«Στο ίδιο χρώμα» {Μυθιστόρημα} 1ο Μέρος

20200223_181528

Με το μυθιστόρημα» Στο ίδιο χρώμα» ξεκινάμε σήμερα μια νέα πρόταση του «MeganisiLife» .

Στόχος μας είναι να βγάλουμε σιγά σιγά από τα συρτάρια εκείνα τα χειρόγραφα σημειωματάρια που  πολλοί φίλοι μας έχουν κατά καιρούς μεταφέρει στις σελίδες τους σκέψεις, όνειρα, βιώματα και φαντασία και δεν τόλμησαν, ή δεν είχαν την ευκαιρία να τα μοιραστούν με κανέναν μέχρι σήμερα.  Να ανοίξουμε τις σελίδες του word που είναι αποθηκευμένες στους υπολογιστές πολύ καιρό. Και που ξέρετε… αυτό το ταξίδι ίσως οδηγήσει στο όνειρο…

To meganisilife δίνει την δυνατότητα και τον χώρο σε  αυτές τις ιστορίες να γίνουν γνωστές. Υπογεγραμμένες  ή όχι…εσείς θα το επιλέξετε.

Ιστορίες αληθινές η φανταστικές γραμμένες από ερασιτέχνες (ακόμα) συγγραφείς  που τολμούν να μεταφέρουν στο χαρτί τη φαντασία τους.

«Στο ίδιο χρώμα» … Είναι ένα μυθιστόρημα που χρόνια κρατούσε ένας φίλος στο συρτάρι του. Αν και δυσκολεύτηκα να τον πείσω,  τελικά με εμπιστεύτηκε και τον ευχαριστώ πολύ γιαυτό. Εύχομαι  να σας ταξιδέψει και να σας συντροφέψει όπως ένα καλό  βιβλίο.

Η ιστορία θα δημοσιεύεται κάθε εβδομάδα σε συνέχειες.

Στο ίδιο χρώμα ( Μέρος πρώτο)

    Είναι η χρονιά που μαζεύουν τα συντρίμμια από τον πόλεμο στην διαλυμένη Γιουγκοσλαβία. Είναι η εποχή που η ‘’Ισχυρή Ελλάδα’’ από τον πολύ τζόγο στο χρηματιστήριο…φτάνει στη φούσκα.  Αυτό το καλοκαίρι του ΄99 δυο φοιτητές ο Χρήστος και η Βάλια ερωτεύονται σένα από τα όμορφα νησιά της Ελλάδας.   Η πορεία προς την σχέση τους, αλλά και το μετά, γεννά προβληματισμούς, άγχος και σκέψεις. Η συσσωρευμένη πείρα του καπεταν Κώστα φωτίζει το δρόμο του Χρήστου που- ταυτόχρονα- ζει, παρακολουθεί, γεύεται τον έρωτα και την σαπίλα του συστήματος …

 «Της σκέψης μου το βλέμμα, έφτασε στην άκρη

και πιο πέρα…

Κάθε βράδυ φορτώνει το μυαλό και σαλπάρει,

                       πάει και που δε πάει

και θάλασσα δυνατή και μπουνάτσα συναντά,

και  πάει.

Η σκέψη δεν μ ’ αφήνει μόνο

μας ταξιδεύει, όπου σ’  αρέσει…

σε ζωγραφίζει και σου μιλάει.»

  Τα βήματα του αργά και βαριά, ακούγονται πάνω στα παλιοσανίδια του σπιτιού του προδίδοντας την ηλικία του, είναι κιόλας ογδόντα. Μπορεί η εικόνα του, οι ήχοι που σχηματίζονται με το βάδισμα του να καθρεφτίζουν ένα γέροντα μα κοιτώντας στα βάθη της καρδίας και της ψυχής του βλέπεις έναν άνδρα δυνατό.  Ο χρόνος άφησε πάνω τα σημάδια του αλλά άφησε και αυτός πάνω του τις δικές του πινελιές. Όλοι τον ξέρουν και μιλούν γι’ αυτόν. Ο μπάρμπα Τάκης από το διπλανό χωρίο έχει να το λέει: «τον καιρό της Αντίστασης, από τα χέρια του δεν έφυγε ζωντανός κανένας φασίστας γερμαναράς». Μα και για πιο μετά λένε, για τα κέφια και για τις χαρές του στα βιολιά κι στα πανηγύρια. Πρώτος στο χορό και το τραγούδι. Η θάλασσα όμως ήταν πάντα δίπλα του με τα καλά της και με τα κακά της. Από αυτή μεγάλωσε και τα πέντε του παιδιά, από αυτή έφτιαξε το σπίτι του, αυτή βλαστημούσε  όταν ανέβαζε τα δίχτυα άδεια.

Ο ήχος των βημάτων του είναι το συνθηματικό τους, η Τασούλα η κυρά του παρατάει τα πλεχτά της και πάει, αργά και αυτή, να ψήσει τον καφέ του.

«Τι ώρα είναι;»

«Πέντε και… έτοιμος είναι.

Τραβάει την πρώτη του τζούρα

«Μίλησες με κανέναν από πέρα;»

«Με πήρε η Φωτεινή και είπε πως θα έρθει με τον Χρήστο μόλις ξεμπερδέψει με τις δουλειές.»

«Τι κάθονται μωρέ και καίγονται  στην Αθήνα;»

«Ε, δε καταλαβαίνεις τώρα.»

Είναι απόγευμα. Μπροστά από την εξώπορτα του παλιού σπιτιού τους αριστερά ο καπετάν Κώστας πίνει τον καφέ του και σκέφτεται σιωπηλός. Δεξιά η κυρά Τασούλα να πλέκει τσι δαντέλες για τα προικιά στα εγγόνια της. Και όλο αυτό να το ντύνει μια βοκαμβύλια κατακόκκινη, που την είχε φυτέψει ο γιος τους πριν χρόνια. Έφυγε και αυτός, όπως και άλλοι νέοι στην ηλικία του, για την Αθήνα, πήγε να σπουδάσει ηλεκτρολόγος και ίσως για να βρει την τύχη του. Έτσι, ισχυριζόταν η μάνα του στις γειτόνισσες, όχι για να τα ακούσουν αυτές αλλά για να τα ακούει η ίδια σαν μια παρηγοριά στον εαυτό της.

Αυτές είναι οι εικόνες που μπορεί να έρχονται στην μνήμη του καθενός από την επαρχία στην χώρα μας. Μια επαρχία γεμάτη αρώματα, καθημερινές σκηνές αλλά και μερικώς εγκαταλελειμμένη, μοναδική συντροφιά της οι γέροντες με τις κυράδες τους, οι θύλακες των παραδόσεων χρόνια τώρα. Οι μέρες ζωντάνιας δεν αργούν να έρθουν με τις παιδικές φωνές, τους χορούς και τα τραγούδια. Οι μέρες αυτές δε κρατούν πολύ,  ένα – δυο μήνες το χρόνο, αλλά είναι αρκετές  για να δώσουν  στους θύλακες μας  παράταση ζωής.

Με καφέ, ούζο και τα συναφή για το πιόμα μεζεδάκια, με λίγα λόγια και σκέψεις περνούσαν τα απογεύματα σ’ αυτό το νησί – που κανείς δεν μπορεί να το πει μικρό- για πολλά χρόνια τώρα. Ο απογευματινός καφές, το ουζάκι οι πρωινές ασχολίες, θα χαρακτηρίζονταν από έναν άνθρωπο της πόλης ως καθημερινές συνήθειες, για τους κατοίκους αυτού του νησιού όμως αποτελούν τον τρόπο ζωή τους∙ το κάθε τι το περιτύλιγε ένας μανδύας σεβασμού, χωρίς τσαπατσουλιές. Η συνήθεια, όπως θα έλεγαν κάποιοι, ήταν το μεράκι τους. Έτσι, ως είθισται,  ο καπεταν Κώστας γύρω στις έξι και μισή το πρωί κατέβαινε στην αγορά μπροστά στα ψαροκάικα αγόραζε την ψαριά του, συζητούσε με τους φίλους του στο καφενεδάκι στο λιμάνι και θυμούνται και θυμούνται….τα πάντα, ιστορίες να ακούς για ταξίδια με τα βαπόρια, για ψάρεμα, για την σύνταξη του ΝΑΤ που είναι χαμηλή.

«  Ευτυχώς που είναι ο Σημίτης στα πράγματα και θα μας σώσει »

«Μας κοροϊδεύεις ορέ; Αυτός δεν ήταν που θα μας έδινε   παραπάνω και θα μας κόψει τώρα και τα μισά »

«Γιατί εσείς τι θα κάνατε;»

«Μόνο ο Καραμανλής έχει την δύναμη και εδώ        και στην Ευρώπη όλη να μας λύσει το πρόβλημα».

«Κααλά…. Κώστας ο ένας, Κώστας και ο άλλος    Αν περιμένατε από δαύτους….».

Και λίγο πριν ανάψουν φιτίλια στο καφενείο ακούγεται η φωνή του καπετάν Κώστα να σχολιάζει τα μεγάλα και φρέσκα ψάρια που αγόρασε. Η παρέμβαση του αυτή αποτελούσε την αφορμή για να καυχηθεί για τις παλιές του ψαριές, τον καιρό που το δίχτυ του έπεσε πάνω σε χίλια κομμάτια τονόπουλα και έφαγε όλο το νησί, και ακόμα τρώει…

Μπροστά τους απλώνεται η πλατεία μόνη και έρμη. Δε θα αργήσει να γεμίσει με τα εγγόνια ολονών, κοντοζυγώνει ο καιρός, εκεί κατά τα μέσα Ιούλη, αναμένονται οι πρώτες αφίξεις. Η πλατεία με τις τσουλήθρες και τις κούνιες της, που ως τώρα μοιάζει με μνημείο, με βουβό τοπίο, θα πάρει σάρκα και οστά, θα φορέσει τα καλά της για να υποδεχτεί τα ποδήλατα των παιδιών, το ποδόσφαιρο, εκεί θα σηκωθεί ο πιο ευχάριστος κουρνιαχτός.

Στο ίδιο μοτίβο και οι παραλίες, με την θάλασσα να απλώνεται γαλήνια μπροστά τους, σαν ένα άλογο που γητεύτηκε όλο το χειμώνα για να το ιππεύσει ο καβαλάρης του και να σεργιανίσει ξέγνοιαστος. Οι πρώτοι επισκέπτες, θειάδες, με τσεμπέρια στα κεφάλια τους ήδη έχουν καταφθάσει στις παραλίες για να υποδεχτούν με τα πρώτα τους μπάνια το καλοκαίρι. Βγάζουν τα πανωφόρια και τα κρεμάνε στα σκοίνα, πέφτουν στη θάλασσα δυο δυο κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά νομίζοντας ότι κάνουν κανα κακό.  Το μπάνιο τους διαρκεί μόνο ένα τέταρτο και μετά γρήγορα  ετοιμάζονται και παίρνουν το δρόμο για το σπιτικό τους, εκεί γύρω στις έντεκα, να προλάβουν να ετοιμάσουν το κολατσιό του ανδρός τους και μετά, να κατέβουν στην αγορά να κάνουν τα ψώνια τους. Εκεί στο μπακάλικο του μπάρμπα Γιώργου, μια μικρή ομήγυρη από τις γυναίκες του χωρίου να κάνουν χάζι και τα γέλια τους από τα χωρατά του μπάρμπα Γιώργου, που θα τους πει ο κόσμος να χαλάσει, να στήνουν μια εύθυμη και συνάμα ντροπαλή μελωδία, η οποία χάνεται σα περνά το σαράβαλο φορτηγάκι του φούρναρη. Η έντονη κόρνα του σηματοδοτεί τη  παύση των γέλιων και τη στροφή τροχάδην για το σπίτι, να προφτάσουν οι κυράδες να προμηθευτούν το καθημερινό ψωμί, που  κάνει το γύρο του νησιού και πάει σπίτι το σπίτι.

«  Γεια σου Τασούλα».

«  Γεια σου και σένα. Αχ, με ζεμάτησες μωρέ, τώρα τα έβγαλες;…Κάτσε να φέρω μια πετσέτα.»

« Μη γκρινιάζεις, πότε περιμένεις τα καμάρια σου;»

«  Αργούν ακόμα, η Φωτεινή θα έρθει την επόμενη βδομάδα με τον Χρηστό, οι άλλοι θα έρθουν αργότερα».

Μετά την κόρνα του φούρναρη, ησυχία, σταματάει η αίσθηση της ακοής και πιάνει δουλειά η όσφρηση. Παντρεύονται οι μυρουδιές μεταξύ τους, ψάρι βραστό με την ντομάτα και παρακάτω τηγάνι σαρδέλα ή γαύρος – δεν μπορώ να το ξεχωρίσω – με πατάτες βραστές και κολοκυθάκι, καλό λευκό κρασί και ξεκούραση μεσημεριανή.

Μια μικρή χορωδία ηχεί στα αυτιά σου, αυτή των τζιτζικιών που δίνουν μάχη για το πιο θα ακουστεί πιο δυνατά και με κόντρα μπάσο το ροχαλητό, από τα παραθύρια δυο – τριών σπιτιών.

Περίπου έτσι περνούν οι μέρες των ηλικιωμένων ανθρώπων του νησιού, με λιγότερο άγχος με ησυχία και ταυτόχρονα με καρτερικότητα για το πότε θα έρθουν οι δικοί τους άνθρωποι. Όλοι, δυστυχώς, μετά το γυμνάσιο έφυγαν αναγκαστικά για τις μεγάλες πόλεις, άλλοι για να σπουδάσουν, άλλοι για να βρουν τον γνωστό τους άνθρωπο και να μπαρκάρουν στα καράβια. Το νησί τους όμως, το αποχαιρέτησαν προσωρινά, με το βλέμμα πάντα στραμμένο προς τα πίσω. Κανείς δε μελαγχολεί, όλοι υπομένουν τον καιρό με τα γυρίσματα του αλλά  και τα καλοκαίρια του που θα τους σμίξει πάλι. Τώρα όμως στη θέση τους θα βρίσκονται τα εικοσάχρονα παιδιά τους, που θα αναλάβουν τις ατέλειωτες ώρες ανεμελιάς, γέλιου και συζητήσεων στην πλατεία, στη θάλασσα, στα στενά δρομάκια του χωριού, το ψάρεμα στο μόλο, τα αθώα πειράγματα στα κορίτσια, τα βραδάκια στην μοναδική προχωρημένη, δίχως να πηγαίνει ο νους σου στο κακό, καφετέρια της Βιβής.

Η παραπάνω εικόνα συμβολίζει τη φύση του ανθρώπου, τα παιδία να γίνονται γονείς και οι γονείς γερόντοι. Η ζωή όμως σου επιφυλάσσει εκπλήξεις, και χαρούμενα και γεμάτα χρόνια από τη μια και πίκρες και βάσανα από την άλλη. Στο νησί οι γερόντοι ανήκουν σε μια πάστα ανθρώπων που έζησαν με βάσανα και τα συναφή, αλλά δε το βαλαν διόλου κάτω δυνατή κράση λένε, θα ζήσουν μέχρι τα βαθιά γεράματα,  παίρνουν ζωή απ’ τα εγγόνια τους. Αυτό είναι τελικά το χάπι νεότητας για τους γερόντους: παιδιά και πολλά εγγόνια.  Η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη, στους γερόντους αφήνει μια ζωντάνια ενώ στα εγγόνια και στα παιδιά μια ζεστασιά βγαλμένη μέσα από μια αληθινή αγκαλιά, η οποία μήνες τώρα, διατηρούσε τη θερμοκρασία σταθερή για να κουρνιάσουν μέσα της τα εγγόνια.

Η πόλη δεν αφήνει περιθώρια για αγκαλιές, παιχνίδια και συναισθηματισμούς. Στο νησί τα παιδιά ζουν σαν πραγματικά παιδιά, χωρίς μη και μη, χωρίς περιορισμούς, παίζουν και ξανα παίζουν, τα πειράγματα δίνουν και παίρνουν, τα μακροβούτια δεν έχουν συναγωνισμό….Σ’ όλο αυτό το πανηγύρι των διακοπών συνέβαλε η καθοδήγηση από το σπίτι και τα ακούσματα των μεγαλυτέρων για το νησί, για τις ομορφιές του. Οι παρέες στο νησί είναι κάτι το ξεχωριστό, δείχνουν μονιασμένες, πιο εύκολα ξεδιπλώνουν τα συναισθήματα τους. Τα παιδιά, οι ενήλικες οι γερόντοι «νοιώθουν» στο νησί, βρίσκονται σε εγρήγορση για όλα, δηλαδή ζουν πραγματικά, χωρίς διαχωρισμούς στην  ηλικία.

Ούτως ή άλλως, στην Αθήνα η ζωή τους είναι πολύ συγκεκριμένη και μετρημένη. Σε μια εποχή που βάζει κανόνες για το μέλλον ενός εφήβου. Μια ζωή σε κουτάκια, με γονείς και περίγυρο να τριβελίζουν συνέχεια τα μυαλά των παιδιών με το ίδιο τροπάριο:

« Και τι θα γίνεις;  Εργάτης – χαμάλης να παίρνεις πενταροδεκάρες;

Ή θα γίνεις επιστήμονας για να είσαι παράδειγμα στην κοινωνία ή αλλιώς θα πουλάς κουλούρια. Να! Άνοιξε τα μάτια και δες λίγο τριγύρω σου τι κάνει ο τάδε που δεν έμαθε γράμματα και τι έγινε με τον γιο του δίνα που σπούδασε οικονομικά.»

Από το σχολείο στο φροντιστήριο και από το φροντιστήριο πίσω σπίτι για μελέτη και ούτω καθεξής… και αυτό το τρένο για μήνες για χρόνια και μετά πιθανόν σε κάποια σχολή. Η γραμμή προορισμού είναι συγκεκριμένη και αναλόγως τα ναύλα σου σταματάς. Έχεις, γίνεσαι επιστήμονας, δεν έχεις, κουλουρτζής…

Και  όλα αυτά σε μια εποχή που οι γονείς κατά ένα περίεργο τρόπο έγιναν όλοι πλούσιοι και έμαθαν να τζογάρουν στο χρηματιστήριο. Η δουλεία, δουλεία, αλλά όλοι μαζί μια παρέα, λίγο πριν τη λήξη της βάρδιας, αφεντικά και εργαζόμενοι τσεκάρουν τις μετοχές τους, παρακολουθώντας τηλεόραση. Είναι η εποχή της ευκαιρίας που μπορείς λέει να πιάσεις την καλή.

Όλοι θα γίνουμε πλούσιοι…στους χώρους δουλείας η ίδια κουβέντα, η ίδια                                        εφημερίδα, κοιτάζοντας τους δείχτες των μετοχών να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν από την μια στιγμή στην άλλη.

«  Στο χα πει δεν ήταν καλή αγορά της Χ εταιρείας.»

«  Πούλα ρε παιδί μου, πούλα.»

«  Αγόρασε την Ψ».

«  Μα χθες μαζί δε διαβάσαμε ότι έχει πέσει…..»

Και το επιχειρείν στο μυαλό του καθενός οργιάζει. Μετά να σου τα σχέδια για το μέλλον από όλους, μικροί και μεγάλοι στο ίδιο καφενείο.

Την ίδια στιγμή τα κανάλια διατυμπανίζουν τα σχέδια της κυβέρνησης, που έχει πάρει εργολαβία να χτίσει την ισχυρή Ελλάδα σ’ όλη την περιοχή. Αυτό βέβαια, έχοντας ήδη ως θεμέλιο τα συντρίμμια της γκρεμισμένης Γιουγκοσλαβίας, από την προηγούμενη εργολαβία. Ήταν τότε – τον περασμένο Μάρτη – που είχαν αναλάβει μαζί με τους υπόλοιπους μαστόρους, ντόπιους και ξένους, να αποστείλουν φαντάρους κοντά στην Πρίστινα και το Βελιγράδι λες και είχαμε χάσει εκεί τα σκυλιά μας ή τα γατιά μας.

Τέλος α μέρους.

…………………………………….Συνεχίζεται.…………………………………………………………………………………..

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.