Γιορτάζω… Όπως παλιά

Κάποτε στο νησί τις ονομαστικές γιορτές, τα πανηγύρια μας όπως τις έλεγαν τις γιορτάζαμε αλλιώς. Κάθε γιορτή θύμιζε μικρά Χριστούγεννα και Πάσχα.

«Πανηγύρι» έκαναν μόνο στα σερνικά της οικογένειας. Οι γυναίκες δεν έκαναν πανηγύρια, δε γιόρταζαν. Η προετοιμασία κρατούσε καιρό  και ήταν πολύ κουραστική για την σύζυγο αλλά και για όλες τις γυναίκες της οικογένειας, μικρές και μεγάλες.

Όλες ήταν απίκου μέρες πριν το πανηγύρι του πατέρα, του παππούλη,του αδερφού, του ανύπαντρου θείου που έμενε  στο σπίτι. Ακόμα και η γιαγιά είχε πολύ σημαντικό ρόλο.

Η προετοιμασία ξεκινούσε μέρες πριν πρώτα από την Πάστρα .

Την καθαριότητα και την περιποίηση του σπιτιού και της αυλής.

Όλα έπρεπε να είναι παστρικά και περιποιημένα. έβαζαν  αρχή από  τον εσωτερικό χώρο του σπιτιού. Η μάνα έκανε τα χοντρά.  Ξέστρωμα τίναγμα ξαράχνιασμα.   Στη συνέχεια ασβέστωνε  τους εσωτερικούς τοίχους και αργότερα που αυτοί μιστρήθηκαν τους έβαφε. Λαδομπογιά κάργα.  Οι κοπέλες τη οικογένειας είχαν αναλάβει το πλύσιμο του τσάντζαλου και το ξεσκόνισμα  της μπομπίλιας που αποτελούσε τον διάκοσμο . Συνήθως αυτός ήταν μπομπονιέρες και καραβούσα ενθύμια που έφερνε ο ναυτικός από τα μπάρκα του. Τα γιορτινά  σερβίτσια,τα καλά ποτήρια και τα πιάτα για το τραπέζι. Τις βαντιέρες για το σερβίρισμα και τα πιατέλακια του γλυκού. Όλη η σερβάντα άδειαζε. Θυμάστε τη σερβάντα με τα δυο ντουλάπια και ανάμεσα τα τζαμάκια που άνοιγαν επάλληλα. Πάνω της έμπαιναν  διάφορα μπιμπελό και στη μέση η μπουζουτιέρα με την μπαλαρίνα. Σήκωνες το καπάκι κι  αυτή χόρευε γύρω από τον εαυτό της. Α… Είχε κι ένα μακρόστενο παράκλι. Πόσα χώραγε αυτή η σερβάντα… Αφού τα  έπλενες  όλα αυτά έπρεπε να περιμένεις να στεγνώσουν πάνω στη μπαμπακερή πετσέτα με τις ώρες, και να τα ξαναβάλεις στη θέση τους. Αν ήταν καλοκαίρι δεν είχες πρόβλημα. Το χειμώνα όμως ήταν μαρτύριο. Καραβάνες με ζεστό νερό από την γκαζέρα  και  τριλ για τη σαπουνάδα. Καμιά φορά έσπαγε και κανένα ρακοπότηρο  και παραλίγο να σε σακατέψει. Το έκρυβες όμως για να μη το δει η μάνα και σε βαρέσει.  Και το ξέπλυμα δύσκολο . Κρύο νερό στη λεκάνη  και τα βούταγες μέσα.  Άλλαζες πολλές φορές το νερό λίγο λίγο κάθε φορά για να σε δικήσει. Να μη σωθεί και ματαπάς στο πηγάδι να φέρεις.  Υπήρχε και η πλαστική ή τσίγκινη κρεμαστή βρυσούλα που έριχνε αργά αργά το νερό. Κρύο παταούδι και λιγοστό. Ώρες ήθελες να ξεπλύνεις το βίος το τσάντσαλο που είχες σωρό μπροστά σου. Τα χέρια σου από το κρύο στο ζεστό μουδιάζανε και κοκκαλώνανε. Και μετά έβγανες χιονίστρες.  Το πλύσιμο  γινόνταν στον αυτοσχέδιο νεροχύτη της αυλής για να μη γιομίσει η λάτα  στο μέσα νεροχύτη και θέλει όλη την ώρα άδειασμα.

Στο μεταξύ ξεσκόνιζες τα υπόλοιπα αντικείμενα με νερό και ξύδι.Αργότερα πήραμε το φόρτε για τα τζάμια και τον άσπρο σίφουνα. Και το ψεκάζαμε παντού. Ακόμα και τα έπιπλα καθαρίζαμε με αυτό.Τα τραπέζια, τις κάρινες καρέκλες, τα λαμπογιάλια τους πολυελαίους πιο μετά. Πλέναμε και  τα πετσέτακια που ήταν απλωμένα παντού. Σεμενάκια καρεδάκια πετσέτακια  σε κάθε επιφάνεια. Ακόμα και στην τηλεόραση  και στα μπράτσα του καναπέ.

Παλιότερα οι καναπέδες ήταν αυτοσχέδια κρεβάτια από τάβλες καβαλέτα και στρώμα από μαλλί ή ροκόφυλλο.  Φύλο και φτερό τον. κάνανε Το ξεστελιάζανε όλο και έβγαινε έξω να αεριστεί και να τιναχτεί το στρώμα να πλυθούν οι τάβλες και να φύγει η χούνη. Άλλαζε και η πάντα στον τοίχο.  Κατέβαζαν αυτή που ήταν για » κάθε μέρα» και κρεμούσαν την καλή που ήταν ξεματοχινή , την γιορτιάτικη. Και οι στρώσεις το ίδιο.  Βγαίναν τα σεταρισμένα  αργαλίσα τάπετα από τους οίκους και τα μπαούλα  ,η μεγάλη στρώση με τα τούβλα και τα μπαλιατσερά τάπετα και στρωσίδια που ήταν για τη κουζίνα. Θέλανε μέρες να αεριστούν για να φύγει η μυρωδιά της καμφοράς.  Ύστερα άλλαζαν και τους γύρους από τα κρεβάτια για να μπουν οι καλοί κι εκεί .

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Τα  τραπέζια  ήταν μακρόστενα συνήθως με σκαλιστά πόδια και οι καρέκλες από ψαθί.

Στη δεκαετία του 70  τα πιο προχωρημένα  νοικοκυριά αγόρασαν τις πρώτες τραπεζαρίες. Ασήκωτα τραπέζια  και καρέκλες με βελούδινη πλάτη και σκαλιστά σχέδια. Εκεί να δείτε ξεσκόνισμα. Τρύπα -τρύπα…  Αυτά τα νέα έπιπλα  τα ανέβαζαν από τις πορτοπούλες στη σάλα με σκοινιά και πέντε άντρες. Δύο να  σπρώχνουν και τρεις τραβούσαν τα σκοινιά. Από τον καταράχτη δεν χωρούσαν . Είχανε όμως και ένα καλό. Μια τάβλα στη μέση που όταν την έβαζες το τραπέζι μεγάλωνε. Και από στρογγυλό γινόντανε οβάλ. Και χώραγε πολλούς. Στα νέα έπιπλα ήταν και η ντιβανοκασέλα που άνοιγε και γίνονταν κρεβάτι. Στο κάθισμα συνήθως υπήρχε η τεράστια διακοσμητική κούκλα και δίπλα μαξιλαράκια. Πάνω στο ξύλο σωρό πετσετάκι και μπομπονιέρα . (Τυχερός όποιος κοιμόνταν και δεν του έρχονταν στο κεφάλι καμία από αυτές.)

Πιασμένες  πάντα οι θέσεις  ακόμα και στις γιορτές. Αναγκαστικά καθόσουν δίπλα από τη κούκλα και έπαιζες όση ώρα οι μεγάλοι μιλούσαν. Μέχρι που σου έμενε το χέρι στο…χέρι. Και τότε τρομαγμένος  μη σε πάρουν χαμπάρι και τις φας διακριτικά το έκρυβες κάτω από το πλουμιστό βολανάτο φουστάνι της  ή το…έχωνες στο μανίκι.

Φιλέματα

Σειρά τώρα είχε η προετοιμασία για τα γλυκά που θα μοίραζαν στα συγγενικά σπίτια την παραμονή  της γιορτής.  Έθιμο από παλιά. Σε κάθε συγγενή ή φίλο που  θα έρχονταν σπίτι για να πει τα χρόνια πολλά στον πανηγυριώτη  φιλεύανε  από ένα πιάτο  με σπερνά ή κουραμπιέδες. Το πιάτο ήταν συνήθως απλί, ρηχό. Όσα τα σπίτια που τα είχαν δανεικά (ανταλλάσσαν επισκέψεις) τόσα  και τα πιάτα.

Στα σπερνά   το πιάτο έμοιαζε έργο τέχνης. Στολισμένο με τα ρόδια τα αμύγδαλα και  τη σταφίδα και πασπαλισμένο με τη ζάχαρη ,δεν σου πήγαινε η καρδιά να το χαλάσεις.

Η προετοιμασία των σπερνών ξεκινούσε τρεις μέρες πριν. Μέχρι να βράσει και να στεγνώσει το στάρι. Θυμάμαι ακόμα τα μεγάλα μεσάλια στρωμένα  για ώρες στο τραπέζι της κουζίνας  και απλωμένο το βρασμένο στάρι για να στεγνώσει. Με το ζουμί από το στάρι κάνανε κουρκούτι. Αυτό το μοιράζαμε στους πιο κοντινούς και στη γειτονιά. Ζεστό πασπαλισμένο  με γαρύφαλλο κανέλα και ζάχαρη.

Οι κουραμπιέδες  ήταν πιο κουραστική διαδικασία. Ώρες ανακάτεμα και ζύμωμα στο μεγάλο σκαφίδι. Κι ύστερα πλάσιμο. Πόσες ώρες ήθελες  να πλάθεις μπαλάκια που να είναι και ομοιόμορφα. Πολλά μπαλάκια ζύμης.  Από εκατό μέχρι τριακόσια. Πάντα ζυγός ο αριθμός. Κι ύστερα  πάλι ένα σκαφίδι με άχνη ζάχαρη για να τα  ζαχαρώσεις. Τεράστια ταψιά γέμιζαν. Δύο γυναίκες ασχολούνταν τρεις μέρες με τους κουραμπιέδες.

Σειρά είχε το μέρασμα. Δύο παιδιά συνήθως κορίτσια ,αναλάμβαναν την αποστολή. Τα πιάτα  τύλιγαν σε χρωματιστά μαντήλια . Πολλά τα σπίτια πολλά τα δρομολόγια αφού δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν περισσότερα από δύο. Ένα στο κάθε χέρι .Πηγαινοερχόταν πολλές φορές. Έπαιρναν τα γεμάτα και άφηναν τα άδεια, που δεν ήταν εντελώς άδεια γιατί στο πιάτο έπρεπε να αφήσουν λίγα από τα σπερνά για το καλό. Το είχαν σε κακό να γυρίσει πίσω αδειανό το πιάτο. Πήγαινες το πιάτο και έλεγες…

«Απ΄το πανηγύρι του πατέρα μου». Κι αυτοί απαντούσαν με ευχές. «Και του χρόνου να’ καλά».

Για εκείνους  που είχαν διπλά ονόματα ρωτούσαν κιόλας…

«Αύριο τον υψώντε;» Με το δίκιο τους αφού αλλιώς τον φώναζαν κι αλλιώς  τον γιόρταζαν.

Κουβέντες  που ακούγονταν επίσης συχνά  τις γιορτές στις παιδικές παρέες…

…Θα ΄ρτεις να παίξουμε το απόγιομα;

…Δε μπορώ, έχω να μεράσω τα γλυκά για το πανηγύρι του πατέρα μου.

Ύψωμο

Το μέρασμα έπρεπε να έχει τελειώσει μέχρι να σημάνει η καμπάνα για  εσπερινό. Να πάει και στην εκκλησία ένα πιάτο με σπερνά το εικόνισμα του Αγίου που γιόρταζε και δύο υψώματα  για να τα λειτουργήσει ο παπάς.  Το ένα κράταγε . Ευλογούσε το άλλο  και το έπαιρναν πίσω.  Τα σπερνά τα μοίραζαν στον κόσμο και το εικόνισμα  το άφηναν στην εκκλησία για να λειτουργηθεί. Το έπαιρναν  πίσω πριν περάσουν σαράντα μέρες γιατί μετά έμενε στην εκκλησία.

Αργότερα ο δικός μας ο παπάς σήκωνε υψώματα στο σπίτι του και τα πηγαίναμε εκεί.Ευλογούσε το ένα και κράταγε το άλλο.

Παραμονή

Παραμονή της γιορτής και όλα σχεδόν ήταν έτοιμα. Κάτασπρα  τα πάντα και λαμπίκο.  Το σπίτι είχε βάλει τα καλά του.  Τελευταία η αυλή. Τότε έμπαινε  και ο ασβέστης.Να είναι φρέσκος να μην πατηθεί.

Αξημέρωτα της παραμονής στο πόδι πάλι οι γυναίκες.

Κι όταν  τελειώνανε τις δουλειές ερχόνταν και η ώρα του μπάνιου.  Η γκαζέρα έκαιγε με τις ώρες για να ζεστάνει το νερό να νιφτεί όλη η οικογένεια. Το χειμώνα το μπάνιο ήταν μαρτύριο γι’αυτό και το …απέφευγαν  όλοι. Ο καμπινές ήταν έξω από το σπίτι και δεν είχε ζέστη από πουθενά. Τρεμοκουκούλιαζαν μέχρι να πλυθούν.  Στο πανηγύρι όμως έπρεπε να μοσκοβολάς. Όλοι ένας ένας με τη σειρά κάνανε το μπάνιο τους.  Εκτός από τη μάνα που είχε κι άλλες δουλειές. Αυτή έκανε μπάνιο τελευταία την μέρα της γιορτής.

Ο ρόλος της γιαγιάς

Ο κόκορας  ήταν δουλειά της γιαγιάς. Αυτή τον  τσάκωνε, τον έσφαζε τον μάδαγε τον έπλενε και τον έκοβε μερίδες. Τον έφερνε στη νύφη ή την κόρη που τον μαγείρευε.

Είπαμε ότι όλα τα θηλυκά του σπιτιού ήταν στα όπλα. Η καθεμιά με τις δουλειές της. Οι γιαγιάδες όμως είχαν τον πιο σημαντικό ρόλο. Καμιά φορά έπαιζαν και τον ρόλο του επιτηρητή ή και του επικριτή ,ειδικά στις νύφες. Και μπορεί οι δουλειές τους να μην απαιτούσαν κόπο και κούραση όσο της συζύγου, απαιτούσαν όμως χρόνο και ήταν εξίσου σημαντικές. Αυτές  τσακίνανε  τα αμύγδαλα και ξεχώριζαν τις κοκόσες από τα τσόφλια για τα σπερνά και τους κουραμπιέδες. Αυτά τα πέταγαν στην άκρη του δρόμου έξω από την αυλή. Παλιό έθιμο, σημάδι ότι στο σπίτι κάνουμε γιορτή.

Αναλάμβαναν επίσης να καθαρίσουν το στάρι για τα σπερνά.  Να σφάξουν όπως είπαμε και να συγυρίσουν τα κοκόρια. Να φτιάξουν το κουρκούτι. Να πλύνουν τις πατσές από τα σφαχτά.  Να ανάψουν και να κάψουν το φούρνο για το γλυκό. Να κάψουν το σίδερο για το σιδέρωμα. Να φέρουν προσάναμμα για το τζάκι. Να ανοίξουν και να κλείσουν τις κότες τη μέρα της γιορτής όπου όλοι ήταν απασχολημένοι,και να πλένει κανένα ποτήρι  γιατί ποτέ δεν έφταναν όσα και να είχαν.  Να συμβουλέψουν ή να κατηγορήσουν τη νύφη που δεν τα κάνει καλά.

Η μέρα της γιορτής

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 Φαγητά

Το μεσημεριανό τραπέζι ήταν άλλη μια κοπιαστική και αγχωτική διαδικασία.  Σχεδόν πάντα ήταν καλεσμένο όλο το σόι. Το μενού είχε οπωσδήποτε  ντόπιο κρέας, η κόκορα. Αρνί, κατσίκι, χοντρό στο φούρνο με πατάτες η μακαρουνάδα με κόκκορο  και  χοντρό μακαρούνι.  Η σαλάτα ήταν αγγούρι και ντομάτα φέτες  με αλάτι πιπέρι και λάδι σε ρηχό πιάτο.

Μετά από λίγα χρόνια ανακαλύψαμε και το παστίτσιο.Το τραπέζι τέλειωνε νωρίς το απόγευμα.   Οι άντρες πήγαιναν όλοι για ύπνο. Ενώ οι γυναίκες μικρές μεγάλες στα όπλα. Άλλη μάζευε, άλλη έπλενε, άλλη ξανασάρωνε. Άλλη  ετοίμαζε τη σάλα για τους καλεσμένους. Τα παιδιά έκοβαν το σαλάμι φέτες και τύλιγαν τα γλυκά σε αλουμινόχαρτο για ναναι έτοιμα. Μη χαλεύεις εκείνη την ώρα.Μεγάλη ανακάλυψη το αλουμινόχαρτο.

Γλυκά

Τώρα μπορούσαν να πάρουν και αγοραστά γλυκά του ταψιού. Μπακλαβά καταίφι γαλακτομπούρικο και καρυδόπιτα από τη Λευκάδα.   Ένα ένα σε αλουμινόχαρτο για να τα πάρουν μαζί τους όσοι δεν τα έτρωγαν εκείνη την ώρα.

-«Θα φας το γλυκό σου ή να στο τυλίξω;»

-‘Όχι να μου το βάλεις να το πάρω για το σπίτι»

Το τύλιγμα δεν είχε εκατό τοις εκατό επιτυχία. Μετά από λίγη ώρα έφευγαν τα σιρόπια και σουρογγαλιάζανε μέσα στη βαντιέρα.  Μετά ανακάλυψαν και τις σακούλες «κολιμπάκ» όπως τις λέγανε. Κι εκεί η κατάσταση χειροτέρευε γιατί βάζανε μέσα και τα σοκολατάκια, και γινόντανε όλα μαζί μια μπλάνα.

Το καλύτερο γλυκό ήταν η πάστα κασετίνα και η άσπρη με το κερασάκι πάνω και το ψιλοκομμένο αμύγδαλο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση το χρώμα  την νοστιμιά. Μετά το μεγάλο κορνέ με την γέμιση κρέμας , τα κοκ  και τα σου με την καραμέλα από πάνω. Σιγά σιγά οι γυναίκες ανακάλυψαν τον τσελεμεντέ και πειραματίστηκαν στα δικά τος γλυκά. Η καρυδόπιτα ήταν το νούμερο ένα γλυκό που ξεκίνησαν να φτιάχνουν μόνες τους.

Χωρίς τα σημερινά μέσα. Όλα στο χέρι χτύπημα. Με δυο πιρούνια χτυπάγανε τα ασπράδια και ξεχωριστά τους κορκούς με τη ζάχαρη. Κόπος και αγωνία για το αποτέλεσμα που σχεδόν πάντα όμως τις δικαίωνε.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Τραταμέντα

Πιο παλιά το μόνο γλυκό που υπήρχε στις γιορτές ήταν η πίτα μας,το χωριάτικο σαν κυρίως γλυκό και τα λουκούμια σαν πρώτο κέρασμα. Θυμάστε τα λουκούμια Ραχάτ και τις μπουκίτσες  που ήτανε και πολυκαιρινές και κολάγανε με τη ζάχαρη; Στο τραπέζι υπήρχε πάντα μια λίμπα  με σπερνά και πολλά πιατελάκια και κουταλάκια δίπλα για να βάνει ο καθένας όσα θέλει.

Αργότερα μάθανε τα φρουτέξ και τα τυλιχτά μπαχλαβαδάκια.  Τα σοκολατάκια σαν πρώτο γλυκό  εμφανίστηκαν μετά το 70.

Τα κεράσματα όμως είχαν και αλμυρό. Χαλκακόσα που λέμε.

Συνοδευτικά με το πιοτό. Κοκόσες από αμύγδαλα και καρύδι ντόπιας παραγωγής, σταφίδα σουλτανίνα, στραγάλια και ξερά σύκα.Τυρί αλμυρό η χλωρό ανάλογα την εποχή και κομματάκια κρέας από το μεσημεριανό τραπέζι. Προχωρώντας στα χρόνια  ο μπουφές εμπλουτίστηκε με αλμυρά μακαρόνια (κρακεράκια) στραγαλοσταφίδα και φυστίκι αράπικο. Που και που έβρισκες και κάτι νόστιμα ξεφλουδισμένα φιστίκια που ήταν σε κουτάκι τσίγκινο με καπάκι.  Οι ναυτικοί τα έφερναν από τα καράβια. Αργότερα έμαθα ότι τα έλεγαν  «πίνατς».  Έπειτα  στο νησί  ήρθε το φιστίκι Αιγίνης. Αυτό το ταράζαμε.

Και ο μεζές εξελίχτηκε . Σαλάμι Ντελημάρη ,  ελιές καλαμών και  κασέρι. Σε κάποια σπίτια έφτιαχναν  κεφτεδάκια και τυροπιτάκια.  Όλο σε αυτά μας άρεσε να πηγαίνουμε.

Σαν πρώτο κέρασμα μπήκαν και πιο μικρά γλυκάκια. Τα σου και τα κοκάκια γίναν μπουκίτσες  μικρές και τα στραγάλια κάσιους. Τα φρουτέξ αποξηραμένα φρούτα και τα λουκούλια σοκοφρετίνια και γκοφρετάκια .

Τα πιοτά

Η κάβα είχε μόνο ντόπιο κρασί ,ρετσίνα κουρτάκι, βερμούτι,ούζο χύμα και κονιάκι.  Γλυκόπιοτο γαρίφαλο μπανάνα και μέντα.  Αυτό το έλεγαν» γυναικείο » Τα παιδιά τράταραν με αραιωμένη βυσσινάδα και πορτοκαλάδα. Θυμάστε εκείνο το πηχτό πράγμα που πήγαιναν και στους αρρώστους ; Οι ναυτικοί αργότερα έφεραν και ουίσκι.  Γιούσκι όπως το λέγανε οι παλιές. Και κάποια  στιγμή έφτασε στο νησί η κόκα κόλα , η πέπσι και τα αναψυκτικά λουξ. Μπήκε και η μπύρα στο τραπέζι.

Το βράδυ της γιορτής.

Όλα ήταν έτοιμα να υποδεχτούν τους επισκέπτες. Η Ο χώρος της γιορτής  συνήθως ήταν η κουζίνα. Δεν  υπήρχαν  εκείνα τα χρόνια σαλόνια και καθιστικά. Που τέτοια πολυτέλεια. Μικρά χαμηλά σπιτάκια με πολλές οικογένειες μαζί. Μια κουζίνα για όλους,εκεί μπροστά στη γωνία. Και οι καρέκλες λιγοστές. Είχαν όμως πολλά σκαμνάκια και ντιβάνι στη γωνία για τ να ξαποσταίνει ο νοικοκύρης.

Σιγά σιγά στα νέα σπίτια έφτιαχναν ξεχωριστές σάλες. Τ ο μεγαλύτερο δωμάτιο του σπιτιού που όμως έμενε πάντα κλειστό και άνοιγε μόνο στις γιορτές. Έκλεινε με βαριές  συρώμενες πόρτες και απαγορεύονταν η είσοδος στα παιδιά. Λες κι ήταν στοιχειωμένο. Για να μην το λερώσουμε,να μην κάνουμε καμιά ζημιά, μη λερώσουμε τις κουρτίνες. . Εκεί στρώνανε να κοιμηθούν και οι φιλοξενούμενοι …όταν υπήρχαν. Το υπόλοιπο σπίτι αποτελούνταν από την κουζίνα ,μικρή σχετικά κι αυτή,και από δύο υπνοδωμάτια. Ένα για το ζευγάρι κι ένα για τα παιδιά. Όσα κι αν είχαν. Η σάλα όμως ήτανε θερία. Κάθε φορά που άνοιγε ήθελε μέρες να ξεμυρίσει  από την κλεισούρα και την υγρασία. Η ζέστη δεν πέρναγε μέσα. Πάντα κρύα και σκοτεινή. Το απαγορευμένο δωμάτιο.Κι όταν τελείωνε η γιορτή έκλεινε ξανά ως την επόμενη.

 Η μάνα ίσα που είχε προκάμει  να βγάλει τη πόδια της και να νιφτεί. Να χτενιστεί  και  να φορέσει το καλό της φόρεμα.  Έντυνε και μας με τα καλά μας και είχε σιδερώσει όλους τους άντρες της οικογένειας.

Από νωρίς το απόγευμα  ξεκινούσαν οι πρώτοι επισκέπτες, με το δώρο στο χέρι που ήταν πάντα ένα μπουκάλι ποτό. Σιγά σιγά μαζεύονταν και άλλοι και κάποια στιγμή δεν είχαν που να κάτσουν.Τα μικρά  κουβαλούσαν  κι  άλλες καρέκλες από την κουζίνα,από την αυλή ,από τη γειτονιά.

Πολλοί έφερναν μαζί και τα παιδιά τους.  Και η σάλα γέμιζε. Κι έρχονταν κι άλλοι. Κάποιοι τότε έλεγαν.

» Να φεύγουμε εμείς οι παλιοί να κάτσουν οι καινούργιοι»

«Έχουμε να πάμε και σ άλλα πανηγύρια. Δε θα προκάμουμε να τα γυρίσουμε ούλα. Νάσαστε καλά είσαστε και πολλοί»

Έτσι έφευγαν σχεδόν στο μισάωρο.  Όσο πέρναγε η ώρα  η «μπασά» μεγάλωνε.

Η μάνα τρελαμένη πάνω κάτω μέσα έξω. Ν α υποδέχεται, να τρατάρει, να αδειάζει τσιγαροθήκες, να βάνει πιοτά , να κουβαλάει…να κουβαλάει. Ο πανηγυριώτης ακούνητος στη θέση του. Να υποδέχεται καθιστός και να διατάζει…

Οι επισκέπτες μπαινόβγαιναν. Οι περισσότεροι είχαν έρθει. Τελευταίοι πάντα οι πιο κοντινοί συγγενείς και φίλοι  που κάθονταν και ως αργά. Και πίνανε και μασούσαν συνέχεια. Η μάνα  έφερνε. Ξαναγιέμιζε τα ποτήρια ,ανανέωνε τους μεζέδες,τους ξηρούς καρπούς ,τα σοκολατάκια,τα πάντα. Κάποιες φορές έφευγαν σχεδόν μεθυσμένοι. Αργά το βράδυ. Οι συζητήσεις πολιτικές κοινωνικές και αργότερα αθλητικές.  Υπήρχαν και φωνές  και καβγάδες μεταξύ των αντιπάλων. Πιο παλιά  στις γιορτές δεν μιλούσαν για αυτά. Δεν ήξεραν το ποδόσφαιρο και οι πολιτικές συζητήσεις απαγορεύονταν. Μίλαγαν μόνο για τη δουλειά τους,τα κοπάδια τους τα μπάρκα τους ,και τα παιδιά τους.  Ούτε τόσα καλούδια και τραταμέντα  είχανε .Φτωχοί άνθρωποι  και το εμπόριο ακόμα δεν είχε φέρει τα νέα προϊόντα στο νησί. Την έβγαζαν με το κρασάκι τους  και το τυράκι τους.

Αργότερα το ουίσκι αποτέλεσε σοβαρό κίνητρο για τους επισκέπτες που δεν έφευγαν αν δεν άδειαζε το μπουκάλι.

Μαζί με τη μάνα  την πλήρωναν και τα παιδιά. Τα μικρότερα τα είχε αναλάβει η γιαγιά. Τα τάιζε και τα έπαιρνε στο σπίτι της για ύπνο. Τα μεγαλύτερα που ήταν μαθητές και την άλλη μέρα είχαν σχολείο κι έπρεπε να πάνε νωρίς για ύπνο. Και που να κλείσεις μάτι με τόσο βουρλασό  έξω από τη καμαρή σου.   Προσκύναγαν από τη νύστα αποκαμωμένα στο ντιβάνι  και πέφταμε όταν άδειαζε το σπίτι. και πολλές φορές βοηθούσαν και τη μάνα να μάσει.

Την άλλη μέρα ζαβλακωμένα  όπως ήταν πήγαιναν σχολείο σχεδόν πάντα καθυστερημένα και αδιάβαστα. Κουντράγανε τα αγκωνάρια από τη νύστα.

Ξέρανε  τι θα τους πει ο δάσκαλος  όπως και τι θα απαντήσουν αυτά.

…Γιατί αργήσατε παιδιά;

…Είχαμε το πανηγύρι του πατέρα μου κύριε κι αργήσαμε να πέσουμε.

….Γιατί ήρτατε  άγραφτα και αδιάβαστα;

….Είχαμε το πανηγύρι του πατέρα δάσκαλε και δε προκάμαμε γιατί βοηθάγαμε τη μάνα μας.

Σε όλα τα παιδιά συνέβαινε αυτό, οπότε πάντα οι δάσκαλοι ήταν ελαστικοί.

Ήταν κι αυτοί που δεν μπορούσαν να έρθουν επίσκεψη την μέρα της γιορτής. Ή γιατί λείπανε ή επειδή ήταν  άρρωστοι ή επειδή ήταν πολλά τα πανηγύρια και δεν πρόκαναν. Κι΄έρχονταν την άλλη ή τις άλλες μέρες.

Αφού «το πανηγύρι κρατάει σαράντα μέρες» όπως λέγανε . Η μάνα κράταγε πάντα γλυκά για τέτοιες περιπτώσεις.

Οι ευχές.

Οι ευχές στον πανηγυριώτη ήταν κάτι παραπάνω από τυπικές. Οι σχέσεις ήταν πιο ζεστές και οι επισκέψεις επιβεβλημένες και δανικές. Αλλιώς υπήρχε παρεξήγηση. Οι απλοί λαϊκοί άνθρωποι του χωριού, οι αγράμματοι οι αταξίδευτοι,  δεν τσιγκουνεύονταν τις λέξεις και τις εκφράσεις. Όπως τις ήξεραν όπως τις άκουγαν όπως τις είχαν μάθει από τους παλιότερους. Ήθελαν έτσι να περιγράψουν όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις που είχαν για τον άλλον. Και στην αγάπη και στο μίσος. Και στην συμπάθεια και στην αντιπάθεια. Πιο πολύ όμως στην αδερφοσύνη και στο συγγενολόι. Έτσι δεν αρκούνταν σε ένα απλό χρόνια πολλά.

 Στον ναυτικό που ταξίδευε εύχονταν στην σύζυγο που  του έκανε μονάχη τη γιορτή του:

«Να ζήσει και να χιλιοχρονίσει . Νάχεις καλά δεξίματα  και νάχει καλά ταξίδια. Η Παναία κι Αη Νικόλας να τονε ακλουθάνε.

Στα αγόρια ...Χίλιοι νανε  οι χρόνοι του. Νάχει καλή πρόγοδο  και καλή σταβροδρομία. Να τονε δεις όπως λαχταράει η ψυχούλα σου και  καλό του πυτιχίο.

Στα μεγαλύτερα ανύπαντρα αγόριαΝα σούναι  κατόχρονος και νάχει καλή μοίρα. Του χρόνου διπλός. Να τονε καμαρώσεις γλήγορα και γαμπρό.

Στα νιόπαντρα αγόρια..Χίλια ναν τα χρόνια σου.  Γλήγορα και σε γιους σου.Να ζήσεις και να σαι κατόχρονος.

Στους παππούδες… Και του χρόνου νασε καλά μπάρμπα. Νάχεις καλά στερνά και να χαίρεσαι τα παιδιά σου και τ’αγγόνια σου.

Τις ευχές τους έδιναν  και όσοι ήταν μακριά…

Με κάρτες... Πάντα έστελναν κάρτες   αυτοί που έλειπαν. Ειδικά οι ξενιτεμένοι. Στις χαρές και στις γιορτές. Ήταν σαν φυσική παρουσία και πάντα στέλναμε κι εμείς. Ειδικά  τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Μια στον καθένα που έλειπε.  Πιάνονταν το χέρι μας να γράφουμε. Τα κείμενα ήταν τα ίδια σχεδόν. Η «σύσταση» άλλαζε και το όνομα.. Αυτές του εξωτερικού μας δυσκόλευαν που ήταν στα ξένα η  διεύθυνση. Ένα ένα αντιγράφαμε  τα γράμματα για να μη λαθέψουμε κι γυρίσει πίσω. Η αποστολή γίνονταν πολλές μέρες πριν με το ταχυδρομείο. Να προκάμει να πάει.

Με τηλεγράφημα.  Πιο γρήγορος τρόπος το τηλεγράφημα. Δύο λέξεις τσακ μπαμ και το στέλνεις. Σε μας τόφερνε ο Μάστρο- Πάνος που είχε το τηλεφωνείο του χωριού.

Τηλεφωνικά.  Το τηλέφωνό μπήκε στα σπίτια γύρω στις αρχές του 70 και έδωσε λύση στην επικοινωνία. Πολλά τηλέφωνα τη μέρα της γιορτής. Χτύπαγε ασταμάτητα  συνήθως απογευματινές ώρες . Ώρες αιχμής και για τους  επισκέπτες. Το χειρότερο της μάνας που έπρεπε αυτή να το σηκώσει πρώτη και μετά να το δώσει στον πανηγυριώτη. Με το ακουστικό στο ένα χέρι μίλαγε, και με το άλλο χαιρέταγε τον κόσμο. Η πιο ακατάλληλη ώρα. Και είχανε και όρεξη για κουτσομπολιό. …

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Στα μεγάλα πανηγύρια τα μαγαζιά φέρνανε και ορχήστρες με βιολιά. Τ΄αη Γιωργιού  και τ΄Αη -Γιαννιού στο Σπαρτοχώρι.

Της Παναγίας τ΄Αη- Λιά και του Αγίου Κωνσταντίνου στο Κατωμέρι και τ΄Αη -Βεσσάριου στο Βαθύ.Παλιότερα από το πρωί παίζανε τα όργανα. Καθώς περνούσαν τα χρόνια η διασκέδαση ξεκινούσε νωρίς το απόγευμα και κράταγε ως τα χαράματα.

Μετά  από το πανηγύρι στο σπίτι σειρά είχαν οι κοσμικές οικογενειακές εμφανίσεις στα βιολιά. Μαρτύριο για την οικοδέσποινα κι αυτό. Ύστερα από τόση κούραση έπρεπε να συνοδέψει και τον άντρα στα κλαρίνα. Να μη δώσει δικαιώματα στο χωριό και βγάλουνε κουτσομπολιά. Έπαιρνε και τα παιδιά κοντά  της και αποκοιμιόνταν στις καρέκλες δίπλα της. Τα σκεπάζανε με καμιά ζακέτα και τα ξύπναγαν όταν φεύγανε.

Το βουητό έμενε στα αυτιά τους μέχρι την άλλη μέρα. Καθόντανε βλέπεις και κάτω από τα μεγάφωνα. Τραπέζι πίστα ο πανηγυριώτης.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η επόμενη μέρα τους έβρισκε όλους κατάκοπους  κι  αποσταμένους. Τις γυναίκες από κούραση . Είχαν να μαζέψουν από την αρχή το βομβαρδισμένο σπίτι. Να ξεστρώσουν και να πιθώσουν τα γιορτιάτικα και να ξαναστρώσουν τα καθημερινά. Να πλύνουν όλο το ποτηρομάνι και να μπει στη θέση τους.

Τους άντρες από το πολύ πιοτό. Όλη μέρα κοιμόνταν. Τζετ λακ …

Τα παιδιά από το ξενύχτι τη βαβούρα και την κούραση.  Να κουβαλήσουν στη θέση τους  τις καρέκλες και να βοηθήσουν σε ότι άλλο χρειαστεί.  Η αποζημίωση τους ήταν τα γλυκά τα σοκολατάκια και οι ξηροί καρποί που είχαν περισσέψει.

Μια γιορτή , μια οικογένεια στο πόδι για μέρες. Χωρίς να παραπονιούνται ποτέ. Ήταν χαρά η γιορτή και το είχαν σε κακό να μη κάνουν πανηγύρι.  Μόνο σε πένθη δεν γιόρταζε το σπίτι για ένα με τρία χρόνια , εξαρτάται από το πόσο κοντινό ήταν το πρόσωπο που πενθούσαν.

Τα χρόνια πέρασαν , το νησί εξελίχθηκε. Έφτασε η ενημέρωση, η τεχνολογία, οι ξένοι, ο τουρισμός. Νέες δουλειές , νέοι άνθρωποι, νέα ήθη κι έθιμα, νέες συνήθειες. Μοντέρνες και ξεκούραστες. Και όλα λιγόστεψαν. Κι ο κόσμος επίσης. Οι παλιοί «έφευγαν». Μαζί τους έπαιρναν κι ένα κομμάτι παράδοσης . Η γνώση και η πείρα δεν είχαν που να μεταφερθούν γιατί και οι νέοι έφευγαν για τις μεγάλες πόλεις. Οι οικογένειες χωρίζονταν και ο καθένας πήγαινε στο δικό του σπιτικό. Ύστερα οι γυναίκες ακολουθούσαν τα παιδιά τους στο γυμνάσιο.  Όλα έπρεπε να μορφωθούν και να σπουδάσουν.Δεν τα έστελναν πια εσωτερικά σε οικότροφα σπίτια. Είχαν έτσι την ευκαιρία να φύγουν και από τα πεθερικά.

Τα σπίτια έκλειναν. Ξανάνοιγαν  μόνο στις διακοπές.

Κι όποιος έκανε ακόμα γιορτές τώρα πια είχε τα μέσα και ήταν όλα ευκολότερα.

Σήμερα γιορτάζουν κι οι γυναίκες.

Πολλά όμως πέρασαν στη λήθη. Ξεπεράστηκαν και χάθηκαν.

Τα σπίτια άλλαξαν επίπλωση  διαμόρφωση και διακόσμηση. Φύγαν τα πετσετάκια και οι μπομπονιέρες. Λίγα μπιμπελό και επιλεγμένα. Κι οι κούκλες φύγαν από τους καναπέδες.

Ξεκρεμάστηκαν οι «πάντες» και στη θέση τους μπήκανε κάδρα κεντητά ή πίνακες ζωγραφικής. Το νερό  και το ρεύμα ήρθε στο νησί  και τα μπάνια γίναν εσωτερικά. Οι νεροχύτες μπήκαν σε αποχετεύσεις . Η γκαζέρα έγινε πετρογκάζ, ύστερα κουζίνα με μπουκάλα υγραερίου  και μετά ηλεκτρική. Ο φούρνος της αυλής έπεφτε μέσα σιγά σιγά κι έμενε άκαος για καιρό. Μόνο την πρωτοχρονιά άναβε για το γλυκό το χωριάτικο.

Το ηλεκτρικό  έφερε την  τηλεόραση. Από την τηλεόραση μάθανε να φτιάχνουν πολλές συνταγές. Αγόρασαν και ηλεκτρικές συσκευές που  έκαναν  τις δουλειές στο άψε σβήσε.Ήρθε φέρι-μποτ και οι επαφές μας με τις μεγάλες αγορές  και το εμπόριο πιο συχνές και ευκολότερες. Πολλές επιλογές μεγάλη ποικιλία. Μετά άνοιξαν  κι εδώ σούπερ μάρκετ και μαγαζιά  με όλα  τα  καλούδια.

Τα ύψωμα δεν τα έφτιαχνε πια η γιαγιά , είχε μεγαλώσει πολύ και δεν είχε δυνάμεις να ζυμώσει. Τα αγόραζαν από το φούρνο. Ένα τώρα πια για το καλό.  Και τα εικονίσματα λιγόστευαν. Δεν πολυταίριαζαν με τις νέες διακοσμήσεις. Οι κουραμπιέδες και τα σπερνά σταμάτησαν να μοιράζονται. Ξεπερασμένο και κουραστικό σαν έθιμο. Εξ άλλου οι περισσότεροι συγγενείς λείπουν. Όμως ένα πιάτο σπερνό για το καλό μπαίνει ακόμα.

Τα γλυκά μπήκαν σε περιέκτες  και πολλά είναι ήδη σε δικά τους μπολάκια. Τα εκμέκ τα προφιτερόλ και τα τσιζ κεικ.  Τα σοκολατάκια είναι γεμιστά με φουντούκι, αμύγδαλο και ριζογκοφρέτα. Και τα μπουκάλια που πηγαινοέρχονταν έγιναν δώρα προσωπικά , ρούχα κολώνιες και άφτερ σέιβ. Κάποιος είχε σκεφτεί πιο πρακτικά και έκανε πιο χρήσιμα δώρα.

Γέμιζε μια τσάντα με μακαρόνια, ρύζια, χαρτικά και άλλα τρόφιμα και τα πήγαινε στους πανηγυριώτες.

Τα τραπέζια γίνονταν σε εστιατόρια με λίγους καλεσμένους. Κυρίως φίλους που θα  ακολουθήσουν μετά στο κλαμπ η στο μπαράκι για το γλέντι, αφού τα βιολιά κι αυτά έπαψαν να παίζουν με τον καιρό.

Όσο περισσότερα καλούδια  όμως  έφερνε η εξέλιξη  και η τεχνολογία τόσο κόσμο έπαιρνε και  μακριά από το νησί. Οι τουρίστες μπαίνανε και οι ντόπιοι βγαίνανε. Μόνο τα καλοκαίρια γέμιζε ξανά. και τότε άρχισαν να δουλεύουν και οι γυναίκες. Στα εστιατόρια, στα ξενοδοχεία στα ενοικιαζόμενα, στις βίλες.

Που χρόνος για γιορτές και πανηγύρια. Που χρόνος και για επισκέψεις.

Σήμερα  λίγα τα σπίτια που κάνουν  ακόμα πανηγύρια…όπως παλιά.

Ακόμα λιγότεροι και οι επισκέπτες. Στην αρχή το τηλέφωνο σαν πιο άμεση επαφή και επικοινωνία σου έδινε  την δυνατότητα  να  ευχηθείς.  Έβαλε τέλος στις κάρτες  και στα τηλεγραφήματα. Ήταν καλύτερα να ακούς τον άλλον, να λες περισσότερα να νιώθεις το συναίσθημα από το ύφος και τον τόνο της φωνής.

Και ύστερα ήρθαν τα κινητά. Με αυτά έγραφες ένα sms και ξεμπέρδευες. Τυπικό απρόσωπο, κρύο. Υπάρχουν κι έτοιμα γραμμένα για τέτοιες περιπτώσεις. Να μην κουραστείς να το γράψεις. Μπορεί να το στείλεις και σε πολλούς ταυτόχρονα και να ξεμπερδέψεις. Γλυτώνεις και τα δώρα.

Ούτε κλήση για να μη χαλάς την κάρτα σου. Με το ίντερνετ έχεις και δωρεάν την δυνατότητα να στείλεις τα χρόνια πολλά με το viber  Αυτό έχει και φατσούλες ξεματοχινές για κάθε περίσταση. Μια φατσούλα , ένα emogy μια ζωγραφιά με ανθοδέσμη, ή δυο μπαρμπάκια  αγκαλιασμένα και ξεμπερδεύεις.  Βγάζεις την υποχρέωση κι ο άλλος νομίζει ότι τον θυμήθηκες και σου απαντάει αντίστοιχα.

Η άλλη μεγάλη ανακάλυψη το face book σου δίνει περισσότερες επιλογές. Εκεί μπορείς να γράψεις ευχές ή να προσθέσεις  μια φωτογραφία με ευχές, ένα like , μια καρδούλα σε αυτόν που γράφει.  Μπορείς επίσης να ευχηθείς στο meseger και στο instagram.Η να στείλεις ένα e-mail.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αυτοί είναι οι νέοι τρόποι επικοινωνίας σήμερα. Έτσι κάνουμε ή δεν κάνουμε τα πανηγύρια μας σήμερα. Έτσι λέμε τα χρόνια πολλά. Έτσι γιορτάζουμε.

Με τον ίδιο τρόπο ενημερώνουν και αυτοί που για κάποιους λόγους δεν κάνουν γιορτή και δεν δέχονται επισκέψεις, ή μεταφέρουν τη γιορτή…το Σαββατοκύριακο. Ναι , σήμερα γίνεται κι αυτό.

Ανέξοδος και  εύκολος τρόπος να  γιορτάσεις σήμερα. Και κυρίως χωρίς προσωπική επαφή. Αποφεύγεις σόγια συγγενείς, γνωστούς και τα έξοδα φυσικά γιατί και η κρίση συντέλεσε σε πολύ μεγάλο βαθμό και στέρησε από πολλές οικογένειες τη χαρά της γιορτής και της ανοιχτής σάλας. Έτσι σήμερα γιορτάζουμε.

Με μια επικοινωνία ακοινώνητη. Με μια επαφή ανέπαφη. Με λέξεις τυπικές ίδιες για όλους . Με μια εικόνα εικονική. Με χρώματα άχρωμα. Με εφαρμογές χωρίς τη  χροιά της φωνής, χωρίς  ζεστό βλέμμα και αγάπη, χωρίς αγκαλιά.  Χωρίς πολλά λόγια και χωρίς να μεταδίδεται  το συναίσθημα.Σε όποια μεριά του πλανήτη κι αν είσαι.

Μέσα από την οθόνη και όχι από την καρδιά.

(Οι φωτογραφίες είναι από προσωπική συλλογή  αναγνωστών,κάποιες από τη σελίδα του κ. Σακκά στο FB και από το διαδίκτυο)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.