Μεγανησιώτικος γάμος … ‘Oπως παλιά {Το προξενιό}

images (1)

Περισσότερο συνηθισμένο  το προξενιό. Διάλεε η μάνα κι ο πατέρας και όριζαν τη τύχη του παιδιού. Κι οποιανού του κούταε ας  έφερνε αντίρρηση.

Οι προξενητές και οι προξενήτρες  έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην μικρή μας κοινωνία . Και ήταν άνθρωποι ξεματοχινοί, όχι  όποιοι κι όποιοι .Είχαν ξεχωριστό χάρισμα και μια πειθώ απίστευτη. Με αυξημένη φαντασία  στα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν και με μεγάλη δόση υπερβολής στην περιγραφή των χαρισμάτων του γαμπρού. Πολλές φορές ο  τρόπος άλλαζε ανάλογα με το εμπόρευμα που έπρεπε να πουλήσει.

Μες την μαλαγανιά και τη υπερβολή,πολλές φορές έκαναν το μαύρο άσπρο και με περισσή ευκολία  έσαζαν την συμπεθεριά. Οι προξενητάδες  μίλαγαν πρώτα τον πατέρα . Αυτός έπρεπε να πειστεί καταρχήν.

Αν   είχαν οι συμφωνούσε σειρά είχαν η μάνα και τα μεγαλύτερα αδέλφια  της νύφης τελευταίοι οι υποψήφιοι. Πρώτα ο γαμπρός. Κι εκείνος τις περισσότερες φορές δεν είχε ιδέα τι του ετοιμάζανε.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Τα κορίτσια δεν τα πολυρώταγαν. Με το πέρασμα των χρόνων βέβαια αυτό άλλαζε .

Λόγο είχαν και τα αδέρφια της νύφης κυρίως τα μεγαλύτερα.

Στην περίπτωση που ο πατέρας έλειπε η πρώτη κουβέντα γίνονταν με τη μάνα . Εκείνη έπρεπε να περιμένει να ξεμπαρκάρει ο άντρας και να συμφωνήσει πρώτα αυτός.

Πολλές φορές όμως τα μπάρκα διαρκούσαν χρόνια και οι πατεράδες όταν γύριζαν έβρισκαν τα κορίτσια τους λογοδοσμένα ή ακόμα κι αρρεβωνιασμένα. Οι μανάδες αυτών των οικογενειών είχαν τον πρώτο λόγο και ειδικά σε περιπτώσεις που ο άντρας του σπιτιού ήταν μαλακός και του’χε πάρει τον αέρα η γυναίκα. Γιατί υπήρχαν και μητριαρχικές οικογένειες . Κι εδώ ο άντρας σύζυγος δεν  κούταε να πει το όνομα του. Μόνο δούλευε κι έστελνε.

Σε φαμελιές που δεν υπήρχε πατέρας, η μάνα  συμβουλεύονταν τους  άλλους άντρες του σογιού. Τους θείους,  τα πεθερικά και τους κοντινούς συγγενείς. Εκείνοι την ορμήνευαν τι να κάνει.

Σε κάθε οικογένεια εκτός από τους πολύ κοντινούς συγγενείς υπήρχαν και κάποιοι που συμπαραστέκονταν στην οικογένεια, την καθοδηγούσαν, τη συνδράμανε στα βάσανα και επηρέαζαν τις αποφάσεις της. Κάτι σαν προστάτες , μέντορες, καθοδηγητές με μεγάλη επιρροή πάνω τους. Αυτοί είχαν συνήθως μόρφωση, κοινωνική αναγνώριση,  οικονομική άνεση. Ήταν κουμπάροι, απλοί φίλοι, ή μακρινοί συγγενείς. Θα μπορούσες να τους πεις και «ανακατερά» . Και έφερναν κι εκείνοι προξενιά.

Καμιά φορά υπήρχαν σκοτεινά κίνητρα πίσω από αυτή την συμπαράσταση, ακόμα και εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης για προσωπικό όφελος.

Και ήταν πάντα παρών στο σάσιμο όπως και σε όλες τις περιστάσεις της οικογένειας,.

Αφού λοιπόν συμφωνούσαν όλοι  σε ένα οικογενειακό συμβούλιο που γινόταν τις περισσότερες φορές εν απουσία του ενδιαφερόμενου, σειρά είχε ο γαμπρός.

Εκείνος  αντιδρούσε πιο έντονα αν η νύφη δεν του άρεσε. Όμως σπάνια ακουγόντανε. Και για κάθε αντίρρηση υπήρχε πάντα μια καλή δικαιολογία ή ένα ισχυρό κίνητρο.

Κι εδώ πλούσιο το λεξιλόγιο και φρασεολόγιο μας.

_  Μα  με περάει δέκα χρόνια έλεγε εκείνος…

 …Ας σε περάει …τη διαφεντεύει η προίκα. Απαντούσε η σάστρα

_ Μα έχει ακουστεί με τον τάδε….

…. Έκαμε ένα σφάλμα και κουβεντιάστηκε  αλλά θα  σου δώκουνε  ούλη τη περιουσία και θα σούναι μια ζωή υπό.

-Είναι κοντή, δε μ΄αρέσει….

 Κοντή γυναίκα πέρδικα ψηλή καλαμαντάρω.

-Είναι κακονιά…

 Και πότε θα τη βλέπεις μωρέ αφού είσαι ούλη την ώρα μπαρκάδος.

 ΄Ή

Δε λες καλύτερα που θα σουναι πιστή και τίμια; Θα τη κλουπώνεις με μια μπόλια και θα κάνεις τη δουλειά σου. Ευνοούσε κι ο φωτισμός άλλωστε!

-Είναι ακαμπάτικη …

….Ακούς καημένε! Ακιό δεν υπάρχει στον απάνου κόσμο. Και μέσα από φτήνη τη φορεσά  ότι κουσούρι και νάχει δε φαίνεται .

-Είναι  τα μουσούδια τση σα δυο ώρες μεσάνυχτα.

…Θα φέρεις φκιασίδια απ΄τα καράβια και θα σουλουπώνεται μια χαψά.

Είναι σεμνή και μαζωμένη.  Πίσω απ΄τη φούστα τσ μάνα τση. Δε σηκώνει ούτε τη τσόντα απ το μαντίλι τση να ειδεί τι γένεται  στην άλλη τση πάντα.

_Είναι σα λάμπασμα. Άμα τη δεις τη νύχτα στραβωκατινάς.

….Ένας λόγος παραπάνου. Δεν θα σε ατιμώσει ποτέ.Είναι και κλερονόμα κι έχει ούλο το βιός δικό τς…Τα έχεια τση δεν τάχει άλλη. Άξα και νυκοκυρεμένη. Καλοσυνεμένη και υπάκουη και δε θα σου πει τα μαύρα μάτια πούθε τάχεις…. 

…Είναι νταρντάνα κι έχει γερά νεφρά νασου  κάμει μια λακινιά παιδιά. Μαζώνει δέκα λάτες ελιές την ώρα κι ανεβαίνει με τη λούρα στο τσιμόφυλλο.

… Είναι ταπεινή και  σεβαστκιά,θα γεροκομήσει  και τα τηράξει τη μάνα σου και το πατέρα σου.Δε σου γυρίζει κουβέντα.Δεν σηκώνει ούτε τη τσόντα απ΄το μαντίλι τσ κι είναι ακουβέντιαστη.

….Είναι ακριβοθυατέρα κι έχει ούλο το τόπο δικό τση. Να ειδείς τα κεντίδια  και τα λιγάτα …δεν υπάρχουνε στον απάνου κόσμο. Δε σκώνει τα μάτια απ΄το κεντισμά  κι απ΄το πλέξιμο.. Δε βγαίνει από τον αργαλειό ούτε να κατρίσει.

…Είναι ομορφοσούσουμη.

Με αυτά τα …λόγια έπαιρναν το ναι του γαμπρού μέσα απ’το στόμα.

Ακολουθούσε η επίσκεψη στο σπίτι της νύφης.

Το ραντεβού κλείνονταν πάντα βράδυ. Μόλις σουρούπωνε . Σε περίπτωση που χάλαγε η συμπεθεριά  να παραμείνει κρυφό. Ήτανε ντροπή να ακουστεί ότι τη χάλεψε και δε τονε πήρε . Όσο γινόταν δηλαδή.   Η προξενήτρα πολλές φορές από κοντά,   στεκόταν αλ τσίκου  μπας και χαλάσει τίποτα την τελευταία στιγμή. Φορτωμένοι με καλούδια πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης για να τη χαλέψουνε.

Όλα ήτανε μιλημένα και κανονισμένα από πρωτύτερα.  Εκεί τις περισσότερες φορές αντίκριζε για πρώτη φορά ο ένας τον άλλονε.. Μπορεί να μην είχανε ματαειδωθεί ποτέ . Καλός κακός η δουλειά δεν έκανε πίσω.

Τι κι αν  το νιόφωτο ήταν στραβοκατινισμένο από τη  θέα του ενός για τον άλλο..

Τι κι αν ο γαμπρός δεν είχε παρουσιαστικό και τη πέραε χρόνια… Τι κι αν η νύφη ήτανε κακομούστουνη  , κακονιά και μια πιθαμή

Και σα;;;

Ποιος τσου  πγιεντάει… Αφού δώκανε λόγο τονε δώκανε.

Η κοπέλα μαλαουδιασμένη στη γωνιά άκουγε τη μάνα το πατέρα και τη προξενήτρα να ορίζουν τη μοίρα της χωρίς μπαμπαξά. Δεν της έπεφτε και λόγος.

Κι αν ήταν τυχερή κι ο γαμπρός είχε τα μισά χαρίσματα από αυτά που της είχανε  μολοήσει είχε καλώς…

Αντιγάριζε και τσίναε καμιά φορά αλλά κι εδώ υπήρχαν τα ανάλογα  επιχειρήματα για να προξενέψουν το γαμπρό  και να κάμψουν τις αντιρρήσεις  της νύφης.

…Είναι  αμανός και μπαμπαούλης. Θα σου κάνει ούλα τα χατίρια και δε θα σου πει ποτέ τα μαύρα μάτια πούθε τάχεις.

 …Είναι ακριβογιός… Αυτήνη τη σταλαματιά έχει η μάνα του.Δε βγαίνει από τη πόρτα του. Δεν τονε ξέρει το μαγαζί.

 …Είναι γερός .Αγκαστρώνει γαιδούρα στον ανήφορο. Νοικοκυρεμένος και δουλευταράς. Πρεβατεί κι αναστεζάζει η στράτα.Πιάνει τη πέτρα και τη στύβει.

…Δεν έχει ξεμπαρκάει ποτέ του  και θα σου κουβαλάει ούλα τα καλούδια.Λεβεντονιός  και γλετζές. Χορευταράς κι αλέγρος και θα σε  γυρίζει σε ούλα τα πανηγύρια.

Σωρό κοσμητικά επίθετα  στόλιζαν το άτομο που προξενεύανε ακόμα κι όταν ξέρανε κι οι ίδιοι οι προξενητάδες ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Και τι έγινε;;; Η συμπεθεριά να σάσει. Να μπει το στεφάνι. Κι απέ ας κάμουνε ότι θέλουνε. Τ’ αρέσει δε τ’ αρέσει πίσω δε τη πάει.

Βασικό κίνητρο  και σημαντικό επιχείρημα η περιουσία που τότε μέτραγε σε στρέμματα και ρίζες ελιές, κοπάδια ή ακίνητα, και το αντίστροφο. Η φτώχεια και η ανέχεια της κοπέλας.

…Τι να τα κάμεις τα νιάτα και την ομορφιά , η αξοσύνη μετράει.

Να τάζεσαι να μη χαλέψει και προίκα. Ποιος άλλος θα σε πάρει μωρή μαβροκίσα που δεν έχεις ούτε μια ρίζα ελιά.

…Πάρτονε να πάρουνε σειρά κι οι άλλες  να γλυτώσουνε τα αδέρφια σου  και να μη θαλασσοπνίεται ο παλιοπατέρας σου να βάλει τα λιγάτα.

…Να πάς σε αντρός χέρια να μη σε νείρομαι κι είσαι είκοσι χρονώνε και θα μείνεις ανύπαντρη.

….Πάρτονε να φύεις να ξεμαγαρίσεις μέσα δώθε,  και νάχεις ένα κεραμίδι δικό σου.

 …Δε λες που δε χαλεύει και προίκα και σε παίρνει με το βρακί που φορείς.

Και πες ο ένας πες ο άλλος , έτοιμη η συμπεθεριά.

Ακολουθούσε η συμφωνία για την προίκα αν υπήρχε, κι εκεί φτιαχνόντανε το προικοσύμφωνο ανάλογα με τις συνθήκες πάντα. Όσο πιο σκάρτο το εμπόρευμα τόσο περισσότερα τα στρέμματα κι οι ρίζες. Εκατέρωθεν γινόταν παζαρέματα.

Όταν έκλεινε και το οικονομικό κομμάτι  της συμφωνίας ο πατέρας του γαμπρού όρθιος και με σοβαρό ύφος έβγαζε από την τσέπη του το «σημάδι» για να κλείσει οριστικά το λογοδόσημο. Αυτό ήταν ένα δαχτυλίδι κορνιόλα, συνήθως από άλλη γυναίκα της οικογένειας που πέρναγε στο χέρι της υποψήφιας νύφης ως που να γίνουν  τ’αρρεβωνήσα για να περαστεί η βέρα. Τότε επέστρεφε στην κάτοχό του. Κι έστρεε το σοινικέσιο.

Και σα τους σκατλιαρίζανε μετά;;; Η δουλειά να γένει. Άμα τσ πέρνανε το ναι δεν τονε απαράταε μετά.

Η επόμενη μέρα έβρισκε τη γειτονιά και λίγο αργότερα το χωριό σε μια αναμπουμπούλα σε έναν αναβρασμό με την είδηση του προξενιού κι ένα συνεχόμενο update. Οι κουτσομπόλες πιάνανε δουλειά και βγάνανε ντελάλη  να μαθευτούν τα νέα.

…Ε μωρές τα μάθατε; Ο γιός του τάδε χάλεψε τη θυατέρα του δείνα…

Ακολουθούσε ο σχολιασμός και η κριτική. Ανάλογα με την περίπτωση  και  τα σχόλια. Κι έβγαιναν τα λόγια:

Στη λύπηση όταν η κοπέλα ήταν ορφανή.

…Άστο το  ορφανό και κατφρονεμένο να προστατευτεί και να τo ακλουθήσει καλή τύχη.

…Θα βοηθήσει και τη μαυροφόρα τη μάνα τση να θρέψει τ’ άλλα τση τα παιδιά.

Ζήλευαν όταν ο γαμπρός είχε έχεια, πλούτια περιουσία. Φτονάγανε  όσες είχαν ακόμα θηλυκά ανύπαντρα, πολλά ή αχάλευτα. Κι αυτές που είχαν κακοπέσει οι ίδιες ή οι κόρες τους.

Με ζηλο  φτόνο και κακογλωσσά σχολιάζανε οι φαρμακόγλωσσες το γεγονός.

-Και του τηνε δώκανε;

… Αμεδά καημένε…Γιατί να μη τουνε δώκουνε; Αδέξος είναι; Τα σάσανε εψές το βράδυ. Τση βάλανε και σημάδι.

– Και πώς το πήρε εφτό το πράμα, τι λιμπίστηκε από δαύτηνα; Τόδωκε στραβωμάρα ο Θέος;

…Σε θιαμένομαι νοικοκυρά μου, οι παλιοί λέανε «μη τράζεις το στραβό μου το ποδάρι, την ίσα μου τη τύχη να τράς»

-Ακούς!!! Είχε τη χρυσή τη τύχη το μαζωμένο»

Στα αταίριαστα συμπεθεριά έβγαινε και λύπηση.

-Τι ζήλεψε από φτο το πράμα και το πήρε;

…Τη πνίξανε τη παλιοκόπελα.

-Εφτός είναι γέροντας κι εφτήνη είναι βζασταρούδι ακόμα . Άμα τονε δει νύχτα θα λαμπάξει. Πως εγκληματήσανε έτσι οι δικοί τση.

…Εκειό το τομάρι ο πατέρας τση τάκαμε ούλα. Να τη βγάλει απάνθενέ του. Η παλιομάνα τση έπεσε να πεθάνει, χαλεύει να σκάσει απ το καημό τση.

-Εφτός είναι μια σπθαμή κι εφτήνη απανθενέ του δυο μέτρα.

Σε ένα σημείο αυτά τα ζευγάρια ήταν πιο προνομιούχα πιο τυχερά. Μπορεί και να είχε δει ο ένας τον άλλον κάπου πριν φτάσουν στο λόγο.

Γιατί υπήρχαν και  ζευγάρια που γνωρίζονταν μέσα από φωτογραφίες που έστελναν οι δικοί τους. Αυτό συνέβαινε συνήθως στους ξενιτεμένους που  είχαν φύγει μετανάστες για Αυστραλία Αμερική Καναδά και αλλού. Ο γαμπρός έφευγε νέος για να βρει την τύχη του στα ξένα. Μετά από λίγα χρόνια και αφού είχε ταχτοποιηθεί από δουλειά ήταν  η ώρα του να ανοίξει σπίτι. Ήθελε κοπέλα από την πατρίδα από το χωριό ή από εκεί κοντά. Δεν ήθελε ξένη. Οι ξένες ήταν άλλη ράτσα. Δε ξέρανε τη γλώσσα και τις συνήθειες του Έλληνα που πάντα κουβαλούσε την πατρίδα μέσα του. Πολλές ήτανε και αλλόθρησκες.

Έστελνε τότε γράμμα στη μάνα και της ζήταγε να βρει τη νύφη. ‘Ήξερε ότι η μάνα του θα διάλεε την καλύτερη. Εκείνη φώναζε την προξενήτρα που τόβαζε αμέτι μουχαμέτι να βρει τη νύφη. Και την έβρισκε, εδώ ή στα γύρω χωριά.  Άπλωνε τα βρόχια της παντού. Στα τρία χωριά, στη Λευκάδα στη Ζάβιτσα, στο Θιάκι  στο Νυντρί. Είχε άλλωστε γνωριμίες και συνεργάτες παντού. Σαν ένα δίκτυο προξενητάδων. Η φτώχεια και η ανέχεια , η μιζέρια και η απομόνωση εκείνα τα δύσκολα χρόνια ήταν σοβαρά κίνητρα για να πειστεί μια κοπέλα να φύγει από το χωριό.   Ακόμα κι αν δεν ήθελε όμως να παντρευτεί στα ξένα δεν είχε περιθώρια επιλογής.  Την έστελναν με το ζόρι. Λίγες ήταν εκείνες που γλύτωσαν από τέτοια προξενιά. Αν το  ζευγάρι γνωρίζονταν η απάντηση ερχόντανε γλήγορα. Αν όχι, η πρώτη γνωριμία γινόνταν μέσω φωτογραφίας. Έστελνε ο ένας στον άλλον την καλυτερή του λήψη από επαγγελματία φωτογράφο παρακαλώ. Ντυνότανε, στολιζόντανε και στελιαζόντανε. Ορτές όχι καθισμένες, να φαίνεται ολόκληρο το κορμί. Εστίαζαν στο πουλάκι πολύ προσεκτικά για να βγει καλή με τη πρώτη. Και ύστερα περίμεναν πάνω από  μήνα  με αγωνία το γράμμα με την απάντηση.  Τις περισσότερες φορές  τα νέα ήταν καλά.Ο γαμπρός μας ένοιαζε να πει το ναι. Για τις νύφες είπαμε… δεν τους έπεφτε λόγος.  Και τότε η προξενήτρα είχε και σκαρίκια. Θεό την έκανε η μάνα που βρήκε γυναίκα  για το παιδί της και τονε γλύτωσε από τις ξένες, τις παλιογύναικες,  τις εξελιγμένες, που χάλευε γύρευε πούθε βαστάει η γενιά της. Τα τυχερά της όμως δεν σταματούσαν εκεί . Ο υποψήφιος έστελνε και δώρα και καλούδια και τσέκι  στη σάστρα που του άνοιξε το σπίτι.

Το επόμενο τσέκι ήταν τα εισιτήρια και τα έξοδα της νύφης για το μεγάλο ταξίδι με το καράβι. Με βαριά καρδιά και δάκρυα στα μάτια ξεκινούσαν για τη νέα ζωή. Τις πλήγωνε όσα άφηναν πίσω τους κι ο φόβος για ότι τους περίμενε εκεί στην ξενιτιά ήταν μεγάλος. Από το γαμπρό που θα συναντούσαν μέχρι την επιβίωσή τους. Σε έναν κόσμο μεγάλο, άγνωστο ξένο. Μέχρι τον Περαία κλαίγανε. Μέχρι να ανεβούνε στο καράβι, γιατί εκεί συναντούσαν κι άλλες νύφες. Κι εκεί ο πόνος κι ο φόβος μεραζόντανε.

Μέχρι να φτάσουν στα λιμάνια του ξωτερικού. Εκεί με τη φωτογραφία στο χέρι έψαχνε ο γαμπρός τη νύφη και το αντίστροφο.  Η πρώτη συνάντηση συνήθως ήταν παραπλανιτική. Δεν έλεγε πολλά για εκείνα που θα έγραφε η μοίρα της από δω και πέρα. Μπορεί να είχαν μπροστά τους έναν όμορφο σύντροφο και μια άσχημη ζωή ή το αντίθετο. Όμως αυτό το προξενιό δεν είχε επιστροφή. Και μέσα σε όλους τους φόβους την πίκρα και την ανασφάλεια, μια ευχή έλεγε η καρδιά τους κάθε τόσο. Να ξαναδούν την πατρίδα, , τη μάνα και το πατέρα ζωντανούς, και να μην αφήσουν τα κόκαλα τους σε τούτα τα ξένα χώματα. Εκεί γενόντανε τα αρρεβωνίσα εκεί κι ο γάμος. Μόνες τους ντυνόντανε νύφες και το δάκρυ κομπί. Μεταξύ λίγων φίλων και όποιων συγγενών υπήρχαν . Με τη λιγοστή προίκα που κουβαλούσαν σε ένα μπαούλο και την ευχή των γονιών τους την ώρα που αποχαιρετιόνταν.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Με τούτα και με κείνα λοιπόν τα ζευγάρια  έφταναν στο γάμο αφού πρώτα πέρναγαν το στάδιο της γνωριμίας. Θες από έρωτα, θες από προξενιό  οι αρρεβώνες ήταν  ένα πρώτο βήμα πριν τον γάμο. Και καλά, η περίοδος γνωριμίας που σπάνια όμως είχε αρνητική κατάληξη. Που να τολμήσεις τότε να διαλύσεις αρραβώνα. Υπήρχαν βέβαια κι εξαιρέσεις . Όμως σε αυτή την περίπτωση  το στίγμα για την γυναίκα ήταν ανεξίτηλο και καθόριζε την τύχη της. Παρατημένη ίσον κατεστραμμένη, κουβεντιασμένη, μαγαρισμένη και  σίγουρα ο επόμενος θα την έπαιρνε άνευ όρων και με ανταλλάγματα όπως μια γερή προίκα.  Γινόταν σκάρτο  εμπόρευμα που το δίνανε όσο κι όσο ή όπου κι όπου. Αρκεί να μην μείνει άδοτο στο ράφι.

Δεν συνέβαινε το ίδιο όμως για το σερνικό. Έτσι οι περισσότερες γυναίκες  πορευόντανε υποταγμένες στην μοίρα που όρισαν οι πατεράδες κι οι μανάδες τους…

{ Τ΄αρρεβωνίσα}

Συνεχίζεται…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.