ένα εξάμηνο δουλεύει σε ένα φοιτητικό μπαρ στο κέντρο, χαμηλά στη Σόλωνος. Μια βδομάδα πρωί, μια βδομάδα απόγευμα, για να προσθέσει λίγα παραπάνω χρήματα στο χαρτζιλίκι που του δίνει ο πατέρας του. Όσα όμως και να προσθέτει, υπόλοιπο δεν βλέπει. Καταναλώνεται γρήγορα σε ξενυχτάδικα, με συντροφιά τους συμφοιτητές του, κάνοντας τα γνωστά γούστα της ηλικίας: κεράσματα, καμάκια, πειράγματα σε γυναικοπαρέες χωρίς κανένα ηθικό φραγμό και ασφαλώς χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η κατάληξη σχεδόν πάντα η ίδια, με μικρές διαφοροποιήσεις στην ώρα. Αυτός και ο κολλητός του Αλέξης, στα σκαλιά της πολυκατοικίας που διαμένει . Να επιδίδονται σε μουσικές περιηγήσεις, τραγουδώντας διάφορους στίχους πότε λαϊκούς και πότε έντεχνους, ξυπνώντας τους γείτονες, από τα διπλανά διαμερίσματα, από τις φωνές και τα γέλια τους. Ένα χρόνο τώρα και τους έχουν μάθει όλοι στη γειτονιά.

« Άστα καημένε παιδιά είναι, εσύ δεν υπήρξες ποτέ παιδί;»

«Την επομένη θα φωνάξω την αστυνομία, δεν συμμορφώνονται με τίποτα. Δεν έχει και τελειωμό αυτή η μουσική δισκογραφία. »

Παρά τις επιπλήξεις των γειτόνων αυτοί το χαβά τους. Το πρωινό ξύπνημα έμοιαζε πάντα σαν αγγαρεία, με έναν πονοκέφαλο, που έλεγε να σπάσει το κεφάλι τους και να τους υπενθυμίζει τις βραδινές τους ατασθαλίες. Και μετά με το ζόρι στη σχολή, ακολουθώντας το γνωστό τρίπτυχο: καφές – άραγμα στο τραπεζάκι – μάθημα, μέχρι το πέρας των μαθημάτων. Δύο χρόνια τώρα, φθινόπωρο,  χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι, οι μέρες περνούν με την ίδια συχνότητα κάνοντας τα ίδια πράγματα και με την ίδια ακολουθία. Ευτυχώς όμως, παρά την άστατη ζωή του, ο Χρήστος δεν έμεινε  πίσω στα μαθήματα. Δεν είχε γίνει κανένα θαύμα, απλώς η πίεση και η γκρίνια της Φωτεινής και του Ανδρέα έβαλαν φρένο στα ξελογιάσματα της πλανεύτρας Αθήνας.

« Πέρασε όμορφα, ζήσε όσα θέλεις να ζήσεις, γλέντησε τη ζωή σου, αλλά μη ξεχνάς τις υποχρεώσεις σου…Κουράστηκες τόσα χρόνια για να μπεις στο πανεπιστήμιο και μαζί με σένα και εμείς. Και τώρα θα τα βροντήξεις όλα για ένα καπρίτσιο; Σύνελθε, αν τελειώσεις γρήγορα τη σχολή θα μπεις στο δημόσιο και θα έχεις μόνιμη δουλειά….»

στο δημόσιο και θα έχεις μόνιμη δουλεία….»

Αυτά, και μαζί με αυτά και άλλα, και άλλα…η Φωτεινή φρόντιζε να τον συνεφέρει και να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα, την οποία την περιστοίχιζε ένας κυκεώνας από υποχρεώσεις, όπου τα γλέντια και τα ξενύχτια απείχαν μίλια μακριά.

Τον Χρήστο όμως δεν τον απασχολούσε μόνο η καλοπέραση, είναι ακριβώς όπως και οι άλλοι νέοι στην ηλικία του. Προβληματίζεται για διάφορα˸  για το πτυχίο, για την επαγγελματική του αποκατάσταση και ασφαλώς για την Αεκάρα – για να μην ξεχνιόμαστε – διαβάζει πέρα από αθλητικές και πολιτικές εφημερίδες. Η αδικία που επικρατεί στην κοινωνία, με το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό και τις σφαγές που γίνονταν εις βάρος των λαών με τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, βρήκε τον Χρήστο μπροστάρη στα αντιπολεμικά συλλαλητήρια που διοργανώνονταν στη σχολή του από την νεολαία. Για τη στάση του αυτή δικαίως κοκορεύονταν στους υπόλοιπους συμφοιτητές του. Την χρονιά αυτή χάθηκαν από την άστατη νυχτερινή ζωή της Αθήνας. Οι μέρες περνούσαν με συζητήσεις και πολιτικές ζυμώσεις στη σχολή και μετέπειτα οι κουβέντες μεταφέρονταν στα ρακάδικα της πόλης με φίλους και συμφοιτητές πότε να συμφωνούν επί του θέματος και πάτε να διαφωνούν. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία μονοπωλούσε των συζητήσεων αλλά και τα θέματα της σχολής δεν τους άφηνε ανεπηρέαστους. Ο Χρήστος ήθελε να δείχνει σωστός και δίκαιος, ήξερε στις κουβέντες του να μην διαπληκτίζεται με τους υπόλοιπους και να κατευνάζει τα πνεύματα, όταν μετά τα δύο – τρία ποτηράκια κρασί η παρέα άρχιζε να διχάζεται και να ξεστομίζονται οι πρώτες βρισιές. Παράλληλα, είχε υιοθετήσει και ένα μάγκικο στυλ για να έχει πέραση στις κοπέλες, ασχέτως αν δεν του πήγαινε.

Το περιεχόμενο της σχολής του δεν τον αφήνει αδιάφορο. Παρόλο που ανήκει στους ελάχιστους άνδρες που επέλεξαν να μπουν στη σχολή, ανυπομονεί να την τελειώσει και να εργαστεί ως νηπιαγωγός. Η σχέση του με τα παιδιά ήταν εξ’ αρχής πολύ καλή. Ένα γέλιο τους, μια γκριμάτσα και αλλάζει αυτομάτως η διάθεση του. Tου αρέσει να παίζει μαζί τους και να σκαρφίζεται συνεχώς καινούργια παιχνίδια, κυρίως αυτοσχέδια για να τους κινεί το ενδιαφέρον και την προσοχή. Έχει τον τρόπο του να τα ηρεμεί όταν κάνουν σα θεριά ανήμερα. Τα παιδιά θέλουν αγάπη, φροντίδα και υπομονή, έλεγε πάντα στους άνδρες συμφοιτητές του όταν αγχώνονταν με την ιδέα της πρακτικής. Στην αγάπη του για τα παιδιά συνέβαλλαν τα ανίψια του, με τα οποία περνούσε ατελείωτες ώρες ξεγνοιασιάς τα καλοκαίρια στο νησί, φτιάχνοντας μαζί τους πύργους από άμμο στην παραλία. Το σκούρο μούσι του, τους προκαλούσε μια αίσθηση φόβου, αλλά μόλις τα πλησίαζε κάνοντας τους τον καραγκιόζη αυτά ξεχνούσαν για λίγο το φόβο τους και του αφήνονταν σε σημείο που άρχιζαν να βγαίνουν στην επιφάνεια οι περίεργες μυρωδιές από το εσωτερικό του παντελονιού τους. Τότε οι μικροί του φίλοι αντιλαμβανόμενοι την βρωμοδουλειά τους, σταματούσαν απότομα το παιχνίδι και τον κοιτούσαν με βλέμμα ζουλαπιού, εκλιπαρώντας για ένα χέρι βοηθείας.

Πολλές φορές πιάνει τον εαυτό του να κάνει σχέδια για το μέλλον, φαντάζοντας τη ζωή του ως νηπιαγωγός δουλεύοντας με αγάπη πάνω στο αντικείμενο του και βγάζοντας τα δικά του λεφτά.

Και φασούλι, φασούλι γεμίζει το σακούλι έλεγε.

Το πρώτο χρόνο ένα σπιτάκι, το δεύτερο ένα αυτοκίνητο…

« Και μετά ουρά τα κοριτσόπουλα από πίσω σου, ο πιο περιζήτητος γαμπρός Αθηνών και προαστίων θα γίνεις. Και το λάγνο βλέμμα σου, αυτό που το πάς.»

Τον διέκοπταν οι φίλοι του γελώντας.

Δεν έδινε όμως ποτέ σημασία στα λόγια τους, δεν ονειροβατούσε, γνώριζε τι εστί πραγματικότητα, την παρακολουθούσε διαβάζοντας εφημερίδες. Ο μισθός του νηπιαγωγού δεν φτάνει ούτε για τα κεραμίδια του σπιτιού που ήθελε να στεγάσει το όνειρο του, αλλά δε το έβαζε κάτω θα παλέψουμε έλεγε και στους φίλους του και στους συμφοιτητές του.

Όπως όλοι οι φοιτητές έτσι και ο Χρήστος περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας στη σχολή του. Το Πανεπιστήμιο πέραν από χώρος μάθησης και διδασκαλίας αποτελεί ένα μικρό αντίγραφο της κοινωνίας μέσα στο οποίο ο καθένας διαπλάθεται διαφορετικά. Για τα περισσότερα παιδιά η φοιτητική ζωή αποτελεί το πιο όμορφο κομμάτι της ζωής τους.  Εκεί γύρω στα δέκα οχτώ κόβεται ο ομφάλιος λώρος από την μάνα τους και το σπιτικό φαγητό, από τις συμβουλές και τα μη του πατέρα, γνωρίζουν νέους φίλους – νέες παρέες, οι εφηβικοί έρωτες παραχωρούν τη σκυτάλη σε νέα πρωτόγνωρα μονοπάτια, τα οποία είναι ποτισμένα με το άρωμα της γυναικείας και της ανδρικής σάρκας αντίστοιχα…

Ο Χρήστος είναι ενθουσιασμένος με το περιβάλλον του πανεπιστημίου. Έχει εξοικειωθεί με το χώρο, το έχει μάθει απ’ έξω και ανακατωτά. Η καφετέρια που στεγάζεται στο κτήριο της σχολής έχει γίνει το δεύτερο του σπίτι. Δεν χάνει χρόνο – όποτε αυτός του χαρίζεται – να συστήνεται σε καινούργια άτομα και να συζητά μαζί τους. Οι πρώτες συνεντεύξεις διαρκούν πολύ: ένας, δύο τρείς, μπορεί και τέσσερεις καφέδες, μέχρι να κατασταλάξει στα άτομα που θα απαρτίζουν την νέα του παρέα. Η αναζήτηση νέων φίλων δε σηματοδοτεί γι’ αυτόν και τον παραγκωνισμό των αδελφικών του φίλων από το νησί. Αυτοί αποτελούν και θα συνεχίσουν να αποτελούν ένα κομμάτι ξεχωριστό στη ζωή του που θα του θυμίζει τα πρώτα του βήματα, τις πρώτες σκανδαλιές, το νησί. Οι φίλοι από τη σχολή, ανήκουν στη σφαίρα της εφηβείας που θα έρθουν να συμπληρώσουν το πάζλ των φίλων για τον Χρήστο.

Έτσι, ο πρώτος κύκλος των συνεντεύξεων έκλεισε με επιτυχία. Ο Σωκράτης, ο Ζήσης και ο Αλέξης θα αποτελέσουν το παρεάκι του Χρήστου στη σχολή. Οι τέσσερεις φίλοι απαντούν και στο: Τέσσερα Μ, όπως τους αποκαλούσαν τα κορίτσια στη σχολή. Ο Μάγκας, ο Μινάρας, το Μπαόκι, και ο Μοδάτος.  Ο πρώτος που έδεσε μαζί του ήταν ο Σωκράτης από την Πάτρα, παιδί από τα λίγα…ξεχώριζε πάντα στην παρέα, για τα ανέκδοτα του και τις ιστορίες του. Του άρεσε αυτός ο τύπος γιατί μιλούσε για τον τόπο του, όπως μιλούσε και αυτός για το νησί Ατελείωτες ώρες περνούσαν οι δύο τους, πότε σε μεζεδοπωλεία, πότε στη μικρή γκαρσονιέρα του στο Παγκράτι. Όταν έσμιγαν οι δύο τους δίνονταν μάχη με τις ώρες για το ποιος θα πει τις περισσότερες ιστορίες.

Η μια ιστορία διαδέχονταν την άλλη,  συντροφιά πάντα με κρασί από το περβόλι του παππού του Σωκράτη στην Πάτρα, σε πλαστικό ποτηράκι. Ο Χρήστος τις περισσότερες φορές μπορεί να καθήλωνε την παρέα με τις δικές του ιστορίες, αλλά κάθε φορά που γέμιζαν το ποτήρι με κρασί η παρέα απομάκρυνε το βλέμμα της από τον Χρήστο και διακόπτοντας τον συνέχαιρε τον Σωκράτη για το άρωμα και τη γεύση του κρασιού του παππού του. Ο ίδιος κορδώνονταν και με ύφος έλεγε:

Έκαστος στο είδος του και ο μπάρμπα Σωκράτης στο κρασί. Όλη η Πάτρα από εμάς προμηθεύεται κρασί.

Και ο Ζήσης με τον Αλέξη από την Θεσσαλονίκη, δεν διέφεραν πολύ από τους άλλους δύο.  Φανατικοί και αυτοί για τον τόπο τους. Θεσσαλονίκη μου μεγάλη φτωχομάνα εσύ που βγάζεις τα καλύτερα παιδιά… σιγοτραγουδούσαν με προφορά, δηλώνοντας τον τόπο καταγωγής τους.

άντε ρε καρντάση, έλεγε ο Ζήσης στον Αλέξη, Παοκάρα και τα μυαλά στα κάγκελα…

«Ωραία μας τα λέτε παιδιά, καλή η Θεσσαλονίκη, καλός και ο ΠΑΟΚ, αλλά έχουμε και διάβασμα, θα ξεκινήσει η εξεταστική σε λίγο καιρό και έτσι που πάμε αντί για κρασί θα πίνουμε τον καφέ της παρηγοριάς.»

Διέκοπτε τις περισσότερες φορές τις εύθυμες νότες ο Σωκράτης.

Σχεδόν πάντα σε περίοδο εξεταστικής ήταν αγχωμένος και μαγκωμένος λίγο. Δεν μπορείς να πεις ότι  δε διασκέδαζε, αλλά κάπου εκεί στο τέλος της βραδιάς θυμόταν ότι έχει και διάβασμα και τους έδιωχνε από το σπίτι του κακήν κακώς.

« Μην αγχώνεσαι ρε  θα μας ξελασπώσει πάλι ο Ζήσης, με τη γοητεία και το βορειοελλαδίτικο ταπεραμέντο του. Κάτσε να πιούμε ένα τελευταίο και άσε στην άκρη τα διαβάσματα, και αύριο μέρα είναι.»

Με αυτόν τον τρόπο τον τούμπαρε κάθε φορά ο Αλέξης και συνέχιζαν την κουβέντα από εκεί που την είχαν αφήσει.

Ας ήταν καλά ο Ζήσης , ο σωτήρας τους στην εξεταστική. Δεν ήταν κανένας μελετηρός φοιτητής που κρατούσε σημειώσεις απ’ όλα τα μαθήματα, αντιθέτως. Ήταν όμως όμορφος με πράσινα μάτια που σε μαγνητίζουν και η ομορφιά είναι μεγάλο χάρισμα. Αυτό του το χάρισμα δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το διακρίνουν οι γυναίκες, πόσο μάλλον η Σόνια. Η Σόνια ήταν ένα από τα στελέχη της ΔΑΠ στη σχολή, η οποία προσέφερε τις φοιτητικές υπηρεσίες της: ελεύθερη είσοδος σε πάρτι, σημειώσεις, πρόγραμμα εξαμήνου – εξεταστικής, στους συμφοιτητές της, αφιλοκερδώς βέβαια. Το αντίτιμο ήταν μια ψήφος στις  φοιτητικές εκλογές, το γνωστό αλισβερίσι που γίνεται στα πανεπιστήμια. Το αντίτιμο αυτό δεν το πλήρωσε ποτέ ο Ζήσης, παρόλο που δεν έλεγε όχι στις υπηρεσίες της. Αυτόν δεν τον ήθελε πελάτη στις συναλλαγές της, αυτόν τον ήθελε για άλλα πράγματα…

«Σε έχει φτιάξει για τα καλά η Σόνια φιλαράκο, , μη την κάνεις όμως και σε μας όπως στην Σόνια, όλο μέλι μέλι και τηγανίτα τίποτα.»

Του έλεγαν οι άλλοι τρείς

« Τι λέτε δε σας πιάνω… εμένα μη με

ανακατεύεται με αυτά εγώ είμαι νηπιαγωγός. Όσο αφορά τις σημειώσεις, παράπονο δε έχετε, σωστά;»

Έλεγε ο Ζήσης, και να σου τα γέλια στην παρέα, καθώς έπιναν το τρίτο καραφάκι, στην αρχή του πεζόδρομου στο Θησείο, αριστερά απέναντι από τις τρέντυ καφετέριες. Τις σνόμπαραν, εμείς ακούμε μουσικές έλεγαν…αλλά έριχναν αραιά και που κανα βλέφαρο απέναντι μπανίζοντας καμιά τρέντυ φοιτητριούλα, η οποία έκανε ότι κάπνιζε, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό λες και περίμενε να πέσει καν αστέρι μεσημεριάτικα.

Ο Χρήστος μόλις είχε χωρίσει με την Κατερίνα και τα πειράγματα από τους άλλους έδιναν και έπαιρναν. Η Κατερίνα ήταν αυτή που έδωσε τέλος σε αυτή την ολιγόμηνη σχέση, γεγονός που δεν ενόχλησε ιδιαίτερα τον Χρήστο, τον έβγαλε θα λέγαμε καλύτερα από την δύσκολη θέση. Από τα πρώτα ραντεβού είχε καταλάβει ότι η σχέση αυτή θα έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Η Κατερίνα δεν ήταν από τα κορίτσια που μπορείς να κάνεις όνειρα  και σχέδια μαζί τους για το μέλλον, τα μόνα σχέδια που μπορούσες να κάνεις μαζί της ήταν για το που θα πάνε βόλτα για ποτό, τι ρούχα θα βάλει την επομένη…Καλό κορίτσι αλλά θύμα του καταναλωτισμού, της μόδας και της μεγάλης ζωής που πλασάρουν τα περιοδικά που διαβάζει, αυτή και οι φίλες της. Η σχέση τους δεν είχε θεμέλια ούτε περιεχόμενο και η Κατερίνα δε κουνούσε το δαχτυλάκι της γι’ αυτό, δεν είχε καμιά άλλη έγνοια παρά το life and style και έδειχνε να το χαίρεται. Σε αντίθεση με τον Χρήστο που τον ενοχλούσαν τέτοιου είδους αντιλήψεις, επιφάνεια τα έλεγε όλα αυτά και πολλές φορές οι κουβέντες τους κατέληγαν σε τσακωμό.

Ο Χρήστος είχε μια διαφορετική αντίληψη για τα πράγματα, δεν του άρεσε να ονειροβατεί, ήταν προσγειωμένος αλλά συνάμα ρίσκαρε δεν ήταν μουρόχαυλος. Μετρούσε πάντα τις δυνάμεις του και συνέχιζε με τις προσδοκίες του, δε φοβόταν να υπερβεί τα όρια του, αλλά δεν έφτανε και στο έσχατο. Σιχαινόταν την επιφάνεια, και γνώριζε πολύ καλά, ότι όταν είναι να δώσει θα δώσει και θα δοθεί με όλη του την ψυχή, δε θα λυπηθεί, δεν θα μετρήσει. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε συνείδηση το τι έκανε. Ο έρωτας, οι σχέσεις δεν ήταν γι’ αυτόν κάτι το τετριμμένο, αλλά κάτι το διαφορετικό δεν είχε ακόμη δώσει ερμηνεία παρά μόνο σημάδια, όπως να την βλέπεις και να σου κόβονται τα γόνατα, να την ακούς και να αγγίζει τα βάθη της καρδίας σου, να μην βαριέσαι, να κάνεις έρωτα μαζί της και να νοιώθεις ότι βρίσκεσαι σε μια άλλη διάσταση πλημμυρισμένος με αρώματα του πάθους. Το γυναικείο φύλο το θαύμαζε και το μελετούσε προσεχτικά, καταλήγοντας στα εξής συμπεράσματα: Υπάρχουν γυναίκες έλεγε που είναι ρηχές και δεν μπορούν να δώσουν τίποτα άλλο από αυτό που φαίνεται ομορφιά και νάζι, σύμφυτο με την γυναικεία φύση και καθόλου μυστηριώδες, στην κατηγορία αυτή άνηκε το Κατερινάκι. Υπάρχουν όμως και γυναίκες νεράιδες που  προκαλούν του άνδρες και τους θέλγουν, αναπαριστούν την ιδανική και τρομακτική θηλυκότητα. Γυναίκες που δε ζήτησαν ποτέ τίποτα, έχουν όμως τον τρόπο τους να τους κάνεις το χατίρι, γιατί σε έχουν πλανέψει και τις έχεις συνέχεια στο μυαλό σου. Μια τέτοια γυναίκα μυστηριώδης, με την οποία η κάθε μέρα θα μοιάζει διαφορετική, γεμάτη…

«Νεραιδόσκονη που θα την ρίξει επάνω σου και θα σε πάρει μακριά, μακριά, μακριά…» Κάπως έτσι τον διέκοπταν οι φίλοι του, χωρίς να μπορέσει να ολοκληρώσει την περιγραφή της γυναίκας που ονειρεύονταν και θα τον έκανε ιππότη της.

Οι ρομαντικές εξάψεις του, οι οποίες γίνονταν ακόμα πιο έκδηλες τα καλοκαίρια, έδωσαν υλικό για πειράγματα στους φίλους του. Τρελάθηκε όταν βρήκε ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου του ένα σκίτσο, ζωγραφισμένο από τον Αλέξη, να τον αναπαριστά ως πρίγκιπα καβάλα σε ένα άλογο, με συννεφάκια από πάνω του, καρδούλες και να χαζοκοιτά μια νεράιδα που αντί για κεφάλι είχε ένα ερωτηματικό.

Ο Χρήστος στρέφοντας  το κεφάλι του από την άλλη μεριά δείχνοντας ενοχλημένος, δεν άφησε  ασχολίαστο το ταλέντο του φίλου του.

«Ιδιοφυές … αφού κάνεις τόσο καλά σχέδια                                                                                                                                                                                                                                                                      δεν σχεδιάζεις και τον ΠΑΟΚ να σηκώνει το κύπελλο για   φέτος…»

Όλα δείχνουν ότι έχουν πάρει τον δρόμο τους για να πέσουν οι τίτλοι τέλους της φετινής φοιτητικής χρονιάς. Το αποχαιρετιστήριο πάρτι στη σχολή, στο αμφιθέατρο ΑΒ13 έρχεται να σφραγίσει τη χρονιά αυτή, η οποία φάνταζε για πολλούς μακρινή. Σε καμία όμως περίπτωση δε μπορεί να σφραγίσει σε ένα κουτί, σαν επτασφράγιστο μυστικό, τα αποτελέσματα της εξεταστικής, τα οποία ήταν ήδη αναρτημένα στο πίνακα ανακοινώσεων στη γραμματεία της σχολή. Για κάποιους ο πίνακας αυτός είχε καλά μαντάτα για άλλους όμως όχι, υπήρχαν όμως και μια κατηγορία νέων που αδιαφορούσε για τα ψηφία που ήταν γραμμένα πάνω του, γι’ αυτούς μόνο τέσσερα ψηφία είναι χαραγμένα στη μνήμη τους 16/7 It’ s PARTY TIME.

Η νύχτα έχει πέσει για τα καλά  οι μουσικές ηχούν σ’ όλη την πανεπιστημιούπολη κόσμος πάει κι έρχεται .Έτσι γίνεται ούτως η άλλως σ όλα τα μεγάλα γεγονότα της σχολής Η μουσική μας πάει πίσω δέκα δεκαπέντε χρόνια και παίζει τα κλασικά 90s. Και, όπως η θάλασσα ενώνει ή χωρίζει τους ανθρώπους και γίνεται σκαλί από το σήμερα στο αύριο, έτσι και η αποψινή μουσική ανακατεύοντας με δεξιοτεχνία τη δισκογραφία , έδινε την αίσθηση ενός θαλασσινού ταξιδιού μέσα στη ρευστή κλίμακα του Χρόνου

Η σχολή πλήρως μεταμφιεσμένη. Η είσοδος της που τα πρωινά δεν έβλεπες τι καιρό έχει από τις αφίσες που την κοσμούσαν: «Για να κάνουμε το όραμα έργο ΔΑΠ ΝΔΦΚ» ή ακόμα πιο… ποιητικά: «Με οδηγό τη φαντασία, με πάθος για την αλλαγή ΠΑΣΠ» , απόψε έδινε την εντύπωση ότι βρισκόσουν στις Κάννες. Στο κόκκινο χαλί, που λαμπερές γυναικείες παρουσίες, το διασχίζουν κλέβοντας τις εντυπώσεις.

Η παρέα κοντοστέκεται έξω από την είσοδο. Τον Χρήστο δεν τον αγγίζουν οι αιθέριες υπάρξεις, οι οποίες τον προσπερνούν στο διάβα τους. Πίσω από το βαριεστημένο ύφος του μοιάζει να βρίσκεται σε εγρήγορση, σαν σκηνοθέτης σε γύρισμα. Στο μυαλό του στριφογυρνάμε οι εικόνες των τελευταίων λεπτομερειών, ψώνια, τηλέφωνο τους φίλους στο νησί, την γιαγιά και τον παππού…και όλα αυτά  που κουβαλάμε στο μυαλό μας, ο καθένας ξεχωριστά κάθε καλοκαίρι σκέφτηκε, και πριν ακόμα ολοκληρώσει την σκέψη του και μετά από παρακίνηση του Ζήση, το μετανιώνει.

«Τι του ‘χω εγώ;»

Ο φίλος του, ίδιος και απαράλλακτος. Εφοδιασμένος με ένα μπουκάλι βότκα κρυμμένο στο μικρό, φθαρμένο από τον χρόνο, σάκο του, που κουβαλούσε στην πλάτη του, λες και είναι κανένα σχολιαρόπαιδο.

Σα σπείρα ήταν μαζεμένοι και οι τέσσερις τους, έτοιμοι να εισβάλουν στο στόχαστρο τους. Το σχέδιο  κρούσης στις ανυποψίαστες φοιτητριούλες έμπαινε σε δράση δίνοντας το σύνθημα ο αρχηγός, που δεν μπορούσε να ήταν άλλος, πέραν του Σωκράτη.

« it’ s party time.»

Και με χορευτικές κινήσεις κάνει νεύμα να τον ακολουθήσουν.  Μην χρονοτριβείτε, έχουν ανάψει τα αίματα μέσα.

« Προχώρα εσύ και ερχόμαστε. Τι φοβάσαι μήπως χαθούμε; και να θέλαμε να σε χάσουμε,  το βλέμμα μας είναι καθηλωμένο πάνω σου.»

Μια τέτοια πανδαισία χρωμάτων, σπάνιο να μην την διακρίνεις. Γύρω, γύρω θάλασσα στη μέση ένας κήπος. Τι είναι;

Ο Σωκράτης, ο οποίος ξεχώριζε από τους άλλους στο ντύσιμο του. Είχε το δικό του πρωτότυπο στυλ, του άρεσε να παίζει με τα χρώματα και να τολμά. Έτσι και απόψε. Μια λαχανί βερμούδα σκέπαζε ελαφρά τα παχουλά πόδια του συνδυασμένη με γαλάζιο του ουρανού πουκάμισο και από κάτω κάτι ανάλαφρο και καλοκαιρινό, σαγιονάρα φυσικά. Θύμιζε κάτι σε πράκτορα του FBI στην Λατινική Αμερική. Με βλέμμα τάχατες συνετού πολιτικού που συνιστά ψυχραιμία, λίγο πριν την θύελλα που είναι έτοιμη να πάρει οτιδήποτε βρει στο πέρασμα της.

Έτσι είναι αυτή η σχολή με τα κακά της και τα καλά της. Την μια σε σηκώνει ψηλά… σαν βασιλιάς σε κάστρο να ρεμβάζεις την περατσάδα με τις αιθέριες υπάρξεις που κυκλοφορούν… και την άλλη … να σε ρίχνει στα τάρταρα, όταν η μόνη γυναικεία φωνή που ακούς σε μια σχολή με χιλιάδες σειρήνες είναι η φωνή της κυρά Λένης της καθαρίστριας να σου λέει « σπίτια δεν έχετε εσείς, τελείωσαν τα μαθήματα για σήμερα.»

Η αμφιθεατρική αίθουσα, η οποία καθημερινά θύμιζε εκκλησία που στον ρόλο του παπά η καθηγήτρια να ψέλνει το δικό της τροπάρι: για την Maria Montessori και τους μακροχρόνιους πειραματισμούς της, για το «Σπίτι του παιδιού», για το σύστημα αγωγής σύμφωνα με τις παιδαγωγικές και ψυχολογικές αρχές… και οι φοιτητές ως πιστοί να παρακολουθούν το κήρυγμα, άλλοι με αφοσίωση και άλλοι για το καθώς πρέπει. Τώρα  η αίθουσα αυτή  έχει μετατραπεί σε American Bar . Χαμηλός φωτισμός, το αλκοόλ να ρέει άφθονα και ο Dj, ψηλός και αδύνατος, που είχε στήσει το ηχοσύστημά του δεξιά από την θέση του καθηγητή, δυνάμωνε τα ντεσιμπέλ και οι φοιτητές λικνίζονταν στους ρυθμούς του. Ο καπνός των τσιγάρων είχε σπάσει την μυρωδιά της κιμωλίας και οι φιγούρες των διασκεδαστών σκιαγραφούνταν στους τοίχους μέσα από το blue light σαν τους σατύρους που γιόρταζαν τον Διόνυσο, τον θεό τους, με κρασί και χορό.  Οι διάφοροι φωτισμοί του χώρου ανά δευτερόλεπτο σου παρουσιάζουν την έκταση – το ύψος και τις γωνίες του αμφιθεάτρου. Η αμφιθεατρική του κατασκευή έδινε μια άλλη φιλοσοφία στο χώρο, λες και βρισκόσουν σε αρχαίο θέατρο, αλλά από χωρητικότητα υστερούσε τα μάλα όπως θα έλεγαν και οι αρχαίοι υμών πρόγονοι.. Να ήταν μόνο η χωρητικότητα…όπως και στην κοινωνία, έτσι και στο πανεπιστήμιο το φαίνεσθε απέχει πολύ από το είναι…εικόνα και μόνο εικόνα, φιγούρα και μόνο φιγούρα…καλή η εικόνα του αρχαίου θεάτρου αλλά από περιεχόμενο σκέτη τραγωδία, φοιτητές στοιβαγμένοι στα διαζώματα των αιθουσών, παιδεία επί πληρωμή, διαμονή και σίτιση με το υστέρημα των γονιών του καθενός. ’Οσο για την έννοια της επιστήμης; ξεχάστε το, ή θα τη βρεις κομματιασμένη σε δόσεις ή με βάση της ορέξεις όλων των νταβατζήδων της παιδείας ή και τα δύο μαζί.     Και όλα αυτά αν είχαν προοπτική χαλάλι το παίδεμα. Τα ίδια παντελάκη μου τα ίδια παντελή μου….οι γονείς πληρώνουν τώρα τα σπασμένα της παιδείας, οι γονείς θα πληρώνουν αύριο τα σπασμένα της ανεργίας.

Ο Χρήστος με δεξιοτεχνία και χωρίς να τον ψυλλιαστούν οι άλλοι τσιμπάει από τον σάκο του Ζήση  ένα ποτηράκι και το φουλάρει. Η πρώτη γουλιά καίει ελαφρά τον οισοφάγο και καθ’ αυτόν τον τρόπο ξεκινάει το πρώτο στάδιο της προθέρμανσης,  κουνώντας ελαφρά τις πλάτες του.

« Δεν είναι και άσχημα τελικά, η βραδιά έχει καλές προδιαγραφές να εξελιχθεί σε κάτι το μοναδικό.»

Και ελίσσεται σαν αίλουρος στο διπλανό πηγαδάκι, το οποίο απαρτίζεται από κοπέλες της ηλικίας του.

« Δύσκολη χρονιά φέτος, τα υποχρεωτικά αυξήθηκαν, το ίδιο και οι ώρες πρακτικής» παρατηρεί μια συμφοιτήτρια του.

«Περασμένα ξεχασμένα! Άλλες κουβέντες τώρα! τι λένε  τα σχέδια για το καλοκαίρι;»

«Έχεις να προτείνεις κάτι;»

Και εκείνη την στιγμή διάχυτα συναισθήματα περιτριγυρίζουν τον Χρήστο. Καταρχήν κοκκινίζει, ασπρίζει, αλλάζοντας χίλια χρώματα, μα ταυτόχρονα προσπαθεί να σκεφτεί μια κίνηση ματ που θα παγιδεύσει στο έδαφος του την βασίλισσα.

«Όρμα μεγάλε.»

Μια φωνή ηχεί και παγώνει την σκέψη του      όπως και τα βλέμματα των κοριτσιών.

«Εεε…λοιπόν κορίτσια τα λέμε αργότερα.»

Με βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω, μη μπορώντας να τις κοιτάξει στα μάτια από την ντροπή του, συνεχίζει λέγοντας

« Τι να κάνουμε έχω γίνει περιζήτητος σήμερα»

Καθόλου πετυχημένο το επιχείρημα του για να αφήσει την παρτίδα σκάκι που είχε ξεκινήσει στην μέση. πάντα υπάρχει και ένας αστάθμητος παράγοντας, που στην προκειμένη περίπτωση είχε όνομα, Σωκράτης.

Και ταυτόχρονα γυρνά στην παρέα του και απολογείται σαν να είχε πράξει το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής του.

«Βασικά, δηλαδή……»

« Ρε άσε τα βασικά και τα δηλαδή. Το πόσο μαλάκες είμαστε, δέχεται ερμηνεία;»

«Τι έπαθες ρέ; Ήπιες και δεν ξέρεις τι λες μου φαίνεται»

«Δε νομίζω να φταίει το ποτό το δικό μου, που με το πρώτο πείραγμα πιάστηκες σαν ποντικός στη φάκα και άφησες το κυνήγι σου να το γευτούν άλλοι… μα να ‘μαστε σε μια σχολή με τόσες γυναίκες και αντί να έχουμε τον ρόλο του πασά, παίρνουμε τον ρόλο της κουβερνάντας. Λίγο θάρρος ρε παιδιά. Ναι! Θάρρος και αυτοπεποίθηση. Πως το επιτρέπουμε στον εαυτό μας να καμακώνουν οι μηχανικοί στο πολυτεχνείο, που στο πολυτεχνείο σκέτη ξεραΐλα  και μείς σε πεδιάδα τίποτα.»

Και συνεχίζει ο ρήτορας Σωκράτης ‘’Περί Καμακικίς’’ γεμάτος ειρωνεία:

« Έρως ανίκητε μαχών…τα κορίτσια είναι σαν τα τριαντάφυλλά αν τα ποτίζεις με αγάπη… κάτσε ρε μινάρα Ζήση και εσύ και εγώ και ο Αλέξης να ακούμε και άλλες τέτοιες αμπελοσοφίες περί έρωτος από τον Χρήστο και θα δούμε γυναίκα την δευτέρα παρουσία.»

Εκείνη την στιγμή ο Σωκράτης σώπασε απότομα. Μια γυναίκα υψηλού κινδύνου, όπως θα έλεγε ο ίδιος, πέρασε από μπροστά τους. Ο  Θεός της τα είχε δώσει όλα απλόχερα, μα εκεί που υπέρβαλλε ήταν το στήθος της. Το βλέμμα της απειλητικό, τα κουνήματα της προκλητικά, κυριολεκτικά ήταν έτοιμη για όλα.  Και οι τρείς με το ίδιο βλέμμα – σα σκυλιά έξω από χασάπικο –  κοιτάνε άφωνοι.

Καθώς η ώρα περνούσε και το παραγάδι είχε απλωθεί από νωρίς ούτε σαλιάρες δεν είχαν πιαστεί στ’ αγκίστρι. Το φως τρεμόσβηνε, σαν να θέλει να σφυρίξει το πέρας, μετά από τόση ώρα ψαρέματος, όπως και το αριστερό μάτι του Χρήστου, το οποίο μισόκλεινε σχεδόν πάντα όταν μεθούσε.

Ο Χρήστος έχει αράξει στο κάθισμα της πρώτης σειράς ακουμπώντας το ποτό ανάμεσα στα πόδια του μιας και θρανίο δεν υπάρχει. Με την παλάμη ακουμπισμένη στο πρόσωπο του, δείχνει ότι σκέφτεται. Θυμάται την πρώτη φορά που μπήκε σ’ αυτή την αίθουσα. Ως πρωτοετής πρωταρχικό του μέλημα ήταν να βρει την αίθουσα διδασκαλίας και να παρακολουθήσει Παιδαγωγική 1,  δεν είχε μάθει ακόμα το τραπεζάκι, αυτά έρχονται με την τριβή, όπως λέει τώρα στους μικρότερους.

Μερικοί το λένε de j’ avouez κι όμως οι διαφορές είναι αισθητές αν το καλοσκεφτείς μόνο τα αντικείμενα είναι τα ίδια σαν να σε περιμένουν και εσένα και εμένα και τον καθένα. Τα συναισθήματα. Αυτά! ναι αυτά κάνουν την διαφορά.

Στην ίδια αίθουσα που σήμερα γίνεται το πάρτι ο Χρήστος, με τζίν παντελόνι και φούτερ μπορντό Fruite of the Loom, πριν ένα περίπου χρόνο έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως gust star, αφού συμπεριλαμβάνονταν στην μειοψηφία των ανδρών που παρακολουθούσαν την σχολή.

«Να μας ήρθε και άλλος ένας. Έλα μέσα μη φοβάσαι σε περιμένουμε»

Είπε η καθηγήτρια με ύφος καλοσύνης, για να τον προτρέψει να μπει μέσα και να μην οπισθοχωρήσει, άλλα και με ύφος υποτίμησης, γιατί ο καθηγητής έχει τον τελευταίο λόγο, έτσι είθισται στην εκπαίδευση από αρχαιοτάτων χρόνων, «τον παπά και τον δάσκαλο να συμβουλευτείς», αυτό ηχούσε και αυτό ηχεί και στις μέρες μας.

Ο Χρήστος είχε αργήσει και φυσικά η καθηγήτρια δεν τον περίμενε για να ξεκινήσει την παράδοση. Ψαρωμένος μέχρι αηδίας και γεμάτος ντροπή, ζήτησε συγνώμη και προχώρησε με βιαστικές κινήσεις προς τα έδρανα μήπως και βρει καμιά θέση κενή, για να κρύψει την ντροπή του.  Αναθάρρησε κάπως όταν μέσα σ’ αυτό το σμήνος με τις μέλισσες διέκρινε και πέντε – έξι κηφήνες.

Τι σύμπτωση… στο ίδιο μέρος που κάθεται σήμερα χαλαρός και μούσκεμα στον ιδρώτα από την ζέστη και τα χνώτα των φοιτητών…στο ίδιο μέρος  και τότε ακούμπησε το βρεγμένο στις άκρες, από την μουσκεμένη παλάμη του, τετράδιο, με ένα στυλό bic καρφωμένο πάνω σε αυτό, το οποίο ήταν στο τσακ να του πέσει από τα χέρια και να γελάσει για δεύτερη φορά το αμφιθέατρο.

«Τι έπαθες ρε, κώλυσες;»

Τον επαναφέρει ο Ζήσης στο σήμερα, πριν καλά   καλά ολοκληρώσει την αναπόληση του.

«Πες το…τι έγινε;»

« Μια ώρα σου μιλάω θα φύγουμε;»

«Οι άλλοι που είναι;»

«Ο Αλέξης έφυγε, ο Σωκράτης είναι έξω και μας περιμένει…»

« Ε άντε πάμε.»

Ξεκίνησαν και οι τρεις για το σπίτι του Σωκράτη στην οδό Φρύνης, στο Παγκράτι. Η ώρα περασμένες τέσσερις και οι τρεις φίλοι αφού έβαλαν να πιουν από το φημισμένο κρασί του παππού του Σωκράτη από την Πάτρα, που καλύτερη διαφήμιση δεν έχει κάνει ούτε ο Μπουτάρης για την γκάμα του… πιάνουν κουβεντολόι για τις περιβόητες διακοπές του καθενός. Δεν συζητούν για το φλέγον θέμα της βραδιάς: κορίτσια, ντύσιμο, ατάκες, μπουτάκια και αρώματα όπως θα έλεγε ο Αλέξης, αυτοί το χαβά τους. Ακούγοντας τους, θα  αναρωτιόταν κανείς, αν πρόκειται για τοπικιστές ή συναισθηματικά δεμένους για τον τόπο τους; Μάλλον και τα δύο, αλλά στην προκειμένη περίπτωση λιγάκι διαφορετικοί, έως υπερβολικοί. Ο ένας κάνει στον άλλον ξενάγηση του τόπου του χωρίς βέβαια να παρευρίσκονται εκεί. Τι σημασία έχει αφού πολλές φορές τα λόγια, οι λέξεις και οι ιστορίες γεμίζουν και τα πιο αφιλόξενα μέρη, τα μέρη που η φύση δεν τα προίκισε με τις ομορφιές τις αλλά φημίζονται για την καλοσύνη των κατοίκων τους και την φιλοξενία τους.

Και το debate των εντυπώσεων, δεν έχει τέλος, μα και ποιος να  βάλει τέλος, ο συντονιστής απουσιάζει ή μάλλον καλύτερα είναι περιττός, αφού οι υποψήφιοι για το βραβείο των καλύτερων διακοπών έχουν βάλει μοτεράκι στην γλώσσα τους και έχουν κόψει τα φρένα στις σκέψεις τους, εικόνες, ιστορίες, ατάκες εντυπωσιασμού όλα ανεξέλεγκτα. Βέβαια σε αυτό βοηθά και η ώρα και ο οίνος.

«Η βόρεια Ελλάδα είναι η καλύτερη…»

« Όχι η Πελοπόννησος είναι πιο καλή.»

«Ότι λάμπει δεν είναι χρυσός, δε το μάθετε αυτό στο σχολείο; Είδατε θάλασσα και αναθαρρήσατε, για να το μαζεύουμε. Λοιπόν για τη φημίζεται η Ελλάδα; Θα σας πω εγώ, γιατί μάλλον η κοπάνα είχε την τιμητική της στο μάθημα της γεωγραφίας. Και συνεχίζω η καλύτερη διαφήμιση για την χώρα μας δεν είναι ο μουσακάς της ούτε ο πύργος ο Λευκός για μερικούς, είναι τα νησιά της, που μαζί με αυτά συνεπάγονται τουρίστριες, ιστιοπλοϊκά, πολύ ψάρι, χρυσαφένιες παραλίες…»

Από τα λεγόμενα  του, και μετά το μάθημα προς τους συνομιλητές του, ο Χρήστος είναι ο επικρατέστερος για το όσκαρ καλύτερες διακοπές. Βέβαια το παράδοξο είναι ότι τα στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Χρήστος στην αντιπαράθεση του, για να διαφημίσει το νησί του, είναι αυτά που θα αποστομώσουν τον συναγωνιστή αλλά δεν είναι αυτά τα οποία συγκινούν τον ίδιο. Παρά την επιχειρηματολογία του, ποτέ δεν έδινε σημασία για τους τουρίστες, τα κότερα το καλό φαγητό. Αυτό που έκανε το νησί του να φαντάζει στο μυαλό του μοναδικό και να του δίνει δύναμη να το εκθειάσει στους γύρω του ήταν οι όμορφες στιγμές που περνούσε με την παρέα του, οι αναμνήσεις του δηλαδή, οι ρίζες του που έρχονται και ενσαρκώνονται στο νησί αυτό, χρόνια τώρα. Η φυσική ομορφιά του νησιού αποτελεί τα σκηνικά, τα κουστούμια και γενικά τα κατά ποσόν μέρη που χρησιμοποιεί ένας σκηνοθέτης στα γυρίσματα του. το δέσιμο με τους φίλους από το νησί, από τον καιρό που ήταν μαζί στην διπλανή κούνια, από τις βόλτες και τις περατζάδες που έκαναν όλα αυτά τα χρόνια, οι σκανταλιές τους αποτελούν το σενάριο, ενώ ο τρόπος που εκφράζονται και τα περνούν τα πρόσωπα σε σένα αποτελούν τα κατά ποιον μέρη του έργου και τα πλέον σημαντικά.

Τραγελαφικό θα χαρακτήριζε κανείς το πώς τους βρήκε το πρωινό της επόμενης μέρας. Ο Σωκράτης χυμένος στο ντιβάνι του, κειμήλιο των διακοπών του σε μικρή ηλικία, να ροχαλίζει με το στόμα ανοιχτό και ο Ζήσης σχεδόν αγκαλιά με το Χρήστο, ένα πλευρό τους χώριζε από την εικόνα της παρεξήγησης, στον απέναντι καναπέ. Στο πάτωμα, τα σύνεργα του εγκλήματος, ένα πλαστικό μπουκάλι νερού μισοάδειο ή μισογεμάτο κρασί και δίπλα του τρία πλαστικά ποτήρια άδεια, ξεφτισμένα στις άκρες, και ένα τασάκι γεμάτο γόπες έτοιμες να τους δαγκώσουν. Τη σιγή του ύπνου του βαθύ διέκοψε η οχλοβοή στον δρόμο, που την προκάλεσε ένα τρακάρισμα, εκεί γύρω στις εντεκάμιση που συνέβη ακριβώς στον κεντρικό δρόμο, που βλέπει το παράθυρο του σαλονιού του Σωκράτη.

Οι τρεις φίλοι πετάχτηκαν, λες και σήμανε  το στρατιωτικό εγερτήριο σάλπισμα για να εξέλθουν οι φαντάροι από τον θάλαμο, να δώσουν αναφορά. Μόνο που εδώ δεν θα έδιναν αναφορά αλλά θα ζητούσαν εξηγήσεις.

«Τι έγινε ρε;»

« Ξέρω εγώ.»

«Σωκράτη βγες στο μπαλκόνι να δεις.»

«Ελάτε δύο αυτοκίνητα τράκαραν στο ίσωμα.»

« Είναι καλά ;»

« Κάτσε περίμενε να δω…καλά είναι βγήκαν και οι δύο οδηγοί έξω και ο ένας βρίζει τον άλλον»

«Αφού δε χτύπησε κανένας πάλι καλά να λες. Έλα μέσα να φτιάξεις καφέ.»

Ο Σωκράτης, σιωπηλός και σοκαρισμένος από αυτό το αναπάντεχο ξύπνημα, πήγε μέσα στο κουζινάκι και μονολογούσε…

« Μα τι διάολο στο ίσωμα…Ποιος να έφταιγε άραγε… μάλλον το Suzuki πρέπει να παραβίασε το stop.»

Αφού ετοιμάστηκαν τα καφεδάκια, ο καλύτερος σύμμαχος για το πρωινό ξύπνημα, άρχισαν να τα πίνουν, αλά παλαιά με τον απαιτούμενο θόρυβο, τον οποίο δύο τινά μπορεί να τον προκάλεσαν ή ψαρόσουπα ή ελληνικός καφές. Το τρακάρισμα είχε περάσει στην σφαίρα του παρελθόντος και οι τρεις φίλοι απολάμβαναν το καφεδάκι τους.

« Πότε θα φύγεις τελικά Χρήστο, για τον επίγειο παράδεισο σου;  κατά τα λεγόμενα σου, για να μην ξεχνιόμαστε.»

« Μεθαύριο ή το Σάββατο, από την μάνα μου εξαρτάται. Θα φύγουμε μαζί αλλά προηγουμένως θέλει να κάνει μερικά ψώνια. Τώρα που το σκέφτομαι έχω αφήσει και εγώ στην άκρη κάποιες αγοραστικές εκκρεμότητες. Άντε να ξεμπερδεύω και με αυτές και να  φύγω και εγώ επιτέλους. Σας βαρέθηκα και εσάς και την Αθήνα. Θα πάω στο νησί φίλε ενάμιση μήνα, να ησυχάσω, να αδειάσω και να γεμίσω μπαταρίες. Έχει θολώσει το μυαλό μου εδώ και η ζέστη δε βοηθά καθόλου.»

«Τι θα αγοράσεις;»

« Τίποτα σημαντικό, τα απολύτως απαραίτητα για την τσάντα των διακοπών. Κάνα δυο μπλούζες, τις έχω ήδη σταμπάρει σε ένα μαγαζί στην Ερμού και μαγιό, έχω το ίδιο δύο χρόνια.» Το καλοκαίρι είναι η μόνη εποχή που δεν απαιτεί ιδιαίτερη ενδυμασία. Μαγιό, καπέλο, σαγιονάρα, παραλία και να ρεμβάζεις την θάλασσα.

«Θέλεις να έρθεις μαζί μου να ψωνίσω γιατί βαριέμαι μόνος μου; »

«Έχεις σκοπό να ξοδέψεις πολύ χρόνο στα μαγαζιά γιατί η Ερμού το καλοκαίρι μου φέρνει κάτι σε χώρο ιαματικών λουτρών, ζέστη και κάτω λιθόστρωτες πλάκες που τραβούν την θερμοκρασία.»

«Τι είμαι ρε συ Ζήση γκόμενα να μπαινοβγαίνει στα δοκιμαστήρια δυο και τρεις φορές έχοντας από πέντε κρεμάστρες στο κάθε της χέρι. Μια ωρίτσα και πολύ σου λέω.»

«Πάμε. Εσύ Σωκράτη ψήνεσαι;»

« Τι λέτε! Πιείτε το καφές σας και ετοιμαστείτε να φύγετε, να καθαρίσω λίγο το σπίτι και φεύγω με τον εξίμιση για Πάτρα. Από απόψε το βράδυ αρχίζω τα κόλπα μου, θα βρω και τα άλλα τα μανιαούρια στο Ρίο και ξεκινάμε τα σφηνάκια, τα ποτά, γκόμενες…που να ξέρετε εσείς από αυτά.»

« Σήκω Χρήστο μας διώχνει ο κολλητός σου. Ένα καράβι με γυναίκες τον περιμένουν στο λιμάνι της Πάτρας το έχουν ναυλώσει οι φίλοι του μόνο γι’ αυτόν. Α! και μην ξεχάσεις να κεράσεις τα κορίτσια από το κρασί του παππού σου, αυτό μόνο θα σε σώσει για να κερδίσεις τις εντυπώσεις  και φίλε ξέρεις μόλις πέσει καμία στην αγκαλιά σου, πήγαινε εκεί στον Αγ. Ανδρέα και σήμανε τα σήμαντρα να τα ακούσουμε και εγώ στην Θεσσαλονίκη και ο Χρήστος στο νησί. Χρήστο…Χρήστο;»

Ο φίλος τους έχει κολλήσει, το βλέμμα του καρφωμένο στο παράθυρο .

« Τι έπαθες;»

« Τίποτα κάτι είχα στο μυαλό μου έλα πάμε να φύγουμε.»

« Τι ώρα είναι;»

« Μια παρά είκοσι. Πάμε μια από το σπίτι να πάρω λεφτά και κατεβαίνουμε κέντρο για τα ψώνια.

Ο Σωκράτης με ύφος πορτιέρη κατά την αποχώρηση των πελατών στέκεται στην πόρτα για να χαιρετήσει τους φίλους του:

«Έλα μάγκες καλές διακοπές και καλά να περάσετε. Διαβάστε και κανένα βιβλίο κάλο θα σας κάνει»

«Τι θες ρε; να σε φιλήσουμε κιόλας σαν τα κοριτσάκια;»

Δίνουν τα χέρια και ο Χρήστος και ο Ζήσης φεύγουν. Ξέρουν για τον Σωκράτη ότι δεν είναι  άνθρωπος σαν τους άλλους. Είναι από τους φίλους που είναι πρώτοι σε όλα. Ξέρουν να κάνουν πλάκα ξέρουν όμως και να μιλούν σοβαρά δίνοντας τη λύση…

Μόλις  βγαίνουν από την πολυκατοικία, ο κόσμος αρχίζει να σπάει μετά από παράκληση της αστυνομίας, αλλά κάποιο περαστικοί ακόμα ρωτούν να μάθουν είτε από ενδιαφέρον είτε από περιέργεια. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις ανάμεσα στους πολλούς βρίσκονται και ολίγοι εμπειρογνώμονες, οι οποίοι έχουν βγάλει ήδη το πόρισμα. Τέτοιος ήταν και ο κυρ Φώτης ο περιπτεράς της γωνίας. Ήταν ο πρώτος γείτονας του Σωκράτη που μάθαμε. Καλός κύριος γύρω στα εξήντα κοντός χοντρός και πάντα φρεσκοξυρισμένος. Δεν φαίνονταν μεροκαματιάρης. Το πώς εξελίχτηκε σε περιπτεράς πάντα τους προβλημάτιζε. Ο Σωκράτης που του είχε κάνει δύο – τρεις κουβέντες παραπάνω έλεγε ότι του το είχε δώσει το κράτος τιμής ένεκεν για τον μεγαλύτερο αδερφό του, ο οποίος έπεσε, υπέρ της πατρίδος, στον πόλεμο στην Αλβανία. Το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι ο αδερφός του ζούσε και καλά κρατεί. Τώρα ποιος ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του, θα ήταν από οικογένεια εθνικοφρόνων ή απέκτησαν την «επιχείρηση» από καμιά λαμογιά. Μπορεί η νεολαία να μην έχει ζήσει πολλές καταστάσεις και ο λόγος της να μοιάζει σε κάποιον μεγάλο ψιλά γράμματα, αλλά όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε και οι πράξεις του καθενός έχουν αντίκτυπο είτε στο οικογενειακό περίγυρο είτε γενικά στην κοινωνία, ανάλογα σε ποιον αναφερόμαστε. .

Τον κυρ Φώτη σίγουρα θα τον χαρακτήριζε κανείς πολύξερο, για λαμόγιο ή εθνικόφρων η παρέα έχει ακόμα τις επιφυλάξεις της. «Το Μarlboro  μπορεί να είναι βαρύ αλλά είναι καλής ποιότητας ο καπνός», από τσιγάρα και  μπύρες μέχρι κρουασάν και γαριδάκια, πάντα είχε κάτι να σου πει. Έτσι και σήμερα δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσουν, οι δυο φίλοι πλησίασε και τους  έδωσε πλήρη αναφορά του ατυχήματος

«Μα ρε παιδιά αν έχετε το Θεό σας τρέχεις μέρα μεσημέρι σε συνοικιακό δρόμο, με εκατό πήγαινε, σίγουρα, τον είδα εγώ ήταν φουριόζος…εμ και το παιδί με το αυτοκίνητο….που το χε το μυαλό του, να παραβιάσει στοπ, μάλλον ερωτευμένος ήταν, πάλι καλά δεν έτρεχε , ίσα που τσουλούσε το αυτοκίνητο, αυτό τον γλίτωσε», συμπλήρωσε.

Μετά την λεπτομερή περιγραφή του κυρ Φώτη ο Ζήσης και ο Χρήστος επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο της γραμμής για να προλάβουν να κάνουν τις δουλείες τους. Πρώτη φορά το λεωφορείο το πετυχαίνουν άδειο, συνήθως τέτοια ώρα εκεί γύρω στις δύο, δεν έβρισκες θέση ούτε όρθιος, είναι η ώρα που οι εργαζόμενοι τελειώνουν τις δουλειές τους και οι φοιτητές επιστρέφουν από τις σχολές. Ο Χρήστος και ο Ζήσης λόγω ζέστης κάθισαν σε διαφορετικές θέσεις και χάζευαν και οι δύο τους από το παράθυρο έξω στο δρόμο.  Όλα έμοιαζαν ήσυχα και μισοάδεια, αλλά παρ όλη την ηρεμία του εξωτερικού τοπίου στο πίσω μέρος του μυαλού του  Χρήστου είχε σφηνώσει η σκηνή του ατυχήματος. Σκέψεις όπως «όλα είναι μια στιγμή, από την μια στιγμή στην άλλη μπορεί να αλλάξει η ζωή σου, σε ένα ατύχημα σε ένα σημαντικό γεγονός πως στέκεσαι πως αντιδράς, βοηθάς, ή φεύγεις, μεγάλη ευθύνη…» Η σφήνα του ατυχήματος άρχισε να ξελασκάρει όταν γύρισε σπίτι του και ετοίμαζε την βαλίτσα των διακοπών. Έτσι βασανιστικά περίμενε να περάσουν οι ατέλειωτες αυτές ώρες μέχρι να ξημερώσει το Σάββατο και να φύγει. Καταπιάνονταν με διάφορες ασχολίες για να γεμίσει η μέρα, χάζευε στην τηλεόραση βλέποντας όλες τις επαναλήψεις, προσπάθησε να διαβάσει κάνα βιβλίο αλλά δώρο άδωρον το μυαλό του εκεί καρφωμένο στο ρολόι. Τρεις τα ξημερώματα και ακόμα κανένα νεύμα από τον Μορφέα.

Τέλος 2ου μέρους

Συνεχίζεται….

«Στο ίδιο Χρώμα» 1ο Μέρος

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.